Eurokinissi |
Εξετάζοντας τη στάση της ΕΕ και των κρατών - μελών της στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο στην Ουκρανία, που πλέον μπήκε στον πέμπτο χρόνο από την τυπική έναρξή του, στην ιμπεριαλιστική επίθεση των ΗΠΑ - Ισραήλ στο Ιράν, στη χερσαία ισραηλινή εισβολή στον Λίβανο, στην προώθηση του ιμπεριαλιστικού σχεδίου των ΗΠΑ στη Γάζα, προϊόν της γενοκτονίας σε βάρος του Παλαιστινιακού λαού, στην επέμβαση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα, τις απειλές σε βάρος της Κούβας, της Γροιλανδίας και άλλων χωρών, βγαίνουν ορισμένα χρήσιμα συμπεράσματα.
Παρότι η ΕΕ δεν έχει ως επί το πλείστον την πρωτοβουλία των κινήσεων, έχει τα δικά της συμφέροντα και αναπτύσσει τον δικό της εξίσου αντιλαϊκό σχεδιασμό, με κράτη - μέλη να εμπλέκονται άμεσα στον βαθμό που το υπαγορεύουν οι δικές τους στρατηγικές επιδιώξεις.
Η ΕΕ στηρίζει πολιτικά τις επεμβάσεις των ΗΠΑ, υιοθετεί και αναπαράγει τα γελοία προσχήματα των ιμπεριαλιστικών εγκλημάτων σε βάρος των λαών. Από την επίκληση στον «αναθεωρητισμό του Πούτιν», στο «ναρκεμπόριο της Βενεζουέλας», στην «εξάλειψη της τρομοκρατίας της Χαμάς», έως τα «ανθρώπινα δικαιώματα που καταπατά το θεοκρατικό ιρανικό καθεστώς».
Πρόκειται για εκτιμήσεις αποπροσανατολιστικές που υπηρετούν σκοπιμότητες: Στοχεύουν να αποκρύψουν τις αγιάτρευτες αντιθέσεις κι ανταγωνισμούς στο εσωτερικό της ΕΕ, να καμουφλάρουν την εντεινόμενη επιθετικότητα και τη στρατιωτικοποίησή της που σπάει κάθε ρεκόρ πολεμικής προετοιμασίας.
Πάνω απ' όλα, να καλλιεργηθεί η πλάνη ότι η ισχυροποίησή της στον ενδοϊμπεριαλιστικό ανταγωνισμό θα οδηγήσει σε άμβλυνση της επιθετικότητας των ΗΠΑ, πολύ περισσότερο σε ισχυροποίηση των λαών της Ευρώπης. Η πραγματικότητα είναι όμως ότι αντίθετα οδηγεί σε περαιτέρω χτύπημα κι αποδυνάμωση των δικαιωμάτων τους, όπως ήδη συμβαίνει, αφού η ισχυροποίηση των αστικών τάξεων σημαίνει ενίσχυση της επίθεσης πρώτα από όλα απέναντι στους ίδιους τους λαούς των κρατών - μελών.
Αυτό το σημειώνουμε γιατί η όξυνση των αντιθέσεων ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά κέντρα διαπερνά τις σχέσεις ανάμεσα στα κράτη - μέλη και πυροδοτεί έντονες διεργασίες και ρευστότητα στη στάση κάθε κράτους - μέλους της ΕΕ με τα άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα.
Αυτές οι διεργασίες επιδρούν στη συνολικότερη στάση της ΕΕ και στον βαθμό που παρεμβαίνει σε κάθε φάση. Συχνά μάλιστα αφήνει «κενό χώρο» σε ισχυρά κράτη - μέλη της (π.χ. Γαλλία, Γερμανία, Ισπανία, Ιταλία) προκειμένου να δράσουν ανάλογα με τις ιδιαίτερες προτεραιότητές τους και συμφέροντα των αστικών τάξεών τους, από τη στιγμή που αυτά δεν συμβιβάζονται με μια κοινή τοποθέτηση της ΕΕ. Ενδεικτικές είναι και οι κινήσεις της αστικής τάξης της Ελλάδας, που προκειμένου να διασφαλίσει τα δικά της συμφέροντα, εφοπλιστικά, κατασκευαστικά κ.λπ., αναλαμβάνει σχετικές πρωτοβουλίες.
Για παράδειγμα, στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο στην Ουκρανία η ΕΕ, παρότι πρωταγωνίστησε με όπλα, χρήμα και κάθε είδους διευκόλυνση και πολεμική στήριξη του καθεστώτος Ζελένσκι απέναντι στην αστική τάξη της Ρωσίας, παρότι μαζί με τη Μ. Βρετανία είχαν μεθοδεύσει προχωρημένες συμφωνίες μαζί του για τη διαχείριση και τον έλεγχο των σπάνιων γαιών και των ενεργειακών διαδρόμων της Ουκρανίας, όσον αφορά την επόμενη μέρα του πολέμου, είδε τελικά τις ΗΠΑ να ξεκινούν να διαπραγματεύονται για το μοίρασμα της λείας με την αστική τάξη της Ρωσίας, με ορατό τον κίνδυνο να μείνει η ίδια «εκτός νυμφώνος».
Παρ' όλα αυτά, συνεχίζει να διεκδικεί μερίδιο από την πολεμική λεία. Κάνει λόγο για «τη δική της υπεράσπιση της Ουκρανίας» κι απαιτεί συνέχιση του πολέμου. Αφενός προσπαθεί να ισοσκελίσει - μέσα από κέρδη των δικών της μονοπωλίων, κυρίως των πολεμικών - τις διαφαινόμενες απώλειες από την υπό διαπραγμάτευση συμφωνία ΗΠΑ - Ρωσίας, αφετέρου εξαντλεί τα περιθώρια ώστε να προλάβουν να διεισδύσουν ευρωενωσιακοί όμιλοι πριν το ξεκίνημα της ανοικοδόμησης, που είναι μια χρυσοφόρα αγορά ύψους 600 δισ., στην οποία προπορεύονται οι αμερικανικοί όμιλοι.
Στην ίδια κατεύθυνση επεξεργάζεται σχέδιο ενός είδους προθαλάμου ένταξης της Ουκρανίας στην ΕΕ, χωρίς να ισχύει η συνήθης αυστηρότητα των λεγόμενων «κριτηρίων της Κοπεγχάγης» για τις υπό ένταξη χώρες, με στόχο να ξεπεράσει και αντιθέσεις στο εσωτερικό της μπροστά σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, με πρώτη την άρνηση της Ουγγαρίας κι όχι μόνο.
Επιχειρεί ταυτόχρονα να εκμεταλλευτεί το πρόβλημα ταμειακής ρευστότητας της Ουκρανίας, που τα αποθέματά της εξαντλούνται εντός της άνοιξης του 2026 και να χρηματοδοτήσει με 90 δισ. το καθεστώς Ζελένσκι, εκ των οποίων 60 δισ. θα πάνε για την πολεμική βιομηχανία σε αντίστοιχους ομίλους και 30 δισ. για τη λειτουργία του ουκρανικού κράτους. Πρόκειται για δάνειο με εγγύηση τον ίδιο τον προϋπολογισμό της ΕΕ, δάνειο δηλαδή με εγγύηση τα χρήματα των λαών της Ευρώπης.
Οι όροι της «βοήθειας» είναι με βάση τον κανόνα «made in EU», δηλαδή οι συμφωνίες που θα κλειστούν με την Ουκρανία για να «ξεκοκαλιστεί» αυτός ο πακτωλός κονδυλίων να ευνοούν στη συντριπτική πλειοψηφία τους ευρωενωσιακούς ομίλους της πολεμικής βιομηχανίας της ΕΕ και των άλλων κλάδων, εξασφαλίζοντας δημόσιες συμβάσεις και χρυσοφόρα συμβόλαια.
Σε αυτόν τον κανόνα επέμεινε βασικά η Γαλλία, που κατέχει κυρίαρχη θέση στην ευρωπαϊκή πολεμική βιομηχανία και ο οποίος σημαίνει για την ίδια «Γιάννης κερνάει και Γιάννης πίνει», ενώ η αστική τάξη της Γερμανίας, με τον νου της να εξασφαλίσει εξαγωγές των βιομηχανικών προϊόντων της στις ΗΠΑ, δεν είχε πρόβλημα και για πριμοδότηση αμερικανικών ομίλων, οι οποίοι και τελικώς δεν αποκλείστηκαν. Αντίστοιχα, μετ' εμποδίων κι απειλών για εκατέρωθεν δασμούς προχωρά και η οικονομική - εμπορική συμφωνία ΕΕ - ΗΠΑ.
Η πρώτη δόση του δανείου τελικά ανακοινώθηκε για τον Απρίλιο, μετά από αντιθέσεις ανάμεσα στις κυβερνήσεις στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Το δε 20ό πακέτο κυρώσεων εναντίον της Ρωσίας, που σημειωτέον μεταξύ άλλων περιλαμβάνει κυρώσεις για δεξαμενόπλοια του λεγόμενου «σκιώδους στόλου» της που μεταφέρουν ρωσικό πετρέλαιο με αρκετούς μάλιστα Ελληνες πλοιοκτήτες, ακόμα δεν έχει καταληχθεί...
Ο όλος πάντως σχεδιασμός της ΕΕ για να αντιμετωπιστεί η αμερικανική διείσδυση στην Ουκρανία φαίνεται πως είναι εξαιρετικά επισφαλής. Γι' αυτό και εξετάζεται και εναλλακτικό σενάριο για «στροφή στη στάση της έναντι της Ρωσίας» ή έστω μια πιο σαφή ένδειξη πρόθεσης συνδιαλλαγής μαζί της ανεξάρτητα της συνέχισης του πολέμου απέναντί της. Και σε αυτό βέβαια εκφράζονται σφοδρές αντιθέσεις στο εσωτερικό της ΕΕ.
Με δήλωσή του ο πρωθυπουργός του Βελγίου, Ντε Βέβερ, όχι μόνο έθεσε ζήτημα ομαλοποίησης των σχέσεων με τη Ρωσία, για να ανακτήσει η ΕΕ πρόσβαση σε φτηνή Ενέργεια, αλλά και ομολόγησε ότι κι άλλοι επικεφαλής κρατών - μελών συμφωνούν, αλλά δεν το δηλώνουν ανοικτά. Οχι τυχαία η Φον Ντερ Λάιεν παίρνοντας μέρος στη συζήτηση απέκλεισε τέτοιο ενδεχόμενο, χαρακτηρίζοντας ως «πισωγύρισμα» την επαναφορά της «ενεργειακής εξάρτησης της ΕΕ από τη Ρωσία».
Στα άλλα πολεμικά πεδία η ΕΕ, παίρνοντας υπόψη το πλεονέκτημα που διατηρούν οι ΗΠΑ στον ανταγωνισμό τους με την Κίνα, επιχειρεί να οριοθετήσει τα δικά της συμφέροντα και αυτά των ομίλων της και διεκδικεί κι εκεί καλύτερο μερίδιο.
Είναι ενδεικτικό ότι στην περίπτωση της εγκληματικής ιμπεριαλιστικής επίθεσης των ΗΠΑ - Ισραήλ εναντίον του ιρανικού λαού, η ΕΕ παρότι υιοθετεί όλα τα προσχήματα ισχυρίζεται ότι «αυτός ο πόλεμος δεν είναι δικός της»... Οπως δήλωσε η Υπατη Εκπρόσωπος Εξωτερικής Πολιτικής της Κομισιόν Κ. Κάλας, «εμείς προτιμούσαμε παρέμβαση από τα μέσα για την ανατροπή του ιρανικού καθεστώτος».
Στα δε καλέσματα των ΗΠΑ προς τα κράτη του ΝΑΤΟ για συγκέντρωση πολεμικής δύναμης στα Στενά του Ορμούζ, η ΕΕ ομολογεί ανοικτά ότι δεν έχει λόγο «να συρθεί» στην υπεράσπιση ενός κόμβου που ως επί το πλείστον η ΕΕ εισάγει ελάχιστη ποσότητα Ενέργειας, καθώς το 80% του πετρελαίου και του υγροποιημένου φυσικού αερίου κατευθύνεται προς την Ασία. Παράλληλα η ΕΕ συνυπολογίζει ότι μια τέτοια κίνησή της θα έχει ως συνέπεια οι ευρωενωσιακοί όμιλοι να αγοράζουν ακόμη πιο ακριβή Ενέργεια από αμερικανικούς ομίλους, ενώ ταυτόχρονα θα επωφεληθούν από τις αυξήσεις και οι ρωσικοί ενεργειακοί όμιλοι.
Η - έως τώρα - μη συμμετοχή της ΕΕ στη ΝΑΤΟική δύναμη που καλεί ο Τραμπ δεν σημαίνει ότι η ΕΕ καθώς και τα κράτη - μέλη της έχουν μείνει έξω από αυτό το πολεμικό μέτωπο. Κάθε άλλο!
Με αποστολή αεροπλανοφόρων, φρεγατών, συστοιχιών Πάτριοτ και στρατευμάτων δηλώνουν «παρών» η Γερμανία, η Γαλλία, η Ιταλία, η Ισπανία, η Πορτογαλία και ασφαλώς η Ελλάδα. Η κυβέρνηση της ΝΔ συντονίζει τη στρατιωτική επιχείρηση «Ασπίδες» στην Ερυθρά Θάλασσα από τη Λάρισα, ενώ ήδη συζητείται και η τυπική επέκταση της επιχείρησης, καθώς πεδίο δράσης της εξαρχής αποτελούν τα στρατηγικής σημασίας στενά Bab al-Mandab στην Ερυθρά και τα Στενά του Ορμούζ στον Περσικό και τον Κόλπο του Ομάν, καθώς και διεθνή ύδατα στην Ερυθρά Θάλασσα, στον Κόλπο του Αντεν, στην Αραβική Θάλασσα. Γι' αυτό και με δηλώσεις της η Κομισιόν προκρίνει ακριβώς την ενίσχυση της επιχείρησης «Ασπίδες».
Η ΕΕ διεκδικεί παράλληλα τη δική της συγκροτημένη εμπλοκή σε σύμπλευση με την Ινδία, την Ιαπωνία και χώρες του Κόλπου, για τα συμφέροντα των δικών τους μονοπωλίων που η παρέμβαση των ΗΠΑ - Ισραήλ δεν αφήνει ζωτικό χώρο να αναπτυχθούν. Η κοινή ανακοίνωση για υπεράσπιση των Στενών του Ορμούζ 5 χωρών της ΕΕ (Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Ολλανδία) μαζί και με την Ιαπωνία, κινείται στην ίδια κατεύθυνση.
Δεν είναι επίσης συμπτωματικό ότι με την κυβέρνηση της ΝΔ «πιλότο» επέλεξαν να συγκεντρωθούν ισχυρές ΝΑΤΟικές δυνάμεις της ΕΕ. Ο στόχος ήταν η προστασία των βρετανικών βάσεων στην Κύπρο κι όχι όπως όλα τα αστικά κόμματα εν χορώ ισχυρίζονταν, ότι γινόταν τάχα «για την προστασία του κυπριακού λαού». Αυτό μαρτυρά άλλωστε κι η πρόσφατη δήλωση του Προέδρου της Κύπρου, Χριστοδουλίδη, που μιλά για «διάλογο και επαναδιαπραγμάτευση» του καθεστώτος των βρετανικών βάσεων στο νησί, επιβεβαιώνοντας στην ουσία την τοποθέτηση του ΚΚΕ.
Η δε πολυεθνική δύναμη λειτούργησε μεταξύ άλλων κι ως άλλοθι για την εγκατάσταση τουρκικών F-16 στο ψευδοκράτος. Ταυτόχρονα, όμως, αυτή η συγκέντρωση ευρωπαϊκών στρατιωτικών δυνάμεων αποτελεί και δύναμη επιτήρησης των ενεργειακών και διαμετακομιστικών συμφερόντων αυτών των χωρών στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο.
Οι κινήσεις αυτές επεκτείνουν αντικειμενικά την εμβέλεια των πολεμικών εχθροπραξιών, συνιστούν πολεμικό εφαλτήριο και ασφαλώς στόχο αντιποίνων σε βάρος του κυπριακού, όπως και του ελληνικού λαού, κινδύνους που αναδεικνύει τεκμηριωμένα το ΚΚΕ.
Οσον αφορά δε το αμερικανικό σχέδιο για τη μετατροπή των Παλαιστινιακών εδαφών σε προτεκτοράτο με εποπτεία από το ψευδεπίγραφο «Διεθνές Συμβούλιο Ειρήνης» (Board of Peace), η ΕΕ κλήθηκε να συμμετάσχει κι αρνήθηκε, μαζί και η συντριπτική πλειοψηφία των κρατών - μελών της περιοριζόμενα σε ρόλο παρατηρητή, πλην Ουγγαρίας και Βουλγαρίας που συμμετείχαν. Η δε Ισπανία και η Γαλλία δεν παρέστησαν καν.
Η ΕΕ και ειδικά τα κράτη - μέλη που πρωτοστατούν στην αντίθεση με ΗΠΑ και Ισραήλ, βλέπουν ότι το αμερικανικό σχέδιο στην ουσία προδιαγράφει ότι δεν θα υπάρχει καν παλαιστινιακό κράτος την επόμενη μέρα. Προφανώς και την ΕΕ δεν την πήρε κάποιος πόνος για να ικανοποιηθεί ο ηρωικός αγώνας του Παλαιστινιακού λαού για ανεξάρτητο παλαιστινιακό κράτος στα σύνορα πριν το 1967 με πρωτεύουσα την Ανατ. Ιερουσαλήμ...
Η γενικόλογη ευρωενωσιακή επωδός για «λύση δύο κρατών» και η επίκληση στο διεθνές δίκαιο έχουν προφανή στόχευση. Οχι μόνο να πάνε περίπατο οι απαραίτητες προϋποθέσεις για να υπάρξει ένα βιώσιμο παλαιστινιακό κράτος, χωρίς στρατεύματα κατοχής και εποικισμούς, με εδαφική συνέχεια, αλλά και τα ευρωπαϊκά μονοπώλια να μη χάσουν τις δυνατότητες να αρπάξουν μερίδιο από το σχέδιο ανοικοδόμησης της επόμενης ημέρας στη Λωρίδα της Γάζας, μέσα από ένα ευρωενωσιακής κοπής προτεκτοράτο και με στρατό κατοχής που οι ίδιοι θα συμμετέχουν ως τοποτηρητές.
Για αυτόν τον σκοπό είναι έτοιμοι να αξιοποιήσουν πάνω από όλα τις πολύχρονες υποδομές μέσω μηχανισμών «ανθρωπιστικής βοήθειας», της διείσδυσης κατασκευαστικών ομίλων κ.ά. που έχουν χρηματοδοτήσει στα παλαιστινιακά εδάφη όλα τα προηγούμενα χρόνια μέσω ΜΚΟ και τις οποίες Αμερικάνοι και Ισραηλινοί έχουν αποκόψει, τόσο στην πράξη επί του πεδίου, όσο και με βάση τις εξαγγελίες του λεγόμενου «Συμβουλίου Ειρήνης».
Η συγκρότηση στρατιωτικής δύναμης για τη Γάζα, με την ελληνική αστική τάξη διαμέσου της κυβέρνησης της ΝΔ να δηλώνει πρόθεση να συμμετέχει, στρώνει το έδαφος για αυτά τα επικίνδυνα σχέδια - όποια εκδοχή τους κι αν τελικά επικρατήσει - σε βάρος του Παλαιστινιακού λαού και στο δικαίωμά του να αποκτήσει τη δική του ανεξάρτητη πατρίδα.
Οσο για τις αντιδράσεις Γαλλίας και Ισπανίας στον αμερικανικό σχεδιασμό, δεν συνιστούν ασφαλώς κάποια «φιλειρηνική» παρέμβαση, όπως δημαγωγούν διεθνείς κι εγχώριοι αστοί προπαγανδιστές. Αλλωστε, ήδη ο Σάντσεθ και οι Γάλλοι έστειλαν φρεγάτες στην Κύπρο και μέχρι πρότινος εξόπλιζαν το Ισραήλ για να διεξάγει γενοκτονία σε βάρος του Παλαιστινιακού λαού, για τον οποίο τώρα χύνουν κροκοδείλια δάκρυα.
Αυτές οι σφοδρές αντιθέσεις, με επίκεντρο ειδικά την Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή για το μοίρασμα της λείας, δοκιμάζουν τη συνοχή του ευρωατλαντικού ιμπεριαλιστικού στρατοπέδου, όπως και του ίδιου του ΝΑΤΟ.
Οι τελευταίες απειλές Τραμπ για το μέλλον του ΝΑΤΟ, όπως και οι εδώ και χρόνια ισχυρισμοί Μακρόν για το «εγκεφαλικά νεκρό ΝΑΤΟ», είναι ενδεικτικές, φανερώνοντας, μεταξύ άλλων, ότι η γαλλική αστική τάξη προκρίνει το στρατιωτικό σκέλος της ΕΕ για την αυτοτελή υπεράσπιση των συμφερόντων της όπου Γης. Στο πλαίσιο αυτό, πάλι με πρωτοβουλία της Γαλλίας, προχωρά και η κίνηση για πυρηνική ομπρέλα με συμμετοχή 8 χωρών, ανάμεσά τους κι η Ελλάδα με ευθύνη της κυβέρνησης της ΝΔ.
Η ουσία βρίσκεται στο ότι οι ΗΠΑ, στον ανταγωνισμό τους με την Κίνα για την πρωτοκαθεδρία στο καπιταλιστικό σύστημα, προωθούν ορμητικά τον σχεδιασμό τους, ωστόσο η ΕΕ και οι ισχυρές χώρες στο εσωτερικό της, όπως και η Βρετανία, δεν είναι διατεθειμένες να μείνουν εκτός παιχνιδιού, ούτε να τις ακολουθήσουν χωρίς ικανοποιητικά ανταλλάγματα. Στην ίδια κατεύθυνση εντείνεται από την ΕΕ και η αναζήτηση ευρύτερων συμμαχιών με την Ινδία, την Αυστραλία, καθώς και η συγκρότηση «εταιρικών σχέσεων» με άλλες 9 χώρες.
Παράλληλα, εν μέσω ανταγωνισμών προχωρούν διμερείς συμμαχίες και συμφωνίες στο εσωτερικό της ΕΕ, με βασική αυτή της Γερμανίας - Ιταλίας, που προβάλλεται ως «το νέο δυναμικό ντουέτο, αφού ο γαλλογερμανικός άξονας φθίνει». Ακόμα και έτσι οι σχέσεις των «συμμάχων» δεν είναι ανέφελες.
Γιατί μπορεί η Γερμανία και η Ιταλία να τα βρίσκουν στο κομμάτι της πολεμικής βιομηχανίας, με πολλές συμπράξεις πολεμικής προετοιμασίας, αλλά την ίδια ώρα διαφωνούν π.χ. στη χρήση των παγωμένων ρωσικών κεφαλαίων για την Ουκρανία, στην οποία διαφωνεί η Ιταλία. Η δε Ιταλία στο ζήτημα της χρηματοδότησης της πολεμικής βιομηχανίας συμπίπτει όχι με τη Γερμανία, αλλά με τη Γαλλία, αφού και οι δύο ζητούν ευρωομόλογα, που θα πληρώσουν και πάλι οι λαοί.
Χρειάζεται να σημειωθεί ότι η ΕΕ έχει πρόβλεψη για τη διαχείριση αυτών των καταστάσεων, των οξυμένων αντιθέσεων στο εσωτερικό της, εδώ και πολλά χρόνια. Είναι ενδεικτικό ότι από το 2005 με τη Συνθήκη της Λισαβόνας έχουν προβλεφθεί σχήματα, όπως αυτό της «ενισχυμένης συνεργασίας», τουλάχιστον 9 κρατών - μελών, ώστε αν δεν υπάρχει ομοφωνία, ομάδες χωρών να ακολουθούν τον δικό τους δρόμο συμφερόντων, ενώ ήδη προετοιμάζεται η άρση της ομοφωνίας και ειδικές πλειοψηφίες σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και «κοινής άμυνας», που μέχρι τώρα απαιτούσαν ομοφωνία. Μέχρι σήμερα υπάρχει και το «δικαίωμα» στη λεγόμενη «εποικοδομητική αποχή» από κάποιο κράτος που σπάει την ομοφωνία, ώστε να αποφευχθεί το βέτο (π.χ. η Ουγγαρία ήδη το έχει ασκήσει).
Δεν ήταν επίσης τυχαίος ο ορισμός της Κροάτισσας επιτρόπου Μεσογείου Σούιτσα, η οποία είχε αναλάβει το χαρτοφυλάκιο για την Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή ως αντίβαρο στον φιλο-αμερικανικό προσανατολισμό της Υπατης Εκπροσώπου Κάλας, με κύρια ευθύνη στο μέτωπο της Ουκρανίας.
Ολα αυτά βέβαια δεν είναι σε θέση να τιθασεύσουν τις σφοδρές αντιθέσεις και τους ανταγωνισμούς που είναι βέβαιο ότι θα κλονίσουν, διαλύσουν ή αναδομήσουν τις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες που η αστική προπαγάνδα τις εμφάνιζε ως «αιώνιες».
Διέξοδος για τους λαούς δεν είναι να στοιχηθούν πίσω από τα συμφέροντα του ενός ή του άλλου ιμπεριαλιστικού στρατοπέδου, ούτε μπορούν να περιμένουν προστασία και ασφάλεια από αυτούς που ευθύνονται για τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους και συμμετέχουν σε αυτούς με στόχο την αναβάθμιση των συμφερόντων τους, ενισχύοντας τη συγκέντρωση στρατιωτικών δυνάμεων και την εμπλοκή για τα κέρδη των ομίλων.
Αποτελεί αυταπάτη να βλέπει κάποιος «φωτοστέφανα ειρήνης» σε διαφοροποιήσεις σκοπιμοτήτων από ιμπεριαλιστικές ενώσεις και κυβερνήσεις, που ζητούν μεγαλύτερο μερίδιο στο τραπέζι της λείας από τους ληστές των λαών.
Μάταιο είναι και να προσμένει κανείς, από την κινούμενη άμμο των καπιταλιστικών ανταγωνισμών και των λυκοσυμμαχιών, φιλολαϊκές εξελίξεις και αποκλιμάκωση, υπεράσπιση συνόρων και κυριαρχικών δικαιωμάτων. Οσο για την αξιοποίηση των αντιθέσεων ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά κέντρα, αυτή προϋποθέτει πρώτα από όλα την εξασφάλιση αυτοτελούς στρατηγικής και πάλης του κομμουνιστικού κινήματος, πρώτα απ' όλα της εργατικής τάξης, των λαών.
Συνήθως κάτω από το βάρος των πολεμικών εξελίξεων και ανταγωνισμών, της επιστράτευσης των σύγχρονων όπλων, συστηματικά διεξάγεται μια οργανωμένη επιχείρηση υποβάθμισης του ρόλου και της σημασίας της λαϊκής παρέμβασης.
Το γεγονός ότι τα πιο ισχυρά κράτη με τους πιο οργανωμένους στρατούς δεν έχουν σταματήσει να συμπεριλαμβάνουν στην κορυφή του σχεδιασμού τους το πώς να χειραγωγήσουν και να καταστείλουν την οργανωμένη εργατική - λαϊκή δράση, προκειμένου τελικά να πετύχουν τους αντιλαϊκούς στόχους τους, δείχνει πολλά. Δείχνει τη σημασία του λαϊκού παράγοντα, που δεν μπορεί να αγνοήσει καμία αστική τάξη.
Ακόμα και στον πιο αρνητικό στρατιωτικό συσχετισμό η δύναμη του λαϊκού παράγοντα - όπως π.χ. αναδείχθηκε με την επιμονή του ηρωικού Παλαιστινιακού λαού απέναντι στη στρατιωτική μηχανή του Ισραήλ που τροφοδοτείται από τις ΗΠΑ, έχοντας στο πλευρό του την παγκόσμια αλληλεγγύη των λαών - διδάσκει.
Την ώρα που τα αστικά επιτελεία προσποιούνται ότι τάχα ψάχνουν και ...δεν βρίσκουν το αντιπολεμικό κίνημα, είναι φανερό ότι τους απασχολεί η αναβαθμισμένη παρέμβαση του εργατικού κινήματος σε αυτό, όπως η εντεινόμενη πάλη να μην πληρώσει ο λαός τις οικονομικές συνέπειες του πολέμου. Η περήφανη στάση στρατιωτών και στρατιωτικών κόντρα στις ποινές και τις απειλές, τα μπλόκα πολεμικών φορτίων σε λιμάνια, σιδηροδρομικούς σταθμούς και η κλιμάκωση με τη μεγάλη απεργία στις 6 Φλεβάρη στην Ελλάδα και σε 20 λιμάνια σε όλη την Ευρώπη με σύνθημα «Δεν δουλεύουμε για τον πόλεμο», η πρόσφατη απεργία των ναυτεργατών ενάντια στη ναυτολόγησή τους στις εμπόλεμες περιοχές, αποτελεί ποιοτικό βήμα μπροστά στον αντιπολεμικό αγώνα. Η πάλη αυτή προβληματίζει τα ευρωενωσιακά επιτελεία, που δεν είναι τυχαίο ότι στη νέα ευρωενωσιακή ναυτιλιακή στρατηγική η Κομισιόν προβλέπει ναυτεργάτες με «αυστηρότερες διαδικασίες πιστοποίησης».
Με την αστείρευτη δύναμη του εργατικού - λαϊκού κινήματος εδώ στη χώρα μας με μπροστάρη το ΚΚΕ και πάνω από όλα με εφόδιο το επαναστατικό του Πρόγραμμα, αποδεικνύεται η δυνατότητα ο ίδιος ο λαός να γίνει κύριος του πλούτου που παράγει ανατρέποντας την καπιταλιστική βαρβαρότητα, σε έναν αγώνα για τη δική του εξουσία και την αποδέσμευση από κάθε λυκοσυμμαχία.