Ακόμα χειρότερο το κείμενο που κατατέθηκε στη Βουλή: Νέοι «κόφτες» και περισσότερες διευκολύνσεις στην εργοδοσία
Κυβέρνηση - εργοδοσία - εργατοπατέρες φέρνουν το νομοσχέδιο καθήλωσης μισθών και δικαιωμάτων |
Μάλιστα, το κείμενο που κατατέθηκε προς ψήφιση στη Βουλή είναι ακόμα χειρότερο από το νομοσχέδιο που είχε αναρτηθεί στη διαβούλευση, καθώς προβλέπει ένα ακόμα εμπόδιο στην επέκταση των ΣΣΕ, ενώ διευκολύνει περαιτέρω την εξαίρεση επιχειρήσεων από την υποχρεωτική εφαρμογή τους.
Η κυβέρνηση υποστηρίζει προκλητικά ότι το νομοσχέδιο αποτελεί «κατάργηση του μνημονιακού πλαισίου». Στην πραγματικότητα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Συγκεκριμένα, διατηρεί:
1. Τη δυνατότητα του αστικού κράτους να διαμορφώνει τον κατώτατο - βασικό μισθό, με το νομοσχέδιο να ξεκαθαρίζει ότι οι Εθνικές Γενικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας «καθορίζουν τους ελάχιστους μη μισθολογικούς όρους εργασίας» (άρθρο 4).
2. Ολα τα νομικά εμπόδια στην επέκταση του υποχρεωτικού χαρακτήρα μιας κλαδικής ΣΣΕ στο σύνολο του κλάδου (άρθρο 9), δηλαδή:
- Την τεκμηριωμένη βεβαίωση της αρμόδιας υπηρεσίας του υπουργείου ότι η ΣΣΕ δεσμεύει ήδη εργοδότες που απασχολούν ποσοστό μεγαλύτερο του 40% των εργαζομένων του κλάδου. Το μόνο που αλλάζει είναι η μείωση του ποσοστού από 50% σε 40%.
- Τη μη υποχρέωση των επιχειρήσεων να καταθέτουν το μητρώο εργοδοτών, το οποίο απαιτείται για να τεκμηριωθεί το ποσοστό εργαζομένων που απασχολούν.
- Την υποχρέωση των συνδικαλιστικών οργανώσεων για εγγραφή στο ΓΕΜΗΣΟΕ προκειμένου να έχουν δικαίωμα να αιτούνται την επέκταση κλαδικής ΣΣΕ.
3. Την υποχρέωση τεκμηρίωσης ότι η κλαδική ΣΣΕ δεν πρέπει να θίγει την ανταγωνιστικότητα του κεφαλαίου.
4. Την εξαίρεση από τις κλαδικές ΣΣΕ, που έχουν επεκταθεί, α) επιχειρήσεων που δηλώνουν ότι αντιμετωπίζουν «οικονομικά προβλήματα» και β) άλλων περιπτώσεων επιχειρήσεων, που εξειδικεύονται με Υπουργική Απόφαση.
5. Τα εμπόδια στη διαδικασία μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία (άρθρο 11).
Το νέο στοιχείο στο νομοσχέδιο είναι η προσχηματική χρησιμοποίηση της ακρίβειας και του πληθωρισμού ως αποτρεπτικών της επέκτασης μιας κλαδικής ΣΣΕ, ή και ως λόγο για την εξαίρεση μια επιχείρησης από μια κλαδική ΣΣΕ.
Σε δύο σημεία του αναδιατυπωμένου άρθρου 9 επισημαίνεται ότι μια κλαδική ΣΣΕ για να επεκταθεί πρέπει να τεκμηριώνεται ότι πέρα από την ανταγωνιστικότητα δεν θα έχει επιπτώσεις και στις τιμές των προϊόντων και τον πληθωρισμό. Επίσης, στο σημείο όπου αναφέρεται η δυνατότητα του εκάστοτε υπουργού να εξαιρεί επιχειρήσεις από την εφαρμογή κλαδικών ΣΣΕ προσθέτει στους λόγους εξαίρεσης «τον περιορισμό της ακρίβειας και τον έλεγχο του πληθωρισμού».
Περαιτέρω, το νομοσχέδιο εμπεριέχει ρυθμίσεις που στόχο έχουν να επιτευχθεί ένας όσο το δυνατόν μεγαλύτερος βαθμός βεβαιότητας ότι ακόμα και οι κλαδικές ΣΣΕ που θα υπογράφονται δεν θα θίγουν τα κέρδη των επιχειρήσεων.
Η αιτιολογική έκθεση κάνει καθαρό ότι το νομοσχέδιο υπηρετεί την ανάγκη να ενισχύσει τον ανταγωνισμό των επιχειρήσεων και να διαφυλάξει την αναγκαία για το καπιταλιστικό σύστημα κοινωνική συνοχή.
Συγκεκριμένα, σημειώνει: «Η περιορισμένη εφαρμογή συλλογικών ρυθμίσεων οδηγεί σε αυξημένη ετερογένεια όρων εργασίας, μειωμένη προβλεψιμότητα για εργαζόμενους και επιχειρήσεις και δυσχέρειες στον υγιή ανταγωνισμό. Περαιτέρω, η απουσία συλλογικών συμβάσεων εργασίας αποδυναμώνει τη διαπραγματευτική θέση των εργαζομένων και περιορίζει τον θεσμικό κοινωνικό διάλογο, με αποτέλεσμα τη διατάραξη της συνοχής των εργασιακών σχέσεων και την πρόκληση ευρύτερων αρνητικών συνεπειών στη λειτουργία της οικονομίας και στη μακροοικονομική σταθερότητα».
Το νομοσχέδιο αναθέτει στη ΓΣΕΕ ρόλο «δερβέναγα» πάνω από τις κλαδικές συνδικαλιστικές οργανώσεις, αφού της κατοχυρώνει το δικαίωμα να παρεμβαίνει σε μία από τις πιο σημαντικές και κρίσιμες λειτουργίες τους: Τη διαμόρφωση και τη σύναψη κλαδικών ΣΣΕ.
Αυτό επιτυγχάνεται επιτρέποντας την επέκταση της υποχρεωτικότητας μιας ΣΣΕ σε όλο τον κλάδο, με μόνο όρο να έχει υπογραφεί από την ηγεσία της ΓΣΕΕ και εργοδοτικές οργανώσεις πανελλαδικής έκτασης. Με άλλα λόγια, αίρει τα εμπόδια που ισχύουν για τις κλαδικές συνδικαλιστικές οργανώσεις μόνο στην περίπτωση που εμπλέκονται οι ίδιοι οι εργατοπατέρες.
Οπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση, η ΓΣΕΕ είναι «επίσημος και αναγνωρισμένος κοινωνικός εταίρος» και επέκταση χωρίς όρους οδηγεί στην «ενίσχυση του ρόλου της ΓΣΕΕ», γεγονός που «θα συμβάλει στη διασφάλιση μεγαλύτερης σταθερότητας, συνέπειας και συνοχής στη διαμόρφωση των κλαδικών ρυθμίσεων». Είναι προφανές ότι ο ρόλος της ΓΣΕΕ και εργοδοτικών οργανώσεων πανελλήνιας εμβέλειας δεν περιορίζεται στην υπογραφή των κλαδικών ΣΣΕ αλλά επεκτείνεται στη διαμόρφωση του περιεχομένου τους, καθώς «δύνανται να αποφασίζουν ή να συμμετέχουν στη ρύθμιση των όρων εργασίας σε επίπεδο επιμέρους κλάδου»!
Πρόκειται για ένα μοντέλο συλλογικών διαπραγματεύσεων που στόχο έχει τον αποκαλούμενο «συντονισμό των μισθών» σε κεντρικό επίπεδο, που θα εξασφαλίζει τη θωράκιση της κερδοφορίας.
Αυτό ξεκινάει από την ίδια τη διαμόρφωση του κατώτατου μισθού. Και ενώ αυτή είναι η «δουλειά της ΓΣΕΕ», δηλαδή να διαπραγματεύεται τον κατώτατο μισθό μέσα από την Εθνική Γενική ΣΣΕ, έβαλε την υπογραφή της στην παγίωση του μνημονιακού μέτρου που ξεκίνησε το 2011 και από τότε εφαρμόζεται από όλες τις κυβερνήσεις. Ο κατώτατος μισθός θα εξακολουθεί να διαμορφώνεται από το κράτος, δηλαδή απευθείας από την εργοδοσία, με κριτήριο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων. Επομένως, η ΓΣΕΕ εκχωρεί στο κράτος τον κατώτατο μισθό και σε αντάλλαγμα αναλαμβάνει ρόλο «πορτιέρη» των κλαδικών ΣΣΕ, πάντα στο όνομα της «σταθερότητας» για την οποία κόπτονται κυβερνήσεις και αστικά κόμματα, ειδικά την περίοδο της στροφής στην πολεμική οικονομία.
Ο μηχανισμός αυτός λοιπόν διαμορφώνει ένα ακόμα πιο ασφυκτικό πλαίσιο για τον περιορισμό της δράσης των Ομοσπονδιών, τις οποίες θέτει υπό την ομηρία των εργοδοτικών ενώσεων και της ΓΣΕΕ, με στόχο οι κλαδικές ΣΣΕ να ενσωματώνουν και να νομιμοποιούν όλο το αντεργατικό πλαίσιο.
Με αυτόν τον τρόπο η κυβέρνηση επιχειρεί να υπονομεύσει και μάλιστα προκαταβολικά τη διεκδίκηση ουσιαστικών αυξήσεων και σύγχρονων δικαιωμάτων. Γι' αυτό δίνει νέα εργαλεία ελέγχου των ΣΣΕ, προσαρμογής στα όρια των γνωστών «κοινωνικών διαλόγων», στους οποίους ειδικεύονται οι εργατοπατέρες για να θυσιάζουν κατακτήσεις κατά παραγγελία της εργοδοσίας, πάντα με κριτήριο να αποφεύγονται «κοινωνικές εντάσεις» και κλυδωνισμοί.
Επίσης, το νομοσχέδιο ορίζει ότι η δυνατότητα της ΓΣΕΕ να παρεμβαίνει στις κλαδικές ΣΣΕ θα εφαρμόζεται στο εξής για όσες ΣΣΕ υπογραφούν από την έναρξη ισχύος του νόμου, ανεξαρτήτως του χρόνου έναρξης των διαπραγματεύσεων. Το ίδιο ισχύει και για τη διάταξη που προβλέπει ότι το σύνολο των κανονιστικών όρων μιας ΣΣΕ συνεχίζει να ισχύει για ένα τρίμηνο μετά τη λήξη ή καταγγελία της (αντί της εξάμηνης που ίσχυε πριν τα μνημόνια).