Παρουσίασε, δε, το νομοσχέδιο ως «μεταρρύθμιση που υπερβαίνει τα στενά όρια των εκλογικών κύκλων και κυρίως απονέμει σε όλους τους Ελληνες ίδια δικαιώματα, ανεξάρτητα από όπου κατοικούν», αποσιωπώντας ότι πάνε σε ένα δυνητικά αχανές εκλογικό σώμα ομογενών, ακόμα και τρίτης γενιάς, χωρίς επαφή με τα πολιτικά πράγματα της χώρας, που με έναν φάκελο από το σπίτι τους, από την άλλη άκρη του κόσμου, θα επηρεάζουν το εκλογικό αποτέλεσμα. Εμμέσως το περιέγραψε και ο ίδιος, λέγοντας ότι το νομοσχέδιο «ενσωματώνει στον κορμό των ενεργών πολιτών εκατοντάδες χιλιάδες, γιατί όχι και εκατομμύρια αποδήμους (...) οι οποίοι θα μεταφέρουν τη δική τους χρήσιμη εμπειρία, τη δική τους οπτική για το πώς βλέπουν την Ελλάδα από το εξωτερικό στο δικό μας πολιτικό περιβάλλον» με «συμμετοχή περισσότερων στη διαμόρφωση της δημόσιας ζωής».
Παρουσίασε, εξάλλου, ως «κομβική αλλαγή» τη «δυνατότητα όλων όσοι είναι εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους να ψηφίζουν επιστολικά, όχι μόνο στις ευρωεκλογές, αλλά και στις εθνικές κάλπες», όταν στην πρότερη διαδικασία που εφαρμόστηκε η επιστολική ψήφος, στις ευρωεκλογές του 2024, δεκάδες ήταν οι καταγγελίες, και από το εσωτερικό και από το εξωτερικό, για φακέλους που καθυστέρησαν να φτάσουν ή έφτασαν σχισμένοι, με αποτέλεσμα να υπάρχουν ψήφοι που δεν προσμετρήθηκαν, όχι με ευθύνη του εκλογέα. Τι είπε για αυτά ο Μητσοτάκης; Οτι «το πείραμα αυτό ήταν απολύτως επιτυχημένο», όταν από όλες τις πλευρές αναδεικνύονται τα ζητήματα της μυστικότητας και του αδιάβλητου, σε συνάρτηση και με τις πιέσεις που ασκούνται και τα εκβιαστικά διλήμματα που τίθενται από ισχυρά κέντρα και οικονομικά συμφέροντα, κόντρα και στην ανάγκη για ζωντανή συμμετοχή του λαού στις εκλογές και ενασχόλησή του με την πολιτική.