Για «νεοαποικιοκρατία» μίλησε ο Ρώσος εκπρόσωπος στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ | Αντιδράσεις και στο εσωτερικό των ΗΠΑ
Από κινητοποίηση στο Μανχάταν |
Ο Βενεζουελάνος Μόνιμος Αντιπρόσωπος, Σάμιουελ Μονκάδα, δήλωσε ότι η Βενεζουέλα υπέστη παράνομη ένοπλη επίθεση από τις ΗΠΑ, λέγοντας ότι η ανοχή στην «απαγωγή αρχηγού κράτους» και στις επιθέσεις κατά αμάχων ενισχύει την ερμηνεία ότι «η έννοια του νόμου είναι προαιρετική» και ότι δεν διακυβεύεται μόνο η κυριαρχία της χώρας του, αλλά και «η αξιοπιστία του διεθνούς δικαίου», το κύρος του ΟΗΕ.
Από τη μεριά της Κίνας, ο εκπρόσωπός της στον ΟΗΕ, Φου Κονγκ, δήλωσε ότι οι ΗΠΑ «καταπάτησαν αδικαιολόγητα την κυριαρχία, την ασφάλεια και τα νόμιμα δικαιώματα και συμφέροντα της Βενεζουέλας και παραβίασαν σοβαρά τις αρχές της κυρίαρχης ισότητας». Καλώντας τις ΗΠΑ να απελευθερώσουν τον Μαδούρο και τη σύζυγό του, είπαν ότι «καμία χώρα δεν μπορεί να ενεργεί ως η παγκόσμια αστυνομία, ούτε κανένα κράτος μπορεί να ισχυριστεί ότι είναι ο διεθνής δικαστής».
Αλλά και ο επικεφαλής της κινεζικής διπλωματίας, Γουάνγκ Γι, από το Πεκίνο είπε: «Ποτέ δεν πιστέψαμε πως μπορεί η οποιαδήποτε χώρα να δρα ως παγκόσμια αστυνομία, ούτε αποδεχόμαστε πως οποιοδήποτε έθνος μπορεί να διεκδικήσει ρόλο του παγκόσμιου δικαστή».
Η Ρωσία, διά του εκπροσώπου της στο ΣΑ του ΟΗΕ, Βασίλι Νεμπένζια, κατηγόρησε τις ΗΠΑ για «νεοαποικιοκρατία», λέγοντας ότι «η Ουάσιγκτον δεν προσπάθησε καν να κρύψει τους πραγματικούς στόχους της εγκληματικής της επιχείρησης, δηλαδή την εγκαθίδρυση αχαλίνωτου ελέγχου επί των φυσικών πόρων της Βενεζουέλας και την επιβεβαίωση των ηγεμονικών της φιλοδοξιών».
Χυδαία ήταν η τοποθέτηση των ΗΠΑ και στη συνεδρίαση του ΣΑ του ΟΗΕ, όπου ο πρέσβης, Μάικλ Γουόλτς, υποστήριξε όχι απλά ότι «δεν πρόκειται για πόλεμο, ούτε για κατοχή χώρας», αλλά και ότι πρόκειται «για εφαρμογή υφιστάμενων και πολυετών κατηγορητηρίων» (!) σε «βάρος» του Ν. Μαδούρο και της συζύγου του, συμπληρώνοντας με θράσος κι από πάνω ότι η στρατιωτική επιχείρηση των ΗΠΑ συνδέεται με την «επιθυμία» τους ...για «ένα καλύτερο μέλλον» για τον λαό της Βενεζουέλας, αλλά και τους λαούς της περιοχής.
Η Αργεντινή, ένας από τους στενότερους συμμάχους των ΗΠΑ στη Λατινική Αμερική, διά στόματος του πρέσβη της, Φρανσίσκο Τροπέπι, χαιρέτισε τη στρατιωτική επιχείρηση ως «μια αποφασιστική πρόοδο κατά της ναρκοτρομοκρατίας που επηρεάζει την περιοχή». Επίσης, ο Τροπέπι μίλησε για μια «διπλή πρόκληση» που αντιμετωπίζει η διεθνής κοινότητα και αφορά - συνέχισε - αφενός τη «γνήσια δημοκρατική μετάβαση στη Βενεζουέλα» αλλά και τη συμβολή «στη διαρκή αποκατάσταση της ειρήνης και της ασφάλειας στην περιοχή», εκφράζοντας την προθυμία του Μπουένος Αϊρες να συνεργαστεί γι' αυτούς τους στόχους.
Την αμερικανική επίθεση καταδίκασαν οι εκπρόσωποι της Κούβας, της Κολομβίας, του Μεξικού και της Χιλής.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, ο πρωθυπουργός της Γαλλίας, Σεμπαστιέν Λεκορνί, δήλωσε χτες ότι «όλα είναι παράνομα στην υπόθεση αυτή», αθροίζοντας στις ...παρανομίες «το καθεστώς του Νικολάς Μαδούρο, τον εκλογικό κύκλο του 2024, την αμερικανική στρατιωτική επιχείρηση που αντιβαίνει στον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών».
Τη Δευτέρα και ο Πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν είχε πει ότι «η μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε» από τις Ηνωμένες Πολιτείες για τη «σύλληψη» Μαδούρο «δεν υποστηρίζεται ούτε εγκρίνεται» από τη Γαλλία, όπως μετέφερε η κυβερνητική εκπρόσωπος, Μοντ Μπρεζόν, που είπε ακόμα ότι ο Μαδουρο ήταν «δικτάτορας» και η απομάκρυνσή του «είναι καλή είδηση για τους Βενεζουελάνους», για να καταλήξει ότι «αν υπάρξει μετάβαση, τότε ο νικητής του 2024 πρέπει να διαδραματίσει κεντρικό ρόλο».
Ενδεικτικές είναι όμως και οι αντιδράσεις εντός των ΗΠΑ, όπου με κάθε αφορμή εκδηλώνονται οι σοβαρές ενδοαστικές αντιθέσεις.
Οι διαδηλώσεων από οργανώσεις και φορείς συνεχίζονται, ενώ σύμφωνα με δημοσκοπήσεις, περίπου 4 στους 10 Αμερικανούς αποδοκιμάζουν την επίθεση. Την αντίθεσή τους έχουν εκφράσει και δημόσια πρόσωπα (π.χ. αθλητές ή καλλιτέχνες), που χαρακτηρίζουν την επέμβαση «παράνομη».
Η κριτική των Δημοκρατικών (που σε ποσοστό 76% αποδοκιμάζουν την επέμβαση σύμφωνα με δημοσκοπήσεις) εστιάζει στο γεγονός ότι δεν ζητήθηκε έγκριση από το Κογκρέσο. Από την άλλη, υπάρχουν και Ρεπουμπλικάνοι που ισχυρίζονται ότι η επέμβαση δεν συνάδει με τις «αρχές» του «Πρώτα η Αμερική».
Ο επικεφαλής των Δημοκρατικών στη Γερουσία, Τσακ Σούμερ, μιλώντας για τη σύλληψη Μαδούρο είπε ότι «δεν αντιμετωπίζει κανείς την ανομία με ανομία και αυτό είναι που συνέβη σε αυτή την περίπτωση». Πρόσθεσε ότι «έχουμε μάθει εδώ και χρόνια πως όταν η Αμερική προσπαθεί να αλλάξει καθεστώτα και να φτιάξει έθνη με αυτό τον τρόπο, τότε ο αμερικανικός λαός πληρώνει το τίμημα με αίμα, αλλά και με δολάρια...». Δήλωσε δε πως θα πρωτοστατήσει για να συζητηθεί ειδικά η παράκαμψη αρμόδιων σωμάτων απ' τις εντολές για στρατιωτική δράση στη Βενεζουέλα χωρίς εξουσιοδότηση από το Κογκρέσο.
Ο επικεφαλής των Δημοκρατικών στη Βουλή των Αντιπροσώπων, Χακίμ Τζέφρις, σημείωσε πως «τώρα μένει να δούμε αν ο λαός της Βενεζουέλας θα είναι σε καλύτερη κατάσταση» και κατήγγειλε την κυβέρνηση ότι «δεν παρουσίασε στοιχεία που να δικαιολογούν τις ενέργειες που έγιναν, λόγω εμφανούς απειλής στην υγεία, την ασφάλεια, την ευημερία, την εθνική ασφάλεια του αμερικανικού λαού». Ο γερουσιαστής Μπέρνι Σάντερς επέκρινε ως «μονομερή» την επιχείρηση.
Ενας Ρεπουμπλικάνος βουλευτής, ο Ντον Μπέικον, μέλος της Επιτροπής Ενόπλων Δυνάμεων της Βουλής των Αντιπροσώπων, έγραψε σε ανακοίνωσή του ότι η επιχείρηση θα είναι θετική για τους Βενεζουελάνους, αλλά ανησυχεί ότι «η Ρωσία θα το χρησιμοποιήσει αυτό για να δικαιολογήσει τις παράνομες και βάρβαρες στρατιωτικές της ενέργειες κατά της Ουκρανίας ή η Κίνα για να δικαιολογήσει μια εισβολή στην Ταϊβάν».