Συνεντεύξεις και αναλύσεις στον Τύπο δείχνουν τον δρόμο που οδηγεί σε ακόμα πιο βαθιά εμπλοκή στα ιμπεριαλιστικά σχέδια και στους ανταγωνισμούς
Από παλιότερη συνεκπαίδευση - πρόβα πολέμου μεταξύ των Ενόπλων Δυνάμεων Ελλάδας και ΗΠΑ |
Ο γνωστός και μη εξαιρετέος Τζέφρι Πάιατ, πρώην πρέσβης των ΗΠΑ στην Ελλάδα και πρώην υφυπουργός Εξωτερικών αρμόδιος ενεργειακών πόρων, μιλώντας στο «Βήμα της Κυριακής» για τις μακροχρόνιες επιπτώσεις του πολέμου ήταν αποκαλυπτικός. Δηλώνοντας ότι «η Ελλάδα μπορεί να κάνει πολύ περισσότερα», ουσιαστικά έδωσε το στίγμα για την κλιμάκωση της ελληνικής εμπλοκής στους αμερικανοΝΑΤΟικούς σχεδιασμούς στην ευρύτερη περιοχή.
Συγκεκριμένα, παρουσίασε την Ελλάδα ως «κόμβο» για την ενεργειακή και γεωπολιτική στρατηγική των ΗΠΑ: Από τη Ρεβυθούσα και την Αλεξανδρούπολη, μέχρι τον διασυνδετήριο αγωγό IGB και τον Κάθετο Διάδρομο. Πρόκειται για έργα που έχουν παρουσιαστεί ως «υποδομές ενεργειακής διαφοροποίησης» από την κυβέρνηση και τους Αμερικανούς, αλλά στην πραγματικότητα υπηρετούν τους σχεδιασμούς «ενεργειακής κυριαρχίας» της Ουάσιγκτον, τα κέρδη των επιχειρηματικών ομίλων της Ενέργειας και των εφοπλιστών που τη μεταφέρουν.
Για το μέλλον του Κάθετου Διαδρόμου, τον οποίο ως πρέσβης αποκαλούσε το «όνειρο των ΗΠΑ» στη περιοχή, σημείωσε πως θα είναι βιώσιμος εφόσον επιλυθούν «ορισμένα εμπορικά ζητήματα», επιρρίπτοντας ευθύνες προς την πλευρά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Πρόσθεσε δε ότι «θα ήταν μεγάλο λάθος να δούμε τον Κάθετο Διάδρομο μόνο ως έργο φυσικού αερίου. Αφορά τη στρατηγική διασυνδεσιμότητα και τα δεδομένα», δείχνοντας την αξιοποίηση της Ενέργειας ως όπλου στους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς και πολέμους, στην προκειμένη περίπτωση απέναντι στη Ρωσία.
Ο Πάιατ δεν περιορίστηκε στην Ενέργεια. Πρόσθεσε πως η αναβαθμισμένη θέση της χώρας στους σχεδιασμούς των ΑμερικανοΝΑΤΟικών έχει αλλάξει την αντίληψη για τον «στρατηγικό της ρόλο». «Πέρα από τον ρόλο των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων υπάρχουν και η ήπια ισχύς της Ελλάδας στη Μέση Ανατολή και στο Λεβάντε, ο ρόλος της Ορθόδοξης Εκκλησίας στο Λεβάντε, οι σχέσεις που έχει η κυβέρνηση με τα ΗΑΕ, το Κατάρ και τη Σαουδική Αραβία, οι συζητήσεις για τον διάδρομο IMEC, ο στρατηγικός ρόλος της Σούδας, που αποτελεί κρίσιμο κόμβο για επιχειρήσεις ασφαλείας στη Μέση Ανατολή», είπε ο Πάιατ, για να κλείσει σημειώνοντας με νόημα ότι «υπάρχουν πολύ περισσότερα που μπορεί να κάνει η Ελλάδα».
Στην ίδια γραμμή, ο Ντιν Ποπς, πρώην αναπληρωτής υπουργός Στρατού των ΗΠΑ, μιλώντας επίσης στο «Βήμα» κάλεσε την Ελλάδα «να ενσωματώνει πιο ουσιαστικά τις χερσαίες της δυνάμεις σε ό,τι κάνουν οι ΗΠΑ στην Ευρώπη». Με αφορμή μάλιστα την εσπευσμένη μετακίνηση του αεροπλανοφόρου «USS Gerald R. Ford» από τη Σούδα στην Κροατία, απαίτησε ουσιαστικά «αλλαγή νοοτροπίας», καταγγέλλοντας τις λαϊκές αντιδράσεις απέναντι στην πολεμική μηχανή των ΗΠΑ.
Είπε συγκεκριμένα: «Θα αναφέρω ένα περιστατικό. Το "USS Gerald Ford" βρέθηκε στη Σούδα, αλλά λόγω διαδηλώσεων εκτιμήθηκε ότι δεν μπορούσε να δώσει άδεια εξόδου στο πλήρωμά του, με αποτέλεσμα να μετακινηθεί στην Κροατία. Ντροπή! Δεν είναι δυνατόν η ισχυρότερη ναυτική πλατφόρμα των ΗΠΑ να μην μπορεί να παραμείνει στην Ελλάδα με ασφάλεια. Αυτό δείχνει ότι απαιτείται μια βαθύτερη αλλαγή νοοτροπίας».
Οι προκλήσεις αυτές συνοδεύτηκαν από πιέσεις για ανασυγκρότηση της ελληνικής «αμυντικής» βιομηχανίας, για την πιο ενεργή συμμετοχή της σε στρατιωτικές αποστολές και ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις.
Ο Ποπς περιέγραψε τη στρατηγική της αμερικανικής κυβέρνησης σε Ιράν, Βενεζουέλα και Κούβα ως πιόνια που μετακινούνται «για να αλλάξει η παγκόσμια τάξη, χρησιμοποιώντας την Ενέργεια σαν τη βασίλισσα στη σκακιέρα». Σε αυτό το πλαίσιο, πέρα από τη βαθύτερη ενσωμάτωση των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων στους σχεδιασμούς των ΗΠΑ, πρόσθεσε πως «η Ελλάδα οφείλει να αποδείξει ότι είναι διατεθειμένη να ανασυγκροτήσει τη δική της αμυντική βιομηχανία. Δεν είναι λογικό μια χώρα που βρίσκεται σε μια τόσο ευαίσθητη περιοχή να μην παράγει ούτε καν βασικό ελαφρύ οπλισμό. Η Ελλάδα δεν μπορεί να αξιώνει στρατηγικό ρόλο χωρίς να προχωρά στις αντίστοιχες επιλογές».
Αλλα δημοσιεύματα φωτίζουν πλευρές των αντιθέσεων στο εσωτερικό του ευρωατλαντικού στρατοπέδου. Γράφεται για παράδειγμα ότι η απόκλιση συμφερόντων μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης δημιουργεί νέα διλήμματα για την ελληνική αστική τάξη, καθώς δοκιμάζεται ολοένα και περισσότερο η μέχρι τώρα «ισορροπία» του «ανήκομεν στη Δύση».
Αναφέρεται συγκεκριμένα: «Η Ελλάδα θα βρεθεί σε πολύ δύσκολη θέση, γιατί μέχρι τώρα το "ανήκομεν στη Δύση" σήμαινε ότι και οι δύο πλευρές της Δύσης ήταν στην ίδια σελίδα. Αρα η Ελλάδα πατούσε σε δύο βάρκες. Στο μέτρο που αυτές οι δύο βάρκες χωρίζουν, η Ελλάδα (σ.σ. η αστική τάξη) αρχίζει να έχει διλήμματα για το πού θα ρίξει το βάρος. Η Ευρώπη αποτελεί εναλλακτική και στις ΗΠΑ μετά το τραύμα του 1974, αλλά, από την άλλη, στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου κυριαρχούν οι ΗΠΑ. Συνεπώς, η απόφαση της Ελλάδας για το πού θα ρίξει το βάρος θα είναι οδυνηρή»...