Τρίτη 15 Ιούνη 2021
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σελίδα 19
21ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΚΚΕ ΠΡΟΣΥΝΕΔΡΙΑΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ
Προβληματισμοί και σκέψεις

Οι θέσεις του 21ου Συνεδρίου του ΚΚΕ, για όσους σταθερά βρισκόμαστε συστρατευμένοι μαζί του και σταθερά παρακολουθούμε τη δράση και την πορεία του, αποτυπώνουν σημαντικό προβληματισμό, σε σχέση με τον τρόπο λειτουργίας των οργάνων του, στην κατεύθυνση της κριτικής και αυτοκριτικής. Με αφορμή το πρώτο τευχίδιο των θέσεων του προσυνεδριακού διαλόγου και από τη θέση του φίλου και οπαδού του ΚΚΕ, θα ήθελα να προσθέσω στις επεξεργασίες του 21ου Συνεδρίου τις παρακάτω σκέψεις και προβληματισμούς.

Για τη δουλειά των ΚΟΒ

Ενα ζήτημα, σχετικά με το επίπεδο της πολιτικής δουλειάς στις ΚΟΒ είναι αυτό της τυποποίησης. Υπάρχουν περιπτώσεις, που η πολιτική και ιδεολογική παρέμβαση στο κίνημα και τους φίλους του Κόμματος εξαντλείται σε πρακτικά ζητήματα («Ριζοσπάστης», οικονομική εξόρμηση κ.τ.λ.) και δεν επιδιώκεται ο ουσιαστικός διάλογος, η πολιτική συζήτηση και η ζωντανή επαφή. Αποτέλεσμα αυτού αποτελεί το φαινόμενο της μη εξειδίκευσης της πολιτικής γραμμής του Κόμματος, σε ζητήματα των διαφόρων χώρων, τα οποία ωστόσο απασχολούν το κίνημα. Η τυποποίηση αυτή οδηγεί στη μη ανάληψη πρωτοβουλιών, για το «άνοιγμα» των πολιτικών θέσεων και τη δημιουργική υλοποίηση της στρατηγικής. Τα προβλήματα των διαφόρων χώρων πρέπει να τυγχάνουν επεξεργασίας και οι θέσεις του Κόμματος να εξειδικεύονται για την απάντησή τους. Ο «απομονωτισμός» που επέρχεται λόγω της τυποποίησης αποστερεί από τα μέλη των ΚΟΒ την εμπειρία και τη δυνατότητα διαμόρφωσης μιας ευρύτερης εικόνας για το κίνημα και τον κόσμο.

Αλλο ζήτημα είναι αυτό της ένταξης στην πολιτική δουλειά των ανθρώπων που έχουν επαφή με τις ΚΟΒ. Θεωρώ κομβικής σημασίας την ενσωμάτωση των κομματικών επιρροών του Κόμματος στο σχεδιασμό των Οργανώσεων και την ανάθεση σε αυτούς δικών τους χρεώσεων και δικού τους σχεδιασμού. Οταν το κίνημα δεν ενσωματώνεται, και μάλιστα δημιουργικά και ουσιαστικά στο σχεδιασμό των Οργανώσεων, η εμπειρία της πολιτικής δράσης δεν εμπλουτίζεται και δεν «ανοίγουν» νέες «δίοδοι», για την πολιτική δουλειά. Με απλά λόγια, δεν φτάνουμε σε χώρους που θα μπορούσαμε να φτάσουμε και δεν ερχόμαστε σε επαφή με τους ανθρώπους, πάνω στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν. Σε ορισμένες βεβαίως περιπτώσεις, γίνεται προσπάθεια για το παραπάνω, όμως και σε αυτές ελλοχεύει ξανά ο κίνδυνος της τυποποίησης, ήτοι η απλή ανάθεση μέρους του σχεδιασμού στον κόσμο.

Κλείνοντας, μέρος του προβληματισμού που θα ήθελα να παραθέσω αποτελεί και η πολιτική διαπαιδαγώγηση των φίλων του Κόμματος. Κατά τη γνώμη μου, αυτή θα έπρεπε να γίνεται συστηματικά και μέσα από τη διεξαγωγή ιδεολογικών και πολιτικών μαθημάτων, για τη θωράκιση του κινήματος. Η ποσοτική και ποιοτική δουλειά στο κίνημα θα συνεισφέρει και στην αντιμετώπιση άλλων προβλημάτων, όπως το φαινόμενο των υπερχρεωμένων στελεχών, της αποσπασματικής υλοποίησης αποφάσεων ή και της ολοκληρωτικής αδυναμίας υλοποίησής τους.

Για τη δουλειά των Τομέων

Το φαινόμενο της τυποποίησης των χρεώσεων και της μηχανιστικής υλοποίησης που περιγράφηκε παραπάνω δεν μπορεί να αποτελεί μεμονωμένο πρόβλημα. Τα τομεακά όργανα πρέπει πάντα να προσθέτουν στη διαδικασία της μεταφοράς πείρας και να ποιοτικοποιούν ή ποσοτικοποιούν τη δουλειά, ανάλογα με τη φύση της. Βασικός τους ρόλος πρέπει να αποτελεί η σύνθεση της εμπειρίας των ΚΟΒ, η καθοδήγηση και πλαισίωσή τους και η διαμόρφωση ενός ευρύτερου πλαισίου, το οποίο διαμορφώνει την τακτική. Χωρίς αυτή τη λειτουργία των Τομέων, η εικόνα που φτάνει στα επιτελικά όργανα του Κόμματος δεν είναι πλήρης, αφετέρου οι ΚΟΒ δυσκολεύονται να μετασχηματίσουν τη στρατηγική σε τακτική.

Αλλο σημείο προβληματισμού αποτελεί η παραγωγή ιδεολογικοπολιτικού υλικού από τους Τομείς. Ιδεολογικές αναλύσεις πάνω στα εξειδικευμένα ζητήματα που αντιμετωπίζει ένας Τομέας, κρίνω πως είναι απαραίτητες. Σε δεύτερο επίπεδο, οι Τομείς θα πρέπει να παράγουν επεξεργασίες πάνω σε ζητήματα ευθύνης τους. Για παράδειγμα, ο Τομέας Εκπαιδευτικών θα μπορούσε να επεξεργαστεί θέματα που αφορούν στη διδασκαλία και την εκπαίδευση, όπως η Ειδική Αγωγή, η Διδακτική της Ιστορίας κ.ά. Στο τελευταίο, σημαντικός παράγοντας αποτελεί και η συμπερίληψη επιστημόνων και ειδικών, για την παραγωγή επεξεργασιών, καθώς πολλές φορές τα τομεακά στελέχη μπορεί να μη διαθέτουν γνώσεις σε εξειδικευμένα ζητήματα.

Για τις κομματικές εκδόσεις

Το πρώτο μέρος των θέσεων αναφέρεται και στο ζήτημα της απουσίας ισχυρού μαρξιστικού ιδεολογικού υποβάθρου και ευρύτερου μορφωτικού και πολιτιστικού επιπέδου, στους νέους κομμουνιστές/τριες. Ως προς αυτό, ανάλογος προβληματισμός πρέπει να αναπτυχθεί και γύρω από την εκδοτική παραγωγή του Κόμματος, όπως επίσης και από το πώς αυτή απευθύνεται στα μέλη του Κόμματος, της ΚΝΕ και ευρύτερα.

Στο επίπεδο των κομματικών εκδόσεων, απουσιάζουν εκδόσεις μαρξιστικού επιστημονικού έργου, που ενσωματώνουν την υλιστική φιλοσοφία στις διάφορες επιστήμες, δηλαδή μαρξιστικά επιστημονικά βιβλία, για τον νέο επιστήμονα/σα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο κλάδος της Ιστορίας και Ιστοριογραφίας, όπου οι κομματικές εκδόσεις εξαντλούνται σχεδόν, στα βιβλία του Βίκτωρ Βαζιούλιν, ενώ ποτέ δεν έχουν τυπωθεί βιβλία του «πατέρα» του ιστορικού μαρξισμού, Μιχαήλ Ποκρόφσκι. Παράλληλα, το Κόμμα έχει αποδείξει ότι βρίσκεται σε θέση να παράξει πραγματικά αξιόλογα επιστημονικά έργα, όπως ο πρόσφατος τόμος για το 1821 και το τετράτομο Δοκίμιο Ιστορίας. Παραμένει λοιπόν απορίας άξιο πώς γίνεται σήμερα να συστήνεται το σχετικά μέτριο, εγχειρίδιο Πολιτικής Οικονομίας του Σεγκάλ, ενώ απουσιάζει από τα ράφια κάποιο βιβλίο του Αλεξάντερ Καντόροβιτς ή ένα ανάλογο επιστημονικό έργο, της ΚΕ του ΚΚΕ.

Κλείνοντας, πρόσθετο ζήτημα αποτελεί και αυτό του λογοτεχνικού βιβλίου και του πώς αυτό συστήνεται και μεταδίδεται από τον εκδοτικό μηχανισμό του Κόμματος. Η «Σύγχρονη Εποχή» έχει στο παρελθόν προχωρήσει σε εκδόσεις κλασικών έργων της παγκόσμιας λογοτεχνίας, οι οποίες δυστυχώς παραμένουν αναξιοποίητες. Ορισμένες από αυτές αποτελούν, δε, και τις μοναδικές ελληνικές μεταφράσεις των έργων. Ωστόσο, βιβλία όπως το λογοτεχνικό «διαμάντι» της Αννας Ζέγκερς, «Ιστορίες του χθες και του σήμερα», δεν βρίσκουν τη θέση τους στις βιβλιοπροτάσεις των κομματικών εντύπων και ιστοτόπων, είτε έχουν πια εξαντληθεί. Μιλώντας ωστόσο για το ευρύ μορφωτικό και πολιτιστικό επίπεδο που πρέπει ατομικά και κυρίως συλλογικά να κατακτηθεί, το κλασικό λογοτεχνικό βιβλίο πρέπει να βρεθεί ξανά στην «καρδιά» και των εκδόσεων της «Σύγχρονης Εποχής», αλλά και των βιβλιοπροτάσεών της, οι οποίες συνήθως περιορίζονται σημαντικά στο ιστορικό και πολιτικό βιβλίο.

Με βάση τους παραπάνω προβληματισμούς, σκέψεις και προτάσεις θα ήθελα να κλείσω με την προτροπή για άνοιγμα της ιδεολογικής και πρακτικής δουλειάς και παρέμβασης του Κόμματος, στο κίνημα, και με την ευρύτερη συμπερίληψη των ανθρώπων που το στηρίζουν και το εμπιστεύονται, γιατί υλοποιώ θέσεις και στρατηγική σημαίνει δημιουργώ και χτίζω, μαζί με τον λαό και το κίνημα.


Θεόφιλος Διαμάντης
Διδάκτωρ Ιστορίας


Κορυφή σελίδας

Διαβάστε στο «Ρ»

Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org