Την αίσθηση ότι οι ελιγμοί από ΗΠΑ και Ισραήλ δείχνουν πως επιδιώκεται ένας νέος πόλεμος μετέφερε χτες και ο πρόεδρος της ιρανικής Βουλής, Μοχάμεντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ, τονίζοντας: «Οι ελιγμοί του εχθρού, φανεροί και κρυφοί, δείχνουν ότι παρά την οικονομική και πολιτική πίεση δεν έχει εγκαταλείψει τους στρατιωτικούς του στόχους και επιδιώκει να πυροδοτήσει έναν νέο πόλεμο». Κάλεσε τις ιρανικές Ενοπλες Δυνάμεις να επιταχύνουν «τις προετοιμασίες για να ανταποκριθούν δυναμικά σε οποιαδήποτε νέα επίθεση», ενώ διαμήνυσε ότι «το Ιράν δεν θα ενδώσει ποτέ στον εκφοβισμό», ακόμα κι αν η Ουάσιγκτον «εξακολουθεί να ελπίζει στη συνθηκολόγηση του ιρανικού έθνους».
Από την ιρανική πλευρά ανακοινώθηκε επίσης ότι το τελευταίο 24ωρο διέσχισαν τα Στενά του Ορμούζ 26 πλοία, ανάμεσά τους πλοία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων και άλλα εμπορικά σκάφη.
Η Γαλλίδα υπουργός Αμυνας Κατρίν Βοτρέν δήλωσε πως οι γαλλικές αρχές δεν μπορούν να επιβεβαιώσουν με βεβαιότητα ότι έχουν τοποθετηθεί νάρκες στα Στενά του Ορμούζ, με αφορμή ρεπορτάζ αμερικανικών ΜΜΕ ότι έχουν εντοπιστεί τουλάχιστον 10 νάρκες στη θαλάσσια περιοχή. Η Βοτρέν τόνισε ακόμα ότι η Γαλλία διαθέτει ήδη ένα ναρκαλιευτικό πλοίο στη βάση της στο Τζιμπουτί.
Επίσης η Ιορδανία ανακοίνωσε χτες ότι κατέρριψε στρατιωτικό drone που εισήλθε στον ιορδανικό εναέριο χώρο, στη βόρεια περιοχή Τζέρας, χωρίς να υπάρξουν θύματα ή ζημιές.
Σε αυτήν τη διπλωματική κινητικότητα επιχείρησαν να συμβάλουν με τον δικό τους τρόπο και για τα δικά τους συμφέροντα οι ηγέτες της Ρωσίας, Βλ. Πούτιν, και της Κίνας, Σι Τζινπίνγκ. Σε κοινή ανακοίνωση που εξέδωσαν χτες επεσήμαναν πως συμφωνούν ότι οι επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν συνιστούν κατάφωρη παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου και των βασικών αρχών διεθνών σχέσεων και «υπονομεύουν τη σταθερότητα στη Μέση Ανατολή».
Οι δύο ηγέτες τόνισαν ακόμα την «ανάγκη οι πλευρές που εμπλέκονται στη σύγκρουση να επιστρέψουν στον διάλογο και στις διαπραγματεύσεις το συντομότερο δυνατόν, για να αποτρέψουν εξάπλωση της ζώνης σύγκρουσης».
Νωρίτερα ο Σι ζήτησε «άμεση και συνολική εκεχειρία» στο Ιράν, με την παρατήρηση ότι θα ήταν «ακόμα πιο απαράδεκτη» η επανέναρξη των συγκρούσεων.
Μετά από 8 απόπειρες, το βράδυ της Τρίτης η αμερικανική Γερουσία ενέκρινε τελικά σχέδιο απόφασης προς τον Τραμπ είτε να τερματίσει τον πόλεμο κατά του Ιράν είτε να ζητήσει τη γνωμοδότηση και εξουσιοδότηση του Κογκρέσου σε περίπτωση συνέχισής του.
Το κείμενο ψηφίστηκε με 50 ψήφους έναντι 47, αποτέλεσμα που κατέστη δυνατόν μετά την απόφαση 4 Ρεπουμπλικάνων γερουσιαστών να το υποστηρίξουν. Ανάμεσά τους ήταν και ο Μπιλ Κάσιντι, που μόλις είδε να χάνει στις προκριματικές εκλογές της Λουιζιάνα από υποψήφιο που είχε την υποστήριξη του Τραμπ...
Η λαϊκή αντίθεση στον πόλεμο δημιουργεί διεργασίες και στο αστικό πολιτικό σύστημα, ενώ στις τελευταίες δημοσκοπήσεις, όπως αυτή των «New York Times» και του «Siena College», το 64% των ερωτηθέντων δήλωσαν ότι η απόφαση της κυβέρνησης Τραμπ να εμπλακεί σε πόλεμο με το Ιράν ήταν λανθασμένη και μόλις το 30% ότι υποστηρίζουν τον πόλεμο των ΗΠΑ. Η πλειοψηφία εκφράζει δυσαρέσκεια για το οικονομικό κόστος που σχετίζεται με τον πόλεμο. Παράλληλα το 57% των ερωτηθέντων τάσσονται κατά της παροχής αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας στο Ισραήλ, ενώ το 37% την υποστηρίζουν.
Σε αυτό το φόντο εξελίξεων, ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ (FAO) προειδοποίησε χτες ότι το παρατεταμένο κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ υπάρχει κίνδυνος να προκαλέσει αγροδιατροφικό σοκ που μπορεί να πυροδοτήσει σοβαρή παγκόσμια κρίση στις τιμές των τροφίμων μέσα σε 6 έως 12 μήνες από σήμερα.
Για να αποτραπεί μια τέτοια εξέλιξη ο FAO συνιστά «να καθοριστούν εναλλακτικές εμπορικές διαδρομές, να επιδειχθεί μετριοπάθεια στους περιορισμούς των εξαγωγών, να προστατευτούν οι ροές της ανθρωπιστικής βοήθειας και να συγκεντρωθούν αποθέματα για να απορροφηθεί η αύξηση του κόστους μεταφοράς».