20 συμφωνίες υπέγραψαν Πούτιν και Σι, συνεχίζεται το παζάρι για τον αγωγό φυσικού αερίου «Σιβηρία 2»
Sputnik |
Την περασμένη βδομάδα βρέθηκε στο Πεκίνο για διήμερη επίσημη επίσκεψη ο Αμερικανός Πρόεδρος Ντ. Τραμπ. Καθώς ο Κινέζος Πρόεδρος Σι Τζιπίνγκ ετοιμαζόταν να υποδεχτεί τον Πούτιν, το κινεζικό υπουργείο Εμπορίου επιβεβαίωσε ότι η Κίνα θα αγοράσει 200 αεροσκάφη «Boeing» και θα επιδιώξει παράταση της εμπορικής συμφωνίας με τις ΗΠΑ που επιτεύχθηκε πέρυσι στην Κουάλα Λουμπούρ. Με βάση τα μέχρι τώρα στοιχεία, ο δασμολογικός συντελεστής διαμορφώθηκε στο 30%, αν και αφού το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ ακύρωσε μέρος των αυξήσεών του, ο συντελεστής μειώθηκε στο 21%.
Οι συνομιλίες Σι και Πούτιν ξεκίνησαν με μια μικρότερη «συνάντηση σε κλειστό σχήμα», στην οποία συμμετείχαν λιγότεροι αντιπρόσωποι για να συζητήσουν ευαίσθητα ζητήματα και έπειτα οι ηγέτες πραγματοποίησαν μια «συνάντηση ευρείας σύνθεσης» με τις αντιπροσωπείες τους.
Τον Πούτιν συνοδεύει πολυμελής αντιπροσωπεία υπουργών, επιχειρηματιών και αξιωματούχων, ανάμεσά τους η διοικήτρια της ρωσικής Κεντρικής Τράπεζας και οι επικεφαλής ενεργειακών κολοσσών («Gazprom», «Rosneft»).
Ο υπουργός Εξωτερικών της Κίνας, Γουάνγκ Γι, ο οποίος υποδέχτηκε τον Πούτιν κατά την άφιξή του στο Πεκίνο το βράδυ της Τρίτης, είχε επίσης προγραμματισμένες συνομιλίες με τον Ρώσο ομόλογό του, Σ. Λαβρόφ.
Στη συνέχεια Σι και Πούτιν παρευρέθηκαν σε τελετή υπογραφής πολυάριθμων εγγράφων που καλύπτουν το Εμπόριο, την Τεχνολογία, την Τεχνητή Νοημοσύνη, την Επιστημονική Ερευνα και την Πνευματική Ιδιοκτησία. Μεταξύ των εγγράφων - σύμφωνα με τα κινεζικά ΜΜΕ - ήταν μια επέκταση της «συνθήκης καλής γειτονίας και φιλικής συνεργασίας Κίνας - Ρωσίας», η οποία υπογράφηκε για πρώτη φορά πριν 25 χρόνια. Ξεχωρίζει η κοινή δήλωση για την «ενίσχυση της στρατηγικής συνεργασίας», αλλά και η διακήρυξη υπέρ ενός υποτιθέμενου «πολυπολικού κόσμου».
Η συνάντηση και οι δηλώσεις των δύο ηγετών αντικατοπτρίζουν τη διαπάλη ΗΠΑ - Κίνας για την πρωτοκαθεδρία στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα, αλλά και τον συντονισμό που επιδιώκουν Ρωσία και Κίνα στο πλαίσιο του υπό διαμόρφωση ευρασιατικού στρατοπέδου απέναντι στο ευρωατλαντικό.
Καθόλου τυχαία, ο Σι έκανε λόγο για έναν κόσμο όπου «η μονομερής ηγεμονία και ο εκφοβισμός επεκτείνονται», αναφερόμενος έμμεσα στις ΗΠΑ, και προσπάθησε να παρουσιάσει την Κίνα ως βασικό φορέα ενός «πιο δίκαιου συστήματος παγκόσμιας διακυβέρνησης». Στο ίδιο πλαίσιο, αντιτάχθηκε στον «νόμο της ζούγκλας».
Αναφέρθηκε στην «ολοκληρωμένη εταιρική σχέση και στρατηγική συνεργασία» των δύο χωρών, και επεσήμανε ότι Κίνα και Ρωσία «ως μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και μεγάλες παγκόσμιες δυνάμεις» θα πρέπει «ενόψει των μακροπρόθεσμων συμφερόντων τους να επιτύχουν εθνική αναζωογόνηση, με ολοκληρωμένο στρατηγικό συντονισμό υψηλότερης ποιότητας».
Εξάλλου ο Πούτιν φρόντισε να τονίσει πως η Μόσχα και το Πεκίνο «θα συνεχίσουν να υποστηρίζουν κοινές θέσεις σε διεθνή φόρουμ όπως το G20, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου,η Παγκόσμια Τράπεζα, το ΔΝΤ και η Νέα Τράπεζα Ανάπτυξης».
Επιπλέον θα προωθήσουν «την ευθυγράμμιση των ολοκληρωμένων διαδικασιών εντός της Ευρασιατικής Οικονομικής Ενωσης και της κινεζικής πρωτοβουλίας "Μία Ζώνη, Ενας Δρόμος", με την προοπτική της διαμόρφωσης μιας ευρύτερης ευρασιατικής εταιρικής σχέσης», συνέχισε ο Ρώσος ηγέτης.
Ο Πούτιν σημείωσε ακόμα ότι οι σχέσεις Ρωσίας - Κίνας έχουν ανέλθει «σε άνευ προηγουμένου υψηλά επίπεδα», υπογραμμίζοντας πως το διμερές εμπόριο και η ενεργειακή συνεργασία προστατεύονται από «εξωτερικές πιέσεις και αρνητικές τάσεις στις παγκόσμιες αγορές», δηλαδή από τους δασμούς των ΗΠΑ, τις «δυτικές» κυρώσεις κ.ά. Πρόσθεσε δε ότι η Ρωσία είναι έτοιμη να συνεχίσει «αδιάλειπτα» τις προμήθειες πετρελαίου και φυσικού αερίου προς την Κίνα.
Από την πλευρά του ο Σι απέφυγε τις υπερβολές στη ρητορική, κάνοντας λόγο για «το υψηλότερο επίπεδο συνολικής στρατηγικής συνεργασίας» και για μια σχέση που εισέρχεται «σε νέα φάση ταχύτερης ανάπτυξης», και επέμεινε ότι οι δύο χώρες πρέπει να αποτελέσουν «στρατηγικά οχυρά η μία για την άλλη».
Κατά τ' άλλα οι αντιθέσεις παραμένουν, και ιδιαίτερα μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία οι σχέσεις των δύο ιμπεριαλιστικών δυνάμεων ναι μεν ενισχύθηκαν, αλλά παράλληλα μεγάλωσε και η εξάρτηση της Ρωσίας από την Κίνα. Η ρωσική οικονομία στηρίζεται πλέον σε μεγάλο βαθμό στα κινεζικά έσοδα, αλλά και στην πρόσβαση σε κινεζική τεχνολογία και χρηματοδότηση.
Στην κορυφή της ατζέντας - ιδιαίτερα της Μόσχας - βρέθηκε για άλλη μια φορά η Ενέργεια, ειδικότερα ο νέος αγωγός φυσικού αερίου «Power of Siberia 2», για τη μεταφορά αερίου στην Κίνα μέσω Μογγολίας. Πρόκειται για σχέδιο που θα μπορούσε να μεταφέρει έως και 50 δισ. κυβικά μέτρα φυσικού αερίου ετησίως από τη Ρωσία στην Κίνα. Υπάρχει ήδη ένας αγωγός φυσικού αερίου από τη Ρωσία προς την Κίνα, ο «Power of Siberia», που μεταφέρει πάνω από 38 δισ. κυβικά μέτρα φυσικού αερίου ετησίως από την ανατολική Σιβηρία.
Για τη Μόσχα η συμφωνία είναι κρίσιμη. Μετά τη δραστική μείωση των εξαγωγών προς την Ευρώπη, η Κίνα έχει μετατραπεί στον μεγαλύτερο αγοραστή ρωσικού πετρελαίου και φυσικού αερίου. Επίσης ο αγωγός είναι κρίσιμος προκειμένου να αντικαταστήσει την ευρωπαϊκή αγορά με την ασιατική, ζήτημα που γίνεται πιο επιτακτικό μετά και την απόφαση της ΕΕ για πλήρη απαγόρευση των εισαγωγών ρωσικού αερίου το 2027.
Το Πεκίνο καθυστερεί την υπογραφή της συμφωνίας, παζαρεύοντας καλύτερους όρους και εξαιρετικά χαμηλές τιμές.
Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Ντμ. Πεσκόφ, ανακοίνωσε ότι υπάρχει γενική συμφωνία με την Κίνα σχετικά με τον αγωγό «Power of Siberia 2», αλλά πρέπει ακόμα να συμφωνηθούν οι λεπτομέρειες και δεν υπάρχουν σαφή χρονοδιαγράμματα.
Δεν υπήρξε καμία αναφορά σε συμφωνίες για πετρέλαιο και φυσικό αέριο στα έγγραφα που υπογράφηκαν κατά την επίσκεψη Πούτιν και δημοσιεύτηκαν από το Κρεμλίνο.
Σε στρατιωτικό επίπεδο δεν υπήρξε κάποια καινούργια συμφωνία, αλλά σε κοινή δήλωση αναφέρεται ότι Κίνα και Ρωσία «θα συνεχίσουν να ενισχύουν» τη συνεργασία και την εμπιστοσύνη μεταξύ των Ενόπλων Δυνάμεων των δύο χωρών, μεταξύ άλλων με κοινές ασκήσεις, αεροπορικές και θαλάσσιες περιπολίες.