Τους όρους αναβάθμισης των στρατιωτικών της σχέσεων με άλλες ισχυρές δυνάμεις του λεγόμενου «ισλαμικού κόσμου» μελετά η Αγκυρα, με φόντο τις ραγδαίες εξελίξεις σε όλη τη Μέση Ανατολή και αναδιατάξεις στον γεωπολιτικό χάρτη των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, ενώ φουντώνει η κόντρα ΗΠΑ - Κίνας για αύξηση της «επιρροής» τους στην περιοχή.
Ενδεικτικά είναι τα σχέδια που μελετά η τουρκική κυβέρνηση να ενταχθεί στο «σύμφωνο αμυντικής συνεργασίας» που υπέγραψαν τον Σεπτέμβρη Πακιστάν και Σαουδική Αραβία.
Τις προθέσεις αναθέρμανσης των σχέσεων Τουρκίας - Σαουδικής Αραβίας αναδεικνύει και η συνάντηση που έγινε την περασμένη βδομάδα για πρώτη φορά με θέμα τη συνεργασία και τον συντονισμό των δυνάμεων Πολεμικού Ναυτικού των δύο χωρών, στην έδρα του αρχηγείου των ναυτικών δυνάμεων της Τουρκίας στην Αγκυρα.
Αναφερόμενος στο ενδεχόμενο η Τουρκία να ενταχθεί στο σύμφωνο Πακιστάν - Σαουδικής Αραβίας, αναλυτής που συνεργάζεται με την τουρκική «δεξαμενή σκέψης» TEPAV σημείωσε στο «Bloomberg» ότι «η Σαουδική Αραβία προσφέρει οικονομική ισχύ, το Πακιστάν διαθέτει πυρηνικές δυνατότητες, βαλλιστικούς πυραύλους και ανθρώπινο δυναμικό, ενώ η Τουρκία έχει στρατιωτική εμπειρία και έχει αναπτύξει αμυντική βιομηχανία», για να προσθέσει: «Καθώς οι ΗΠΑ δίνουν προτεραιότητα στα δικά τους συμφέροντα και σε εκείνα του Ισραήλ στην περιοχή, οι μεταβαλλόμενες δυναμικές και οι επιπτώσεις από τις περιφερειακές συγκρούσεις ωθούν τις χώρες να αναπτύξουν νέους μηχανισμούς για να προσδιορίσουν φίλους και αντιπάλους».
Να σημειωθεί ότι σύμφωνα με επίσημη ανακοίνωση του Πακιστάν - το οποίο αποτελεί πυρηνική δύναμη - η συμφωνία που υπέγραψε με τη Σαουδική Αραβία «αντικατοπτρίζει την κοινή δέσμευση των δύο χωρών να ενισχύσουν την ασφάλειά τους και να συμβάλουν στην επίτευξη ασφάλειας και ειρήνης στη περιοχή τους και στον κόσμο». Διευκρινίζει δε πως η συμφωνία αποσκοπεί και στην ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος έναντι οποιασδήποτε μορφής επιθετικότητας, προβλέποντας ότι ενδεχόμενη επίθεση εναντίον είτε του Πακιστάν είτε της Σαουδικής Αραβίας «θα θεωρείται επίθεση εναντίον και των δύο χωρών».