Πρώην πρύτανης του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου
RIZOSPASTIS |
Οπως εξήγησε, «ο πλούτος στην Κύπρο συγκεντρώνεται προκλητικά στο πλουσιότερο 10% του πληθυσμού που κατέχει περίπου το 67%, δηλαδή τα δύο τρίτα του συνολικού πλούτου της χώρας, ενώ το πλουσιότερο 1% συγκεντρώνει το ένα τρίτο. (...)
Αυτή η εικόνα δεν αποτελεί σύμπτωση. Είναι το αποτέλεσμα ενός συστήματος, του καπιταλισμού, που επιτρέπει σε λίγους να καρπώνονται τον πλούτο που παράγουν οι πολλοί. (...) Και ενώ συμβαίνουν όλα αυτά, τεράστιοι πόροι διοχετεύονται στους εξοπλισμούς - όχι στην κοινωνική προστασία, όχι στην Υγεία, όχι στην Παιδεία. Ταυτόχρονα, η εμπλοκή στην πολεμική οικονομία της ΕΕ του "ReArmed" και του SAFE, και συνάμα η πορεία ΝΑΤΟποίησης της Κύπρου, δεν είναι άσχετες με αυτήν την πραγματικότητα, αντίθετα τη συμπληρώνουν».
Τόνισε ότι «η Κύπρος, όσο μικρή κι αν φαίνεται στον χάρτη, δεν είναι μια "ασήμαντη κουκκίδα". Είναι ένας κρίσιμος κόμβος. Ενα στρατηγικό ορμητήριο. Ενα κομβικό σημείο, όπου διασταυρώνονται τα συμφέροντα ισχυρών δυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή. (...)
Και οι ξένες στρατιωτικές βάσεις; Δεν είναι μια τεχνική λεπτομέρεια. Είναι η πιο απτή απόδειξη της εμπλοκής στον πόλεμο. Πρόκειται για βατήρες στρατιωτικών επιχειρήσεων. (...) Η ίδια η πραγματικότητα, άλλωστε, διαψεύδει το κυρίαρχο αφήγημα: Τα αντίποινα ενάντια στις βρετανικές βάσεις ανέδειξαν ότι αυτό που παρουσιάζεται με τη μάσκα της "προστασίας" δεν είναι τίποτα περισσότερο από διαρκή έκθεση σε κινδύνους. (...)
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η συζήτηση για το καθεστώς των βάσεων. Κυβέρνηση, αστικά κόμματα και κυρίαρχες ελίτ εμφανίζονται να υψώνουν τώρα δήθεν "κριτική στάση", επιστρατεύοντας ρητορική περί επαναδιαπραγμάτευσής τους.
Αλλά τι πραγματικά προτείνουν; Οχι την απομάκρυνση των βάσεων, όχι την απεμπλοκή, αλλά την αναπροσαρμογή τους. Την προσαρμογή τους στις ανάγκες νέων, πιο σύνθετων αμερικανοΝΑΤΟικών και ευρωενωσιακών σχεδιασμών. Αυτό δεν είναι "ρεαλισμός". Είναι προκλητική, συνειδητή συγκάλυψη της εμπλοκής. Είναι ένα πολιτικό άλλοθι - σαθρό στη λειτουργία του - που επιτρέπει τη διατήρηση των βάσεων με μια νέα μορφή, με μια νέα "αμφίεση". Και αυτή η επιλογή βαραίνει άμεσα και στο ίδιο το Κυπριακό ζήτημα, προωθώντας την παγίωση της διχοτόμησης, τη λύση δύο κρατών».
«Λένε ότι θα αλλάξει η κατάσταση προς όφελος του λαού όσο η Κύπρος θα μεγαλώνει ως ενεργειακός κόμβος. Τι συμβαίνει λοιπόν με τους υδρογονάνθρακες; Παρουσιάζονται ως ευκαιρία. Ως "εθνικός πλούτος". Ομως στην πραγματικότητα αποτελούν πεδίο σκληρού και βίαιου ανταγωνισμού ανάμεσα σε πολυεθνικές και ισχυρά κράτη. Επομένως, δεν αποτελούν πηγή ευημερίας. Απεναντίας, είναι μόνιμη πηγή εντάσεων, συγκρούσεων, διεκδικήσεων και ανασφάλειας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η κυπριακή αστική τάξη επιλέγει συνειδητά την πρόσδεση, την ευθυγράμμισή της με τα ευρωατλαντικά κέντρα. Δεν πρόκειται για κάποια "μοίρα". Είναι επιλογή, που σημαίνει εμπλοκή. Επιδιώκει αναβάθμιση, ρόλο, μερίδιο».
«Το τίμημα το πληρώνει η εργατική τάξη. Τα λαϊκά νοικοκυριά. Με εκμετάλλευση. Με λιτότητα. Με ανασφάλεια. Με πόλεμο στη γειτονιά μας. Με προσφυγιά και μετανάστευση για τους λαούς της περιοχής», επεσήμανε. Και κατέληξε: «Για όλους τους παραπάνω λόγους, λοιπόν, έχουν μεγάλη αξία οι θέσεις του ΚΚΕ και οι αγωνιστικές πρωτοβουλίες που παίρνουν και στην Κύπρο οι Οργανώσεις του Κόμματος και της ΚΝΕ».