Οι θέσεις της ΚΕ προσδιορίζουν ως κεντρικό θέμα του 22ου Συνεδρίου το κόμμα. Από τις πρώτες παραγράφους του κειμένου, υπογραμμίζεται η ανάγκη ταχύρρυθμου εναρμονισμού της λειτουργίας του και της κατάστασης των κομματικών δυνάμεων με βάση «το επαναστατικό του Πρόγραμμα και το Καταστατικό του», ώστε το ΚΚΕ «να είναι πραγματικά κόμμα "παντός καιρού", "κόμμα έτοιμο για όλα"».
Με δεδομένο ότι η ανάγκη μετασχηματισμού του ΚΚΕ σε «κόμμα παντός καιρού» αποτελεί πολιτική απόφαση του κόμματος από το 2013 και το 19ο Συνέδριο, το γεγονός της αναγνώρισης σχετικών καθυστερήσεων υποδηλώνει από την πλευρά της κομματικής καθοδήγησης, παρρησία που οφείλεται να αναγνωρίζεται. Η αυτοκριτική του καθοδηγητικού οργάνου επί του συγκεκριμένου ζητήματος σε συνδυασμό με την συνολικότερη πολιτική εμπειρία της περιόδου 2013-2025, μπορεί να αποτελέσει σημαντικό εφόδιο για την αντιμετώπιση σειράς αδυναμιών οι οποίες επισημαίνονται στις θέσεις.
Η διαλυτική κατάσταση στην οποία περιήλθε ο ΣΥΡΙΖΑ μετά τις εκλογές του 2023, μας καθιστά αυτόπτες μάρτυρες του καταληκτικού προορισμού ενός κόμματος που από φορέας υποδοχής της κοινωνικής δυσαρέσκειας μετεξελίχθηκε το 2012 σε κόμμα «ευκαιρίας», καθόλα χρήσιμο στην ελληνική αστική τάξη προκειμένου να ενσωματώσει την λαϊκή δυσαρέσκεια και να προσδώσει έρμα στη δική της αντιπαράθεση με τους κατά τα άλλα... «εταίρους» της στην ΕΕ. Το ίδιο χρονικό διάστημα, το ΚΚΕ δεν σταμάτησε να εξοπλίζεται ιδεολογικά με επεξεργασίες οι οποίες αναγνώριζαν με τόλμη αδυναμίες της στρατηγικής του σε κρίσιμες καμπές της ταξικής πάλης στη χώρα μας. Ο συγκερασμός της πρόσφατης και της παρελθούσας ιστορικής εμπειρίας, ως προς τις δυνατότητες φιλολαϊκής διεξόδου στο πλαίσιο της αστικής διακυβέρνησης και των νομοτελειών της ταξικής πάλης, αποτελεί πρόσφορο έδαφος για «επαναστατική δουλειά προετοιμασίας με προοπτική».
Πράγματι, όπως αναφέρεται στις θέσεις, «το ΚΚΕ δρα στην Ελλάδα, στην Ευρώπη, στην ευρύτερη περιοχή, σε συνθήκες πολύ δύσκολες, συνολικού αρνητικού συσχετισμού». Προκύπτει όμως ρητορικά το ερώτημα: αναιρείται, εξαιτίας του αρνητικού συσχετισμού, ο συνολικότερος χαρακτήρας της εποχής μας ως εποχής περάσματος στον σοσιαλισμό; Μήπως δεν ήταν αντίστοιχα αρνητικός ο συσχετισμός το 1939 (παραμονή έναρξης του Β' Παγκόσμιου Πόλεμου) ή το 1968, όταν πραγματοποιήθηκε η ανασυγκρότηση του ΚΚΕ και η ίδρυση της ΚΝΕ;
Σύμφωνα με τις επεξεργασίες του ΚΚΕ, ακόμη και η ίδια η παρουσία της ΕΣΣΔ στο διεθνές προσκήνιο, στη διάρκεια του 20ού αιώνα, δεν κατέστη από μόνη της ικανή συνθήκη για την καθοδήγηση του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος σε επαναστατική κατεύθυνση. Συνεπώς, κάθε αρνητικός συσχετισμός κάθε περιόδου είναι δόκιμο να εκτιμάται ακριβώς στη βάση της αντικειμενικότητάς του. Διαφορετικά, ελλοχεύει ο κίνδυνος της σχηματοποίησής του σε ιδιότυπο πολιτικό ανεμόμυλο που το ΚΚΕ θα κυνηγά δονκιχωτικά, όπως ακριβώς συνέβη και στην ίδια την ΕΣΣΔ.
Η συζήτηση για την ύστερη περίοδο της ΕΣΣΔ και του ΚΚΣΕ, στο πλαίσιο της έκδοσης του σχετικού με την περίοδο Δοκιμίου Ιστορίας του ΚΚΕ, θα παράσχει την ευκαιρία για περαιτέρω ανάπτυξη σχετικών επεξεργασιών. Ωστόσο, ήδη σε κομματικά κείμενα επισημαίνεται η ύπαρξη αδυναμιών στη διαδικασία εμβάθυνσης των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής οι οποίες στο έδαφος: α) της μη επίλυσης οικονομικών προβλημάτων -όπως π.χ. ζητήματα που σχετίζονταν με τον νόμο της αξίας και τον μηχανισμό παραγωγής και διανομής του κοινωνικού προϊόντος- και β) ενός διεθνώς αρνητικού συσχετισμού, άνοιξαν τον δρόμο της αναζήτησης λύσεων προς την κατεύθυνση της οικονομίας της αγοράς, οδηγώντας μακροπρόθεσμα σε φαινόμενα πολιτικού εκφυλισμού στο ανώτερο επίπεδο καθοδήγησης του ΚΚΣΕ και, τελικά, στην αυτοδιάλυση του τελευταίου και της ΕΣΣΔ.
Συνολικότερα, το ΚΚΕ έχει τη δυνατότητα συνέχισης και επέκτασης της υφιστάμενης διαδικασίας εξαγωγής ουσιαστικών συμπερασμάτων σχετικά με τις νομοτέλειες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και της αντιπαραβολής των τελευταίων με τις νομοτέλειες της καπιταλιστικής παραγωγής (ανάπτυξη-ύφεση-κρίση-καταστροφή κεφαλαίου). Ο συνδυασμός των σχετικών διεργασιών με τις τρέχουσες εξελίξεις, στη βάση της πρωτοβουλίας εμβάθυνσης της καθοδηγητικής δουλειάς σε επαναστατική κατεύθυνση, είναι δυνατόν να συνεισφέρει αποφασιστικά στην προσπάθεια ριζοσπαστικοποίησης και ξεριζώματος από τις συνειδήσεις εργατικών-λαϊκών στρωμάτων αφοριστικών αποφάνσεων αναφορικά με το τι πραγματικά «δοκιμάστηκε και απέτυχε» ή το τι «γίνεται» και τι «δεν γίνεται», ιδιαίτερα σε μια περίοδο πρωτοφανούς τεχνολογικής ανάπτυξης ικανής να μετατεθεί από την υπηρεσία της κερδοφορίας του κεφαλαίου στην εξυπηρέτηση των ανθρώπινων αναγκών.
Για παράδειγμα, δεν αποτελεί μυστικό ότι το ΚΚΕ διαχρονικά αντιπαλεύει τη ΝΑΤΟική παρέμβαση στη χώρα μας και στην ευρύτερη περιοχή. Το 2018, με αφορμή την τότε συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Β. Μακεδονίας, εν μέσω αρνητικού συσχετισμού, ανέδειξε με ένταση τη ΝΑΤΟική διάσταση της συγκεκριμένης διευθέτησης. Οσα διαδραματίζονται στην Ουκρανία τα τελευταία χρόνια, δεν αποτελούν τραγική επιβεβαίωση των θέσεων του ΚΚΕ για τον πολεμικό χαρακτήρα της εν λόγω ιμπεριαλιστικής συμμαχίας; Δεν αποδεικνύουν ότι δεν απομένει άλλη διέξοδος για την επιβίωση του λαϊκού παράγοντα από εκείνη της ανατροπής της αστικής τάξης στις χώρες τους; Οι νεκροί που επιστρέφουν από τα πεδία των μαχών δεν αποτελούν επαρκής παρακίνηση ώστε τα εργατικά - λαϊκά στρώματα να οδηγήσουν τις εξελίξεις σε κατεύθυνση ρήξης; `Η μήπως, αντίθετα, θα πρέπει να ...«αντέχουν» να αντικρίζουν φέρετρα επειδή θα τα τυλίγει η σημαία;
Συμπερασματικά, είναι πολύ θετικό και επίκαιρο ότι η ΚΕ του κόμματος αποφάσισε να κινηθεί σε τροχιά σύγκρουσης με «αδυναμίες, κενά και ελλείψεις» που τολμηρά διαπιστώνει, φέρνοντας στο επίκεντρο της προσοχής το ζήτημα του «πώς κατακτιέται στην πράξη και μέσα στην κομματική λειτουργία ο πρωτοπόρος, επαναστατικός χαρακτήρας του Κόμματος». Αλλωστε, μικροαστισμό δεν συνιστά μόνο η ανυπομονησία για επαναστατικές εξελίξεις αλλά και η καρτερική υπομονή και αναμονή της ωρίμανσης του υποκειμενικού παράγοντα χωρίς την παρέμβαση των κομμουνιστικών δυνάμεων σε ανάλογη κατεύθυνση.
Στο προαναφερόμενο πλαίσιο, θα είναι εξίσου ωφέλιμο το Συνέδριο να συγκεκριμενοποιήσει περαιτέρω τις δράσεις τις οποίες εκτιμά ως αναγκαίες για την επιτυχή υλοποίηση του απαιτητικού καθήκοντος το οποίο αναλαμβάνει. Μια τέτοια πρόβλεψη θα διευκόλυνε μελλοντικά και τη διαδικασία απολογισμού των δράσεων οι οποίες θα αποφασιστούν, αλλά και τον (επανα)σχεδιασμό των τελευταίων, εφόσον φυσικά κάτι τέτοιο κριθεί αναγκαίο.