Συμφωνώ με τις Θέσεις της ΚΕ του Κόμματος μπροστά στο 22ο Συνέδριο, που ορθά επικεντρώνουν γύρω από το ίδιο το Κόμμα, την οργανωτική λειτουργία του, την αναλογία της καθημερινής δράσης και ετοιμότητας των ΚΟ με την προγραμματική αντίληψη, με τη στρατηγική μας.
Κρατώντας την πείρα από όλη τη δράση των προηγούμενων χρόνων, τα βήματα που έχουμε μετρήσει, αξιολογώντας και συζητώντας στη βάση της περαιτέρω βελτίωσης και ενίσχυσής τους, παράλληλα με την ενσωμάτωση των θέσεων και των εκτιμήσεών μας.
Σε αυτήν τη βάση, ένα πρώτο ζήτημα είναι αυτό της ενιαίας ολόπλευρης ιδεολογικής - πολιτικής - οργανωτικής ισχυροποίησης στις σημερινές συνθήκες και της διαμόρφωσης ενιαίας αντίληψης στο σύνολο του κομματικού δυναμικού. Ζήτημα που συνδέεται άρρηκτα με την ανάπτυξη της πολιτικής δράσης και ισχυροποίησης των ΚΟ, ταυτόχρονα με την προσπάθεια αναβάθμισης της εσωοργανωτικής λειτουργίας της κάθε ΚΟΒ και την εκπλήρωση του ρόλου μας ως ηγέτες της εργατικής - λαϊκής πάλης και οργάνωσης.
Μπορούμε να εκτιμήσουμε πως έγιναν βήματα σε αυτήν την κατεύθυνση από το προηγούμενο Συνέδριο, όπως φάνηκε και σε σταθμούς του προηγούμενου διαστήματος (Τέμπη, νομοσχέδιο για το 13ωρο, πολεμικές συγκρούσεις στην ευρύτερη περιοχή και εμπλοκή της χώρας) όπου συνολικά δείξαμε άμεσα αντανακλαστικά, οξύναμε την αντιπαράθεση, έγινε προσπάθεια ανάδειξης των πραγματικών αιτίων.
Το επόμενο διάστημα είναι επιτακτικό καθήκον να αναλογιστούμε πώς θα σταθούμε, θα δρούμε ακόμη πιο αποφασιστικά. Στο κατά πόσο μέρα με τη μέρα θα μετράμε βήματα στο να γίνονται ολοένα και περισσότερο κτήμα, μέρος της ζωής και δράσης της Οργάνωσής μας, του καθενός μας, όσα συζητάμε και αποφασίζουμε. Για να εντάσσονται επί του πρακτέου στην καθημερινή δράση, δίνοντας ώθηση στον σχεδιασμό για πιο διευρυμένη και διεισδυτική παρέμβαση στην εργατική τάξη.
Από αυτήν τη σκοπιά, αν και στην πλειονότητα του κομματικού δυναμικού παρουσιάζεται ιδεολογική - πολιτική συμφωνία με τις αποφάσεις και τις επεξεργασίες του Κόμματος (όπως επισημαίνεται και στις Θέσεις), χρειάζεται να επιμείνουμε παραπάνω στο να υπάρχει επίσης ενιαία αντίληψη ως προς τις συνθήκες που δρούμε και καλούμαστε να παρέμβουμε, αλλά και στα επιπρόσθετα καθήκοντα που προκύπτουν σήμερα.
Λαμβάνοντας υπόψη την όξυνση των αντιθέσεων καπιταλιστικών κρατών, τμημάτων της αστικής τάξης, που αντανακλώνται στο αστικό πολιτικό σύστημα, εγχώρια και διεθνώς, τους τριγμούς και τις δυσκολίες αστικής διαχείρισης, τα νέα διλήμματα που καλλιεργούνται αλλά και τους όρους που μπορεί να δημιουργηθούν. Να μετρήσουμε βήματα στο πώς εκτιμάμε αυτά τα στοιχεία, τα αξιοποιούμε περαιτέρω στην αντιπαράθεση και την παρέμβασή μας, όχι μόνο σε επίπεδο κεντρικών αποφάσεων, αλλά πώς εντάσσονται στην καθημερινή ζωή και δράση της κάθε ΚΟΒ.
Παραδείγματος χάρη, την πλατιά λαϊκή δυσαρέσκεια που εκφράστηκε στην απεργία στις 28/2 πώς την αξιοποιήσαμε ο καθένας στο έπακρο για να αποδείξουμε τον ρόλο που επιτελεί το αστικό κράτος, για το τι σημαίνει κράτος, για την ανάδειξη της επικαιρότητας και αναγκαιότητας στις σημερινές συνθήκες να υπάρξει μια ριζική αλλαγή εξουσίας με γνώμονα τις λαϊκές ανάγκες.
Αντίστοιχα, στα μέτωπα των πολεμικών συγκρούσεων και των αστικών αντιθέσεων που εκφράζονται, πόσο επικεντρώσαμε με κάθε άνθρωπο που συνομιλήσαμε στο τι σημαίνει πόλεμος στον καπιταλισμό, ποια συμφέροντα αντιτίθενται, ποια είναι η πραγματική υπεράσπιση προς όφελος της εργατικής τάξης.
Οπως επισημαίνεται στις Θέσεις, το καθήκον και τον στόχο της διεύρυνσης της κομματικής οικοδόμησης χρειάζεται να το αντιμετωπίζουμε ως ένα πολυπαραγοντικό ζήτημα, με ποσοτικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά. Σε αυτήν τη βάση, θεωρώ, αναλογιζόμενοι τον χαρακτήρα της εποχής που ζούμε και δρούμε, χρειάζεται να γίνει παραπάνω αντιληπτή η βαρύτητα της παρέμβασής μας σήμερα.
Συνεπώς, οφείλει να μας προβληματίσει πώς ακόμη περισσότερο θα ξεπεραστούν στοιχεία «παλιών συνηθειών», αποσπασματικότητας ή αναβλητικότητας στην παρέμβασή μας και στον σχεδιασμό της κάθε Οργάνωσης. Αναλογιζόμενοι επίσης τους παλιούς και νέους μηχανισμούς χειραγώγησης και εγκλωβισμού της λαϊκής δυσαρέσκειας, που συνεχώς επιστρατεύονται.
Είναι κύριο να επιμείνουμε πως από κάθε ατομική συζήτηση ή σύσκεψη δεν θα αρκούμαστε σε μια περιγραφή της κατάστασης, ίσως εντείνοντας άθελά μας την ήδη υπάρχουσα μοιρολατρία. Αλλά θα επικεντρώνουμε στο να αναδεικνύονται οι ταξικές αντιθέσεις, προβάλλοντας την επικαιρότητα και την αναγκαιότητα του σοσιαλισμού.
Για παράδειγμα, επιμένοντας στην ενίσχυση της παρέμβασης σε κόσμο με διαφορετική αφετηρία, που μπορεί να μην εκφράζει αυτήν τη στιγμή πολιτική συμφωνία με το Κόμμα, που πιθανώς να μην έχει πείρα από τη δράση στο κίνημα ή έχει απογοητευτεί από παλαιότερες επιλογές του. Είναι στοίχημα το πώς την παραμικρή αμφισβήτηση του καθενός είμαστε ικανοί να την ενισχύουμε, να τη γιγαντώνουμε, να την καθοδηγούμε, να την αποσπάμε από τα αστικά διλήμματα.
Φυσικά, χωρίς να υποτιμάται το πώς όλα τα κυρίαρχα ιδεολογήματα μπορούν να επηρεάζουν και μέρη του κομματικού δυναμικού. Παραδείγματος χάριν, προσεγγίσεις που οδηγούν στην απόσπαση της στρατηγικής από την καθημερινή πάλη στον βωμό του δήθεν άμεσου αποτελέσματος, της αναποτελεσματικότητας των αγώνων με μόνο κριτήριο αν κάποιο αίτημα ικανοποιήθηκε, των υποτιθέμενων ρεαλιστικών λύσεων μέσα στα πλαίσια του καπιταλισμού κ.λπ. Χρειάζεται συνεχής μέριμνα των καθοδηγητικών οργάνων και προσωπικά του κάθε μέλους του Κόμματος, να μην επιτρέπουμε σε τέτοιες πλευρές, απόψεις να μας «διαπερνούν» ή να επηρεάζουν την ολόπλευρη παρέμβασή μας.
Αξιοποιώντας τη συνολική πείρα του Κόμματος από πληθώρα χώρων δουλειάς, γειτονιών κ.λπ., να επιμένουμε, ακόμα κι αν μειοψηφούμε σε επίπεδο συσχετισμών σε ένα σωματείο / φορέα περιοχής, παλεύοντας να πρωτοστατούμε ιδεολογικά, πολιτικά. Εντοπίζοντας τι απασχολεί, ανοίγοντας ολόπλευρα την αντιπαράθεση, αποκτώντας πρωτοβουλία κινήσεων, συντελώντας στην οικοδόμηση στον εκάστοτε χώρο ευθύνης μας. Μόνο έτσι μπορούμε να πούμε ότι θα μετρήσουμε περαιτέρω βήματα στο βάθεμα ταξικής συνείδησης και προβολής της αναγκαιότητας καθημερινής δράσης.
Σε αυτήν την ικανότητα τίθεται ως πρωτεύον η ιδεολογική δουλειά, κρίνοντας το πώς θέτουμε και ανοίγουμε συνολικά όλη τη βεντάλια των ζητημάτων και πώς διασφαλίζουμε τον καθημερινό εξοπλισμό μας, την ιδεολογικοπολιτική μας θωράκιση.
Το γεγονός ότι ο «Ριζοσπάστης» σε πολλές περιπτώσεις δεν έχει γίνει κρίκος για τη συνολική αναβάθμιση της καθημερινής καθοδηγητικής δουλειάς με τον περίγυρό μας είναι θέμα που δεν θέλει υποτίμηση. Τα επίπεδα διακίνησης, που ανεβοκατεβαίνουν, αντανακλούν ακριβώς τον χαμηλό βαθμό ειδικής ιδεολογικής δουλειάς και μη μέριμνας του καθενός μας, και δεν συνάδουν με τον ρόλο που καλούμαστε να επιτελέσουμε στις σημερινές συνθήκες.
Αντίστοιχα, πρέπει να απασχολήσει το πόσο συνεισφέρουμε στο «γείωμα» στον κάθε χώρο μιας απόφασης που έχει πιο γενικό χαρακτήρα, ώστε να συμβάλλουμε στη διαμόρφωση, στον εμπλουτισμό μιας κατεύθυνσης και με την πείρα της κάθε Οργάνωσης. Το τι πείρα έρχεται από τον διευρυμένο περίγυρο από έναν αγώνα που έγινε, πόσο συμβάλαμε στο να αναδείξουμε τη δύναμη της ταξικής πάλης, τα αντικειμενικά όρια των διεκδικήσεων στο πλαίσιο του καπιταλισμού, την ανάγκη να δυναμώνει η πάλη και να κατευθύνεται στην ανατροπή του, τι σημαίνει νίκη από τη σκοπιά της εργατικής τάξης, ποιες προϋποθέσεις υπάρχουν γι' αυτό σήμερα.
Στοχεύοντας κάθε συζήτηση να αποτελεί εφαλτήριο να εγείρουμε προβληματισμό με γνώμονα το Πρόγραμμα του Κόμματος, ιδιαίτερα ως προς το τι παλεύουμε, με ποιον στόχο και τι προϋποθέσεις.