Κατά τον αρχικό έλεγχο που έγινε την Κυριακή όλοι ήταν ασυμπτωματικοί, ενώ δεν ανιχνεύτηκε κάποιο άτομο θετικό. Ομως ένας Γάλλος επιβάτης παρουσίασε συμπτώματα αργότερα, κατά τη διάρκεια της πτήσης επαναπατρισμού του. Οπως δήλωσε μάλιστα η Γαλλίδα υπουργός Υγείας Στεφανί Ριστ, η κατάσταση της υγείας του «δυστυχώς επιδεινώθηκε τη νύχτα».
Από τη μεριά του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) εκπρόσωποί του ανέφεραν ότι συνιστάται στις χώρες προέλευσης των επιβατών «να εφαρμόσουν ενεργή παρακολούθηση και παρακολούθηση συνέχειας, που σημαίνει καθημερινούς υγειονομικούς ελέγχους, είτε στο σπίτι είτε σε εξειδικευμένη εγκατάσταση». Ωστόσο, πρόσθεσαν, «αφήνουμε στις ίδιες τις χώρες να αναπτύξουν τις δικές τους πολιτικές».
Σύμφωνα με την ιστοσελίδα του ΠΟΥ, «οι λοιμώξεις από τον ιό Hantavirus (χανταϊός) είναι σχετικά ασυνήθιστες παγκοσμίως, αλλά σχετίζονται με ποσοστό θνησιμότητας 1% - 15% στην Ασία και στην Ευρώπη και έως και 50% στην Αμερική. Σε παγκόσμιο επίπεδο εκτιμάται ότι 10.000 έως πάνω από 100.000 μολύνσεις συμβαίνουν κάθε χρόνο, με τη μεγαλύτερη επιβάρυνση στην Ασία και στην Ευρώπη».
Στη Βρετανία οι αρχές δήλωσαν ότι οι επιβάτες θα νοσηλευτούν για 72 ώρες καραντίνας και στη συνέχεια θα ακολουθήσουν 6 βδομάδες αυτοαπομόνωσης.
Στις ΗΠΑ το ΥΠΕΞ ανακοίνωσε χτες ότι «ένας επιβάτης παρουσιάζει αυτήν τη στιγμή ήπια συμπτώματα και ένας άλλος διαπιστώθηκε πως είναι ελαφρά θετικός».
Σε απομόνωση σε θάλαμο αρνητικής πίεσης στο «Αττικόν» έχει μεταφερθεί ο Ελληνας επιβάτης του κρουαζιερόπλοιου, με τη διοίκηση του νοσοκομείου να ενημερώνει ότι «δεν παρουσιάζει οποιοδήποτε σύμπτωμα».
Σε δήλωσή του ο Γιώργος Σιδέρης, πρόεδρος της Ενωσης Ιατρών Νοσοκομείων Αθηνών - Πειραιώς και του Σωματείου Εργαζομένων στο Νοσοκομείο «Αττικόν», σημειώνει με αφορμή τα δεκάδες τηλεφωνήματα δημοσιογράφων τις τελευταίες μέρες ότι «δεν πρόκειται να συμμετάσχω στην ανεύθυνη δημόσια συζήτηση που έχει αναπτυχθεί γύρω από την υπόθεση του χανταϊού και του Ελληνα επιβάτη».
Τονίζει ότι για το ζήτημα αυτό «πρέπει να υπάρξουν επίσημες ανακοινώσεις και ενημερώσεις από το νοσοκομείο, τον ΕΟΔΥ και τους αρμόδιους επιστημονικούς φορείς. Ως ΩΡΛ δεν θεωρώ επιστημονικά ορθό να τοποθετούμαι δημοσίως ως "ειδικός" σε αντικείμενα που δεν αποτελούν το γνωστικό μου πεδίο.
Είναι τουλάχιστον θλιβερό και γελοίο να εμφανίζεται δημόσια ο καθένας και να προβαίνει σε αυθαίρετες εκτιμήσεις, καλλιεργώντας σύγχυση χωρίς επιστημονική τεκμηρίωση και χωρίς πλήρη (πολλές φορές ούτε καν στοιχειώδη) γνώση των πραγματικών δεδομένων. Τα ζητήματα δημόσιας υγείας απαιτούν σοβαρότητα και σεβασμό στην επιστημονική γνώση - όχι τηλεοπτικούς διαγωνισμούς εντυπώσεων. Την ίδια στάση έχω τηρήσει και σε προηγούμενες αντίστοιχες περιπτώσεις, όπου μέρος των ΜΜΕ αναζητεί υπερβολή και επικοινωνιακή εκμετάλλευση, ενώ διάφοροι άσχετοι αξιοποιούν την ιδιότητα του συνδικαλιστή για να συμμετέχουν σε τηλεοπτικά πάνελ διατυπώνοντας αντιεπιστημονικές και ανεύθυνες απόψεις.
Την ίδια στιγμή, προκαλεί εύλογα ερωτήματα το γεγονός ότι δεν επιδεικνύεται η ίδια "ευαισθησία" και η ίδια πίεση από τα μέσα ενημέρωσης όταν οι νοσοκομειακοί γιατροί αναδεικνύουν καθημερινά τα σοβαρά προβλήματα του ΕΣΥ: Τις τραγικές ελλείψεις προσωπικού, την υποστελέχωση, την επαγγελματική εξουθένωση των εργαζομένων και τη συνεχή υποβάθμιση των δημόσιων νοσοκομείων.
Μακάρι να υπήρχε η ίδια επιμονή και δημοσιότητα όταν αναδεικνύονται τα πραγματικά προβλήματα που επηρεάζουν ουσιαστικά τη δημόσια υγεία και την ασφάλεια των ασθενών».