Το Βερολίνο αναδεικνύεται στον μεγαλύτερο προμηθευτή του Κιέβου και διεκδικεί λόγο σε διαπραγματεύσεις και επενδύσεις
Στην εμβάθυνση της συνεργασίας τους στον στρατιωτικό τομέα συμφώνησαν Γερμανία και Ουκρανία, με το καθεστώς του Κιέβου να «πουλάει» την «εμπειρία μάχης και παραγωγής όπλων» που έχει αποκτήσει κατά την τετραετή ιμπεριαλιστική σύγκρουση ΝΑΤΟ και ΕΕ με τη Ρωσία στο ουκρανικό έδαφος.
Την Τρίτη ο Ουκρανός Πρόεδρος Β. Ζελένσκι συναντήθηκε στο Βερολίνο με τον καγκελάριο Φρ. Μερτς, στο πλαίσιο των διευρυμένων κυβερνητικών διαβουλεύσεων που είχαν να πραγματοποιηθούν από το 2004.
Για μια «νέα στρατηγική εταιρική σχέση» μεταξύ των δύο χωρών και «επένδυση στο κοινό μας μέλλον» έκανε λόγο ο Μερτς, ανακοινώνοντας συμφωνία συνεργασίας στην παραγωγή drones, αλλά και σε θέματα αεράμυνας, όπλων μεγάλου βεληνεκούς και πυρομαχικών πυροβολικού. Από την πλευρά του ο Ζελένσκι σχολίασε ότι η συμφωνία για τα drones «θα μπορούσε να γίνει η μεγαλύτερη στην Ευρώπη».
Οπως έγινε γνωστό, ήδη ιδρύεται στην Ουκρανία μια κοινή ομάδα συμπαραγωγής μη επανδρωμένων αεροσκαφών υπό τη γερμανική πολεμική βιομηχανία «Rheinmetall», συνδυάζοντας τη γερμανική εμπειρία με την ουκρανική τεχνογνωσία.
Η Γερμανία θα χρηματοδοτήσει επίσης σύμβαση μεταξύ της Ουκρανίας και της «αμυντικής» εταιρείας «Raytheon» για την παράδοση εκατοντάδων αμερικανικών πυραύλων Patriot, ενώ το υπουργείο Αμυνας ανακοίνωσε ότι έχει επιτευχθεί συμφωνία με τη γερμανική εταιρεία «Diehl Defence» για την παράδοση πρόσθετων εκτοξευτών για συστήματα αεράμυνας Iris-T. «Το έργο θα χρηματοδοτηθεί επίσης από τη Γερμανία και θα βελτιώσει σημαντικά την προστασία κρίσιμων υποδομών και πόλεων», αναφέρει το Βερολίνο, που έχει εξελιχθεί στον μεγαλύτερο προμηθευτή όπλων της Ουκρανίας και διεκδικεί κυρίαρχο γεωπολιτικό ρόλο στην Ανατολική Ευρώπη.
Η Ευρώπη θα πρέπει «να εμπλακεί άμεσα» σε μια «ειρηνευτική διαδικασία» με τις ΗΠΑ και τη Ρωσία για την Ουκρανία, είπε ο Μερτς, προσθέτοντας ότι η Γερμανία έχει λόγο, διότι είναι η σημαντικότερη χώρα που υποστηρίζει την Ουκρανία. «Καμία ειρήνη σε βάρος των Ευρωπαίων», επεσήμανε. Το Βερολίνο έχει επίσης εκφράσει ενδιαφέρον για τη μεταπολεμική κατάσταση στην Ουκρανία και για επενδύσεις σε μια μελλοντική οικονομική ανοικοδόμηση της χώρας.
Μεταξύ των συμφωνιών που υπεγράφησαν περιλαμβάνεται και η συνεργασία για την ανταλλαγή ψηφιακών δεδομένων μάχης στην ανάπτυξη νέων οπλικών συστημάτων.
«Αυτή η συνεργασία δεν είναι ωφέλιμη μόνο για την άμυνα της Ουκρανίας. Είναι ιδιαίτερα ωφέλιμη και για την ασφάλειά μας, γιατί κανένας στρατός στην Ευρώπη δεν έχει δοκιμαστεί τόσο πολύ σε μάχη τις τελευταίες δεκαετίες όσο ο στρατός της Ουκρανίας» και «καμία αμυντική βιομηχανία δεν έχει γίνει πιο καινοτόμος από την Ουκρανία», είπε ο Γερμανός καγκελάριος, για να συμπληρώσει: «Η συνεργασία δημιουργεί μεγαλύτερο βαθμό ανεξαρτησίας για την Ευρώπη».
Για την ένταξη της Ουκρανίας στην ΕΕ ο Μερτς τόνισε πως «δεν μπορεί να επιτευχθεί πλήρως βραχυπρόθεσμα», αν και «θα ήταν ένα στρατηγικά σημαντικό βήμα για μεγαλύτερη ασφάλεια και ευημερία στην Ευρώπη».
Στο τραπέζι των διαβουλεύσεων βρέθηκε και το ζήτημα της επιστροφής Ουκρανών προσφύγων από τη Γερμανία στην πατρίδα τους. Σύμφωνα με ρεπορτάζ της DW, ο καγκελάριος φέρεται να εξέφρασε την ενόχλησή του για το γεγονός ότι έχουν αυξηθεί οι αφίξεις νεαρών Ουκρανών ανδρών, ηλικίας 18 έως 25 ετών, την ώρα που κατά την προσέγγιση της γερμανικής κυβέρνησης είναι προς το συμφέρον της εμπόλεμης Ουκρανίας να κρατήσει αυτούς τους άνδρες στη χώρα και στις Ενοπλες Δυνάμεις της.
Στις επιπτώσεις της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή στην Ουκρανία και στη σύνδεση των δύο ιμπεριαλιστικών πολέμων αναφέρθηκε ο Ζελένσκι, λέγοντας ότι οι Αμερικανοί διαπραγματευτές Στιβ Γουίτκοφ και Τζ. Κούσνερ «είναι συνεχώς σε διαπραγματεύσεις με το Ιράν και δεν έχουν χρόνο για την Ουκρανία».
Παράλληλα, με τον πόλεμο στο Ιράν το θέμα της αμερικανικής παράδοσης όπλων στο Κίεβο έχει γίνει «μεγάλο πρόβλημα». «Αν ο πόλεμος συνεχιστεί, θα υπάρχουν λιγότερα όπλα για την Ουκρανία. Αυτό έχει καίρια σημασία, κυρίως όσον αφορά την αντιαεροπορική άμυνα» και την έλλειψη των πυραύλων Patriot, οι οποίοι χρησιμοποιούνται πολύ στη Μέση Ανατολή.