Οι κυβερνήσεις των χωρών της ΕΕ και οι ευρωπαϊκοί μονοπωλιακοί όμιλοι επιταχύνουν τις κινήσεις για μείωση της εξάρτησής τους από τεχνολογίες, στρατιωτικό υλικό και ενεργειακούς πόρους των ΗΠΑ, με φόντο τις αντιθέσεις μέσα στον ευρωατλαντικό άξονα που οξύνονται.
Οπως τονίζει το «Politico», οι ηγέτες της ΕΕ προειδοποιούν ότι οι διατλαντικές σχέσεις δεν πρόκειται να επιστρέψουν στην προ Τραμπ κατάσταση. Από εντολές που απαγορεύουν στους δημόσιους υπαλλήλους τη χρήση αμερικανικών εργαλείων τηλεδιάσκεψης, μέχρι εμπορικές συμφωνίες με χώρες όπως η Ινδία και την προσπάθεια διαφοροποίησης των προμηθευτών Ενέργειας, οι προσπάθειες μείωσης της εξάρτησης της ΕΕ από τις ΗΠΑ εντείνονται.
Τις εκκλήσεις για μεγαλύτερη αυτονομία της ΕΕ και μάλιστα «επειγόντως» επανέλαβε ο Γερμανός καγκελάριος Φρ. Μερτς, καλώντας τους Ευρωπαίους «να δείξουν τη δύναμή τους». Σε αυτήν την κατεύθυνση εκτίμησε ότι θα συμβάλουν η δημιουργία Ευρωπαϊκού Χρηματιστηρίου και η Συμφωνία ΕΕ - Mercosur, καλώντας να τεθεί σε ισχύ ήδη πριν από την απόφαση του Δικαστηρίου της ΕΕ.
Μιλώντας στην ετήσια δεξίωση του Γερμανικού Χρηματιστηρίου στο Εσμπορν, υπογράμμισε πως «βιώνουμε πιθανώς τη μεγαλύτερη περίοδο πολιτικής αβεβαιότητας και ανασφάλειας, ένα σημείο βαθιάς καμπής», και έκανε λόγο για «έναν κόσμο στον οποίο αναδύονται για άλλη μια φορά οι μεγάλες δυνάμεις».
Επανέλαβε τη φιλοδοξία της Γερμανίας - στον ανταγωνισμό της με άλλες ευρωπαϊκές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις - να ηγηθεί στη γεωπολιτική άνοδο της Ευρώπης, υπογραμμίζοντας πως θέτει ως προτεραιότητα την «άμυνα».
«Η Ευρώπη πρέπει να καταστεί ικανή να αμυνθεί μόνη της, να καταστήσει ξανά τις συνθήκες για ευρωπαϊκές επιχειρήσεις πιο ανταγωνιστικές και να γίνει και περισσότερο τεχνολογικά ανεξάρτητη. Οι διατλαντικές σχέσεις έχουν αλλάξει, αλλά η νοσταλγία ή η εμμονή στο παρελθόν δεν θα μας βοηθήσει. Πρέπει να ελέγξουμε τα πράγματα τώρα, αν θέλουμε να συμβάλουμε σε αυτήν τη φάση του παγκόσμιου μετασχηματισμού», είπε χαρακτηριστικά ο Μερτς.
Επανέλαβε δε τη θέση του για μια «ανοιχτή ευρωπαϊκή κεφαλαιαγορά, μαζί με την απαραίτητη υποδομή της χρηματοπιστωτικής αγοράς».
Προειδοποιήσεις ότι η Γαλλία δεν έχει επαρκή αριθμό πολεμικών πλοίων και συνοδευτικών πυραύλων (επί των πλοίων) για να αντιμετωπίσει μια εποχή που θα μπορούσε να οδηγήσει σε πόλεμο διατύπωσε ο αρχηγός του γαλλικού Γενικού Επιτελείου Φ. Μαντόν.
«Αυτοί είναι οι τομείς στους οποίους απαιτείται προσπάθεια στο μέλλον, επειδή η μάχη θα είναι δύσκολη, επομένως χρειαζόμαστε όπλα και ποσότητες», πρόσθεσε.
Ο Μαντόν είναι γνωστός για τις «εκκλήσεις» του προ μηνών να προετοιμαστεί ο γαλλικός λαός «να χάσει τα παιδιά του» σε έναν γενικευμένο ιμπεριαλιστικό πόλεμο στην Ευρώπη...
Σε μια φάση που η ΕΕ εντείνει την προσπάθεια να μειώσει την εξάρτησή της από το αμερικανικό LNG, έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου (ΕΕΣ) που δόθηκε στη δημοσιότητα τονίζει πως ο στόχος να εξασφαλιστεί μέχρι το 2030 ο εφοδιασμός κρίσιμων πρώτων υλών για την ενεργειακή μετάβαση σε Ανανεώσιμες Πηγές «φαντάζει εκτός πραγματικότητας».
Το ΕΕΣ επισημαίνει ότι οι περισσότερες από τις κρίσιμες πρώτες ύλες (λίθιο, νικέλιο, κοβάλτιο, χαλκός και σπάνιες γαίες) που απαιτούνται για την ενεργειακή μετάβαση της ΕΕ συγκεντρώνονται επί του παρόντος σε μικρό αριθμό τρίτων χωρών, όπως Κίνα, Τουρκία, Χιλή.
«Χωρίς κρίσιμες πρώτες ύλες δεν μπορούμε να συζητάμε ούτε για ενεργειακή μετάβαση, ούτε για ανταγωνιστικότητα, ούτε για στρατηγική αυτονομία. Δυστυχώς, σήμερα ο εφοδιασμός μας εξαρτάται σε επικίνδυνο βαθμό από λίγες μόνο χώρες εκτός της ΕΕ», σημειώνεται.
Το 2024 η ΕΕ εξέδωσε την «Πράξη για τις κρίσιμες πρώτες ύλες», με σκοπό τη διασφάλιση, σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, του ασφαλούς εφοδιασμού της με 26 ορυκτά «κρίσιμα για την ενεργειακή μετάβαση». Ωστόσο, δεν καθορίζονται με σαφήνεια οι στόχοι που πρέπει να επιτευχθούν μέχρι το 2030 και καλύπτεται ένας μικρός μόνο αριθμός κρίσιμων πρώτων υλών.
Για παράδειγμα, την τελευταία πενταετία παρατηρείται μείωση των εισαγωγών πρώτων υλών από τις μισές από τις 14 χώρες με τις οποίες η ΕΕ υπέγραψε στρατηγικές εταιρικές σχέσεις.
Παράλληλα βρίσκονται σε στασιμότητα οι διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ, οι οποίες διακόπηκαν το 2024, ενώ άλλες μένει ακόμα να γίνουν πράξη, όπως η Συμφωνία της ΕΕ με τις χώρες της Mercosur, πλούσιες σε κρίσιμες πρώτες ύλες.
Η ΕΕ προωθεί σχέδια για αποθήκευση κρίσιμων πρώτων υλών για να μειώσει την εξάρτησή της από την Κίνα, με την Ιταλία, τη Γαλλία και τη Γερμανία να αναλαμβάνουν ηγετικό ρόλο, σύμφωνα με πηγές του πρακτορείου «Reuters».
Οι Βρυξέλλες παρουσίασαν τον Δεκέμβρη ένα τέτοιο σχέδιο, το οποίο μεταξύ άλλων περιλαμβάνει ένα κοινό απόθεμα και περιορισμούς στις εξαγωγές επαναχρησιμοποιήσιμων μεταλλικών απορριμμάτων και αποβλήτων σπάνιων γαιών.
Η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός βιομηχανικών μετάλλων και ορυκτών στον κόσμο. Οι έλεγχοι εξαγωγών που έχει επιβάλει από το 2023 σε γάλλιο, γερμάνιο, βολφράμιο, ίνδιο, μολυβδαίνιο, αντιμόνιο και βαριές σπάνιες γαίες όπως το δυσπρόσιο και το τέρβιο έχουν διαταράξει τις αλυσίδες εφοδιασμού για βιομηχανικούς ομίλους, ανταγωνιστές των κινεζικών.