2025 The Associated Press. All |
Ο Γάλλος Πρόεδρος βλέπει άλλη μία κυβέρνηση να οδεύει σε κατάρρευση, 9 μήνες μετά την προηγούμενη |
Οι «δυσκολίες» στο πολιτικό σύστημα αντανακλούν στην πραγματικότητα τα μεγάλα «ζόρια» στη γαλλική καπιταλιστική οικονομία, η οποία μαζί με τη συνολικότερη πίεση στην ΕΕ από την όξυνση της αντιπαράθεσης ΗΠΑ - Κίνας, αντιμετωπίζει και τη συνεχή απώλεια εδάφους στον ανταγωνισμό εντός της ΕΕ με τη Γερμανία.
Τον Ιούνη η Τράπεζα της Γαλλίας προέβλεψε ότι η ανάπτυξη του ΑΕΠ το 2025 θα κινηθεί μόλις στο 0,6%, υποχωρώντας από το 1,1% το 2024, ενώ για 2026 και 2027 προέβλεψε αναιμική ανάπτυξη 1% και 1,2% αντίστοιχα.
Αυτά βέβαια, πριν καθοριστεί το τελικό ύψος των αμερικανικών δασμών με τη συμφωνία ΗΠΑ - ΕΕ τον Ιούλη (για την οποία ο Γάλλος πρωθυπουργός έκανε λόγο για.. «μαύρη μέρα» και «υποταγή»), και ενώ σύμφωνα με αναλύσεις οικονομικών επιτελείων ο μέσος όρος των δασμών με τις οποίες επιβαρύνονταν οι γαλλικές εξαγωγές στις ΗΠΑ κυμαινόταν τον Μάρτη στο 1%, τον Απρίλη αυτό διαμορφώθηκε στο 3% και τον Μάη στο 6,1%.
Τη δεινή θέση της γαλλικής καπιταλιστικής οικονομίας επικαλέστηκε ο Φρ. Μπαϊρού για να αναγγείλει το κυβερνητικό σχέδιο για νέες αντιλαϊκές ανατροπές και νέο κύμα δραστικών περικοπών σε κοινωνικές και άλλες κρατικές δαπάνες, την ίδια ώρα που οι στρατιωτικές δαπάνες θα διπλασιαστούν σε σχέση με το 2017!
Συνοπτικά:
- Το κρατικό χρέος της Γαλλίας σήμερα ξεπερνά τα 3,3 τρισ. ευρώ, φτάνοντας το 114% του ΑΕΠ της χώρας. Είναι το μεγαλύτερο κρατικό χρέος στην ΕΕ σε απόλυτους αριθμούς και το τρίτο υψηλότερο ως ποσοστό του ΑΕΠ. Η δε Τράπεζα της Γαλλίας προβλέπει ότι το 2027 θα φτάσει στο 120% του ΑΕΠ.
- Το δημόσιο έλλειμμα το 2024 έφτασε στο 5,8% του ΑΕΠ, σχεδόν διπλάσιο από το 3% που προβλέπουν οι κανόνες της Ευρωζώνης.
- Ως αποτέλεσμα των παραπάνω, για πρώτη φορά από την καπιταλιστική κρίση του 2008, οι αγορές εντοπίζουν σύγκλιση του μακροπρόθεσμου κόστους δανεισμού (απόδοση 10ετούς ομολόγου) της Γαλλίας με αυτό της Ιταλίας - στοιχείο ενδεικτικό για την υποχώρηση στον ανταγωνισμό και με τη Γερμανία.
- Σύμφωνα με την ετήσια έρευνα του Ινστιτούτου «Rexecode», το 2024, το μερίδιο των γαλλικών εξαγωγών στο σύνολο των εξαγωγών της Ευρωζώνης κυμάνθηκε στο 13%, από 18% το 2000, έχοντας σημειώσει νέα υποχώρηση από το 2023 (κατά 0,3%). Οταν δημοσιεύτηκε η έκθεση, οικονομολόγοι εξηγούσαν ότι «βαραίνει» σημαντικά η πίεση που δέχεται η γαλλική αυτοκινητοβιομηχανία, όπως και άλλοι «ενεργοβόροι» τομείς της βιομηχανίας (σ.σ. παραγωγή πλαστικών, μεταλλουργία, βιομηχανία χημικών προϊόντων και χάρτου), ενώ και τα θεωρούμενα ως «δυνατά χαρτιά» της γαλλικής παραγωγής (αεροναυπηγική, φαρμακοβιομηχανία, πολεμική βιομηχανία) επίσης υποχωρούν.
Σε ένα τέτοιο έδαφος, τα αστικά επιτελεία ιεραρχούν την αντιλαϊκή κλιμάκωση: Στελέχη του «Rexecode» πρόσθεταν ότι «η χώρα υποφέρει από "ιστορικές της αδυναμίες"», όσον αφορά «τους όρους που σχετίζονται με το κόστος εργασίας ή τη φορολογία (των επιχειρήσεων)» στους οποίους, «η Γαλλία παραμένει πολύ πίσω από τους γείτονές της».
Αντίστοιχα, σε πρόσφατη συνέντευξή του, ο επικεφαλής της Ενωσης των Γάλλων μεγαλοβιομηχάνων MEDEF, Π. Μαρτέν, μιλώντας για τις «προκλήσεις» που πρέπει να αντιμετωπιστούν για να στηριχτεί η «ανταγωνιστικότητα της χώρας», ξεχώρισε το λεγόμενο «κόστος εργασίας», γκρινιάζοντας γιατί «στη Γαλλία αυτό είναι από τα πιο υψηλά σε σχέση με τα μέλη του ΟΑΣΕ. Επέμεινε δε ότι αυτό συγκαταλέγεται σε «φρένα που μας κάνουν να χάνουμε τμήματα της παγκόσμιας αγοράς, επιταχύνουν την παρακμή μας».
Γι' αυτό, εξάλλου, στην ετήσια θερινή Διάσκεψη της MEDEF, πριν λίγες μέρες, ο Μαρτέν - αν και επέκρινε το Μπαϊρού που ανήγγειλε πως θα ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης χωρίς να έχει ξεκινήσει η εκτέλεση του νέου σχεδίου προϋπολογισμού, με τις αντιλαϊκές του προβλέψεις, τον παίνεψε λέγοντας ότι «εργάζεται με σοβαρότητα» και λαμβάνει υπόψιν τη «σκληρότητα του παγκόσμιου ανταγωνισμού ή ακόμα και την τόσο κρίσιμη κατάσταση στην οποία βρίσκονται τα δημοσιονομικά μας», καταλήγοντας ότι απαιτείται «επιθετική δράση για την ανάκαμψη της χώρας μας».
Επέκρινε μάλιστα τους «μάταιους καβγάδες» και τις «υπεκφυγές» με τις οποίες - όπως υποστήριξε - αντέδρασαν οι άλλες πολιτικές δυνάμεις, υπογραμμίζοντας ότι προέχει η τακτοποίηση των δημοσίων οικονομικών της χώρας, γιατί επιδρούν στην «αβεβαιότητα που παράγουν και μεταφράζεται υλικά, στο επίπεδο της (οικονομικής) δραστηριότητας, της απασχόλησης και της ανάπτυξης» ενώ «άλλοι γείτονές μας από τον ευρωπαϊκό Νότο τα πηγαίνουν καλύτερα από μας, με ποσοστά τρεις ή τέσσερις φορές μεγαλύτερα από τα δικά μας».
Οι μεγαλοεπιχειρηματίες ιεραρχούν μέτρα που θα μειώσουν το λεγόμενο «κόστος εργασίας», δηλαδή το παραπέρα χτύπημα στους μισθούς, για να καλυφθεί η απόσταση που τους χωρίζει από ανταγωνιστές τους εντός και εντός ΕΕ: Στοιχεία ειδικά για τη μεταποιητική βιομηχανία (από τη σχετική έκθεση «Rexecode») αναφέρουν ότι ενώ το μέσο ωρομίσθιο στην Ευρωζώνη είναι 40,3 ευρώ, στη Γαλλία αυτό είναι 47 ευρώ, αλλά στην Ιταλία 32,1 ευρώ, στην Ισπανία 27,6 ευρώ.
Γι' αυτό λοιπόν, παρά τη διαφαινόμενη πτώση της κυβέρνησης Μπαϊρού, οι εκπρόσωποι της MEDEF ξεκαθαρίζουν ότι «δυσάρεστες αποφάσεις» πρέπει να συνοδεύσουν το νέο σχέδιο προϋπολογισμού.
Ο δε υπουργός Οικονομικών, Ερίκ Λομπάρντ, αφού στις αρχές της βδομάδας «προειδοποίησε» ότι μια ενδεχόμενη προσφυγή στο ΔΝΤ «είναι ένας κίνδυνος που αντιμετωπίζουμε», στη συνέχεια μιλώντας στη MEDEF εμφανίστηκε «καθησυχαστικός» για τα ζητούμενα του κεφαλαίου, διαβεβαιώνοντας ότι δεν θα χρειαστεί κάτι τέτοιο και ότι «η χώρα μπορεί να παραμείνει σε τροχιά με τα σχέδια μείωσης του χρέους, παρά την προοπτική κατάρρευσης της κυβέρνησης στις αρχές του επόμενου μήνα».
Επισήμανε μάλιστα ότι «είναι σημαντικό να εξαλειφθούν αυτές οι αβεβαιότητες το συντομότερο δυνατό», υποστηρίζοντας ότι «εκείνη τη στιγμή η διαφορά επιτοκίων με τη Γερμανία και το κόστος του χρέους μας θα μειωθούν». Διαβεβαίωσε δε ότι «όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας» στις 8 Σεπτέμβρη, «θα συνεχίσουμε να καταρτίζουμε τον προϋπολογισμό για το 2026».
Τα «ζόρια» για τη γαλλική καπιταλιστική οικονομία επιδρούν στις εντεινόμενες διεργασίες στο αστικό πολιτικό σύστημα.
Η ακροδεξιά «Εθνική Συσπείρωση» (RN - της Λεπέν) και οι σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις «Ανυπότακτη Γαλλία» (LFI - του Μελανσόν), Σοσιαλιστικό Κομμα (PS), Οικολόγοι (EELV) δήλωσαν ότι δεν θα δώσουν ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση Μπαϊρού.
Στρατηγικά βέβαια συμφωνούν με τον πυρήνα της αντιλαϊκής πολιτικής Μακρόν - Μπαϊρού, όπως έδειξε άλλωστε για πολλοστή φορά η στάση τους και την τελευταία χρονιά: Από το κάλεσμα των LFI - PS σε «αντι-Λεπέν» ψήφο στον β' γύρο των περσινών βουλευτικών εκλογών όπου δεν είχαν υποψηφίους, που ισοδυναμούσε με ψήφο στους «μακρονικούς» υποψηφίους και «σωσίβιο» στον Γάλλο Πρόεδρο, μέχρι την «ψήφο ανοχής» που έδωσαν Λεπέν και Σοσιαλιστές (αποχή σε προτάσεις μομφής) στην κυβέρνηση Μπαϊρού.
Οι ίδιες οι πολιτικές προτάσεις που αρθρώνουν όλες αυτές οι δυνάμεις, έχουν ως κεντρικό μέλημα το «εθνικό συμφέρον» των γαλλικών μονοπωλίων, για αυτό και σε μεγάλο βαθμό ταυτίζονται στις στρατηγικές επιλογές, όπως για την «στρατηγική αυτονομία» της ΕΕ, για τον πόλεμο στην Ουκρανία κ.ά.
Ωστόσο, όπως είναι αναμενόμενο, καμία από τις δυνάμεις της αστικής αντιπολίτευσης δεν θέλει να «πάρει τον μουτζούρη», δεν θέλει να εισπράξει τη λαϊκή δυσαρέσκεια για τα νέα αντιλαϊκά μέτρα που έχει ανάγκη το κεφάλαιο.
Οι μαζικές και πολύμηνες κινητοποιήσεις που οργάνωσαν συνδικάτα σε πολλούς κλάδους, τα προηγούμενα χρόνια στη Γαλλία, για το Ασφαλιστικό και για άλλες αιχμές, φανέρωσαν την πίεση που μπορεί να απελευθερώσει η οργανωμένη πάλη των εργαζομένων με «μπούσουλα» τις δικές τους ανάγκες.
Ο Φρ. Μπαϊρού κάλεσε τα κοινοβουλευτικά κόμματα σε συνάντηση στις αρχές της βδομάδας, εμφανιζόμενος «ανοιχτός» να συζητήσουν αναπροσαρμογές στο σχέδιο προϋπολογισμού.
Και αν τα περισσότερα αντιπολιτευόμενα κόμματα ξεκαθαρίζουν ότι θα καταψηφίσουν την κυβέρνηση, είναι σίγουρο ότι ήδη τρέχουν παζάρια για την επόμενη μέρα.
Σε ένα τέτοιο φόντο, εξάλλου, ο Γάλλος Πρόεδρος Εμ. Μακρόν, διαβεβαίωσε ότι «τη θητεία μου θα την υπηρετήσω έως το τέλος της» - το 2027 - ενώ ζήτησε «υπευθυνότητα από τα κόμματα που επιθυμούν να κυβερνήσουν» και «να αναλάβουμε τα ηνία του πεπρωμένου μας».