2025 The Associated Press. All |
Το μερίδιο της Γερμανίας στις διεθνείς εξαγωγές συρρικνώνεται συστηματικά από το 2017 |
Αντιμέτωπη με τον ανταγωνισμό με ΗΠΑ και Κίνα, η Γερμανία χάνει στην προσέλκυση επενδύσεων, οι εξαγωγές της μειώνονται συστηματικά εδώ και περίπου μια δεκαετία και η καπιταλιστική οικονομία της είτε αναπτύσσεται αναιμικά, είτε βρίσκεται σε ύφεση από το 2022.
Η άλλοτε εξαγωγική οικονομία της Γερμανίας που αποτελούσε, μαζί με τη βιομηχανική της βάση, την «ατμομηχανή» της καπιταλιστικής ανάπτυξης τα τελευταία χρόνια αποτελεί «βαρίδι».
Ενδεικτική είναι η πρόσφατη μελέτη (13/8/2025) των οικονομολόγων της Bundesbank (η κεντρική τράπεζα της Γερμανίας): Το μερίδιο της Γερμανίας στις διεθνείς εξαγωγές συρρικνώνεται συστηματικά από το 2017 και πιο έντονα από το 2021. Οι απώλειες αυτές έχουν συμβάλει σημαντικά στην υποτονική ανάπτυξη της γερμανικής οικονομίας.
Η Bundesbank εκτιμά ότι το γερμανικό ΑΕΠ θα είχε αυξηθεί συνολικά κατά 2,4% περισσότερο μεταξύ 2021-2024, εάν οι γερμανικές εξαγωγές δεν είχαν απολέσει μερίδια αγοράς.
Αλλά και μελέτη της Deutsche Bank (20/7/2025) επισημαίνει ότι η παγκόσμια ανταγωνιστικότητα των γερμανικών εμπορευμάτων βρίσκεται σε καθοδική πορεία από το 2015, ενώ οι προοπτικές για τις δύο βασικές αγορές της Γερμανίας, ΗΠΑ και Κίνα, παραμένουν δυσμενείς.
Το γερμανικό κεφάλαιο ήταν από τους μεγάλους κερδισμένους στην ανερχόμενη αγορά της Κίνας από τη δεκαετία του 2000, με τους γερμανικούς μονοπωλιακούς ομίλους της αυτοκινητοβιομηχανίας, των χημικών προϊόντων, των βιομηχανικών μηχανημάτων κ.ά., να επενδύουν μαζικά. Από εκεί διοχέτευαν τα εμπορεύματα απευθείας στην ασιατική αγορά.
Αυτό το πλεονέκτημα τώρα έχει αντιστραφεί και ιδιαίτερα από το 2020, η Γερμανία αντιμετωπίζει το λεγόμενο «σοκ της Κίνας» (σ.σ. που είχαν αντιμετωπίσει οι ΗΠΑ τη δεκαετία του 2000).
Η Κίνα, με την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής, τις εμπορικές της πολιτικές και την είσοδο σε κλάδους υψηλής τεχνολογίας, έχει γίνει κύριος ανταγωνιστής σε ηλεκτρικά οχήματα και μηχανήματα, απειλώντας τους δυο βασικούς πυλώνες της γερμανικής οικονομίας.
Ενώ η Κίνα ήταν βασική εξαγωγική αγορά για τη Γερμανία, οι εισαγωγές από την Κίνα αυξήθηκαν κατά 60% μεταξύ 2020 και 2022, με ιδιαίτερη πίεση να ασκείται από τα κινεζικά ηλεκτρικά οχήματα και μηχανήματα. Γι' αυτό η ΕΕ το 2024 επέβαλε δασμούς έως και 45,3% στα ηλεκτρικά οχήματα και έως 66,7% στα μηχανήματα.
Παράλληλα, οι εξαγωγές της Γερμανίας στην Κίνα έχουν μειωθεί σημαντικά, με τις πωλήσεις αυτοκινήτων να πέφτουν κατά 70% μεταξύ 2022 και 2024, καθώς οι κινεζικές μάρκες κυριαρχούν όλο και περισσότερο στην εγχώρια αγορά. Στον τομέα των μηχανημάτων, η Γερμανία έχει μετατραπεί σε καθαρό εισαγωγέα από την Κίνα από το 2015, μια τάση που επιδεινώθηκε τα τελευταία χρόνια.
Από το 2001, όταν η Κίνα εισήλθε στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, ο βαθμός σύγκλισης των κλάδων όπου Γερμανία και Κίνα έχουν συγκριτικό πλεονέκτημα αυξήθηκε στο 40% το 2023, παρατηρεί η Deutsche Bank.
Από την πρώτη θητεία του Αμερικανού Προέδρου Ντ. Τραμπ το 2017 οι δασμοί των ΗΠΑ στη Γερμανία, που διατηρήθηκαν και επί θητείας Τζο Μπάιντεν, στόχευαν στο να μειώσουν το μεγάλο εμπορικό πλεόνασμα που είχε η Γερμανία έναντι των ΗΠΑ, με την αυτοκινητοβιομηχανία να ηγείται στις γερμανικές εξαγωγές.
Αυτό σταδιακά έχει επιτευχθεί, αν και οι ΗΠΑ παραμένουν σημαντική εξαγωγική αγορά απορροφώντας περίπου το 10% των γερμανικών εξαγωγών.
Μετά την πρόσφατη εμπορική συμφωνία ΕΕ - ΗΠΑ και τους δασμούς 15% που επέβαλαν οι ΗΠΑ σχεδόν σε όλες τις εισαγωγές από την ΕΕ, οι γερμανικές εξαγωγές προς τις ΗΠΑ θα επιβραδυνθούν σημαντικά.
Οπως υπολογίζει η Commerzbank η μέση δασμολογική επιβάρυνση στις γερμανικές εξαγωγές θα διαμορφωθεί στο 12,8%.
«Αυτός ο σημαντικά υψηλότερος δασμός καθιστά σαφώς δυσκολότερη την πρόσβαση των γερμανικών επιχειρήσεων στη σημαντικότερη αγορά», ενώ σε δύο χρόνια ο όγκος των γερμανικών στις ΗΠΑ αναμένεται να έχει υποχωρήσει κατά 20%-25%.
Σύμφωνα με το ZEW (Κέντρο Ευρωπαϊκών Οικονομικών Μελετών), οι προοπτικές έχουν επιδεινωθεί σημαντικά για τις χημικές και φαρμακευτικές βιομηχανίες, ενώ οι τομείς της μηχανοκατασκευής, των μετάλλων και της αυτοκινητοβιομηχανίας πλήττονται σοβαρά.
Σε όλα τα παραπάνω, προστίθενται η απώλεια των σχετικά φθηνότερων ρωσικών υδρογονανθράκων που αποτελούσαν τα προηγούμενα χρόνια σοβαρό πλεονέκτημα για τη γερμανική βιομηχανία, ως συνέπεια της ιμπεριαλιστικής σύγκρουσης στην Ουκρανία και της όξυνσης της αντιπαράθεσης με τη Μόσχα.
Η γερμανική καπιταλιστική οικονομία είχε επίσης το «ανταγωνιστικό πλεονέκτημα» των σχετικά χαμηλών στρατιωτικών δαπανών για δεκαετίες, «βασίζοντας» την «ασφάλειά» της κυρίως στις ΗΠΑ, με μεγαλύτερο μερίδιο του παραγόμενου πλούτου να καταλήγει στη βιομηχανία και άλλους επιχειρηματικούς ομίλους.
Η ιμπεριαλιστική σύγκρουση στην Ουκρανία, αλλά και ο εντεινόμενος γεωπολιτικός ανταγωνισμός με τις ΗΠΑ, τη Βρετανία, τη Γαλλία, την Πολωνία για τον συσχετισμό δυνάμεων στην Ευρώπη έχουν αλλάξει τα δεδομένα.
Η Γερμανία είναι ο μεγαλύτερος προμηθευτής όπλων στην Ουκρανία στην Ευρώπη και φιλοδοξεί να αποκτήσει τις μεγαλύτερες και ισχυρότερες συμβατικές ένοπλες δυνάμεις της ηπείρου. Από τον Φλεβάρη του 2022 έχει δαπανήσει συνολικά (στρατιωτική, οικονομική, ανθρωπιστική βοήθεια) για την ιμπεριαλιστική σύγκρουση στην Ουκρανία 50,5 δισ. ευρώ και σκοπεύει να παρέχει στο Κίεβο περισσότερα από 8 δισ. ευρώ ετησίως σε στρατιωτική βοήθεια μέχρι το 2027.
Σύμφωνα με τον ΝΑΤΟικό στόχο για συνολικές στρατιωτικές δαπάνες στο 5% του ΑΕΠ, προβλέπεται οι ετήσιες στρατιωτικές δαπάνες να εκτοξευτούν στα 162 δισ. ευρώ, σηματοδοτώντας αύξηση 70% έως το 2029.
Ηδη ο προϋπολογισμός για το 2026 δημιουργεί νέο χρέος, παρότι προβλέπει περικοπές σε μια σειρά υπουργεία, με εξαίρεση το υπουργείο Αμυνας, του οποίου οι δαπάνες αυξάνονται κατά 32,4%. Μέχρι το 2029 θα έχει δημιουργηθεί έλλειμμα στον προϋπολογισμό ύψους 172 δισ. ευρώ.
Υπενθυμίζεται ότι τον περασμένο Μάρτη η γερμανική Βουλή ενέκρινε τη συνταγματική αναθεώρηση του «φρένου χρέους» προκειμένου να χρηματοδοτηθεί η πολεμική προετοιμασία, που υπολογίζεται να κοστίσει 1 τρισ. ευρώ (500 δισ. για εκσυγχρονισμό των Ενόπλων Δυνάμεων και 500 δισ. για σχετικές υποδομές και τεχνολογίες).
Μέρος των κεφαλαίων που «λιμνάζουν» βρίσκει διέξοδο στην πολεμική οικονομία, με πολεμικές βιομηχανίες όπως η «Rheinmetall» να σημειώνουν κέρδη ρεκόρ και γερμανικά μονοπώλια άλλων κλάδων να προσανατολίζουν αντίστοιχα την παραγωγή τους.
Ωστόσο, «το επενδυτικό πρόγραμμα της κυβέρνησης για τις υποδομές και την Αμυνα δεν θα είναι αρκετό από μόνο του για την επανεκκίνηση της οικονομίας», επισήμανε πρόσφατα ο πρόεδρος της Bundesbank, J. Nagel, προσθέτοντας πως «οι αιτίες είναι βαθύτερες».
Αυτό που απασχολεί το γερμανικό κεφάλαιο είναι ότι η Γερμανία δεν είναι «ελκυστική για επενδύσεις» και το επίπεδο επενδύσεων στη Γερμανία παραμένει κατά 5% χαμηλότερο από το 2019 (ifo).
Παρά τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις εκατοντάδων δισ. ευρώ, η Bundesbank δεν προβλέπει αύξηση του ΑΕΠ για το 2025, ενώ οι παραγγελίες εργοστασίων μειώθηκαν για δεύτερο συνεχόμενο μήνα τον Αύγουστο και η βιομηχανική παραγωγή κατέγραψε τη μεγαλύτερη πτώση των τελευταίων 12 μηνών.
Επιχειρηματικοί όμιλοι και οικονομικά ινστιτούτα υπογραμμίζουν πως για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας απαιτείται φθηνότερο εργατικό δυναμικό, προσέλκυση εξειδικευμένων μεταναστών και περισσότερα φορολογικά κίνητρα για επενδύσεις.
Η ασφαλιστική «μεταρρύθμιση» είναι επίσης απαραίτητη, ώστε να μειωθούν οι κοινωνικές εισφορές, να περικοπούν δαπάνες Υγείας και να δοθούν «κίνητρα» για περισσότερες ώρες δουλειάς, καθώς και για δουλειά μετά τη σύνταξη. «Οι Γερμανοί θα πρέπει να εργάζονται περισσότερο - εν ανάγκη μέχρι τα 70», είπε η υπουργός Οικονομίας Κ. Ράιχε.
Σε αυτό το πλαίσιο ο Μερτς ανακοίνωσε «φθινόπωρο μεταρρυθμίσεων» με αντιλαϊκά μέτρα, φοροελαφρύνσεις και επιδοτήσεις των επιχειρηματικών ομίλων.
Ολες αυτές οι «κοσμογονικές» αλλαγές στο γεωπολιτικό και οικονομικό πεδίο, έχουν αντίκτυπο και στον κυβερνητικό συνασπισμό και γενικότερα στο γερμανικό αστικό πολιτικό σύστημα.
Τον περασμένο Μάρτη πραγματοποιήθηκαν εκλογές μετά την κατάρρευση του κυβερνητικού συνασπισμού Σοσιαλδημοκρατών - Πρασίνων - Φιλελευθέρων. Οι Φιλελεύθεροι έμειναν εκτός κοινοβουλίου, ενώ οι Σοσιαλδημοκράτες κατέγραψαν το χαμηλότερο ποσοστό της ιστορίας τους.
Σε ένα τέτοιο φόντο, ενώ οι «μεγάλοι συνασπισμοί» Χριστιανοδημοκρατών - Σοσιαλδημοκρατών θεωρούνταν οι πιο σταθερές κυβερνήσεις στη Γερμανία, ο συνασπισμός τους μετά τις εκλογές του Μάρτη χαρακτηρίστηκε θνησιγενής από την πρώτη μέρα.
Είναι χαρακτηριστικό ότι η συνταγματική αναθεώρηση του φρένου χρέους - θέμα «ταμπού» στη Γερμανία - ψηφίστηκε μεν μετά τις εκλογές, αλλά από την απερχόμενη Βουλή, που είχε την απαραίτητη πλειοψηφία.
Επίσης, είναι ενδεικτικό ότι ο Μερτς εκλέχτηκε καγκελάριος με τη δεύτερη ψηφοφορία στη Βουλή.
Στις δημοσκοπήσεις η δημοτικότητα του καγκελάριου έχει πέσει κατακόρυφα, οι Σοσιαλδημοκράτες βρίσκονται στην τρίτη θέση, ενώ το εθνικιστικό - ακροδεξιό Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) εμφανίζεται ακόμη και στην πρώτη θέση, προτάσσοντας μεταξύ άλλων την «ανάγκη» των γερμανικών βιομηχανιών για φθηνή ρωσική Ενέργεια.