Τρίτη 14 Γενάρη 2020
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σελίδα 14
ΚΟΜΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΔΡΑΣΗ
ΝΙΚΟΣ ΦΟΥΝΤΟΥΛΑΚΗΣ
Η επιστημονική έρευνα στην Υγεία «δέσμια» της κερδοφορίας

Τεράστια ποσά δεν διοχετεύονται σε αποτελεσματικούς τρόπους πρόληψης μίας ασθένειας, αλλά σε πιο επικερδείς για το κεφάλαιο δραστηριότητες, όπως η παραγωγή φαρμάκων

Η παρέμβαση του Ν. Φουντουλάκη επικεντρώθηκε στην έρευνα στον Τομέα της Υγείας σήμερα, που χρηματοδοτείται κυρίως από μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες, μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς (charities) και σε μικρότερο βαθμό από το κράτος:

«Ενας μικρός αριθμός φαρμακευτικών εταιρειών κατέχουν τη "μερίδα του λέοντος" από την "πίτα" της ερευνητικής δραστηριότητας με κέρδη τρισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως. Χαρακτηριστικά, το πρώτο τετράμηνο του 2019 τα έσοδα τριών από τις μεγαλύτερες φαρμακευτικές εταιρείες ανέρχονταν συνολικά σε 30 δισ. δολάρια. Οι εταιρείες αυτές είτε αναπτύσσουν δική τους ερευνητική δραστηριότητα (βασική και κλινική έρευνα), είτε χρηματοδοτούν ερευνητές από πανεπιστημιακά ιδρύματα κυρίως για να αναπτύξουν και να δοκιμάσουν νέα φαρμακευτικά προϊόντα σε κλινικές μελέτες.

Οι προτεραιότητες στον τομέα της έρευνας δεν έχουν γνώμονα την ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών, αλλά τη μεγιστοποίηση των κερδών των εταιρειών. Ενα παράδειγμα είναι η στρατηγική για την αντιμετώπιση του σακχαρώδους διαβήτη, όπου τεράστια ποσά δαπανώνται για την ανάπτυξη νέων φαρμάκων για την αντιμετώπιση των συνεπειών της νόσου παρά για την πρόληψη της ανάπτυξής της.

Χαρακτηριστικά μία πρόσφατη μελέτη ανέδειξε την αποτελεσματικότητα της διαιτητικής παρέμβασης στην αναστροφή της νόσου τα πρώτα χρόνια μετά τη διάγνωση, ενώ φτάσαμε πλέον να μιλάμε ακόμα και για ίαση με υγιεινοδιαιτητικές παρεμβάσεις στα αρχικά στάδια της ασθένειας. Αντί λοιπόν τα χρήματα να κατευθύνονται σε πιο αποτελεσματικούς τρόπους πρόληψης μίας ασθένειας, αυτά διοχετεύονται σε πιο επικερδείς για το κεφάλαιο δραστηριότητες, όπως η παραγωγή φαρμάκων».

Παράλληλα, οι επιστήμονες στη βιοϊατρική έρευνα αντιμετωπίζουν πίεση και ανασφάλεια, επιδίδονται σε ένα «κυνήγι» εξασφάλισης βραχύβιας χρηματοδότησης μέσα από ανταγωνιστικές χρηματοδοτήσεις (grants) ή υποτροφίες και όσοι δεν τα καταφέρνουν, πέφτουν σε επιστημονική - και κατ' επέκταση εργασιακή - δυσμένεια, καθώς τα πανεπιστημιακά ιδρύματα δεν τους θεωρούν αρκετά ανταγωνιστικούς. Ακόμα και όσοι τελικά καταφέρνουν να βρουν χρηματοδότηση, βρίσκονται σε καθεστώς πίεσης για την παραγωγή αποτελεσμάτων μέσα σε συγκεκριμένα χρονικά πλαίσια προκειμένου να λάβουν το σύνολο της χρηματοδότησης. Επίσημα, πλέον, ένα από τα κριτήρια αξιολόγησης του επιστημονικού προσωπικού των πανεπιστημίων είναι και ο αριθμός των κονδυλίων που «φέρνουν» στο ίδρυμα.

«Αντίστοιχα - πρόσθεσε - και η δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων της επιστημονικής έρευνας χαρακτηρίζεται από τη δημοσίευση ''θετικών'' αποτελεσμάτων, εκείνων δηλαδή των εργασιών που δείχνουν κάποιο στατιστικά σημαντικό αποτέλεσμα μίας παρέμβασης ή ενός πειράματος σε σχέση με την καθιερωμένη θεραπεία», με αποτέλεσμα μεγάλος όγκος επιστημονικής εργασίας να μη δημοσιεύεται και η επιστημονική κοινότητα να στερείται χρήσιμων συμπερασμάτων. Εξάλλου, συμπλήρωσε, ο ανταγωνισμός μεταξύ επιστημονικών ομάδων που δουλεύουν στο ίδιο ή παρεμφερές αντικείμενο για την εξασφάλιση χρηματοδότησης, αντί η συνεργασία τους, αποτελεί σπατάλη χρημάτων και έμψυχου δυναμικού.

«Σε μία κοινωνία όπου η επιστήμη θα βρίσκεται στην υπηρεσία των λαϊκών αναγκών, η μεγιστοποίηση του οικονομικού κέρδους δεν θα αποτελεί την κινητήρια δύναμη της έρευνας. Προτεραιότητα γίνεται η κάλυψη των αναγκών των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων και οι όποιες τεχνικές καινοτομίες και επιστημονικά επιτεύγματα θα εξυπηρετούν τις ανάγκες της βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου. Και οι επιστημονικές ανακαλύψεις στην Υγεία και τη βιοϊατρική θα τίθενται στην υπηρεσία της προαγωγής της υγείας του λαού με έμφαση στην πρόληψη», συνέχισε.

«Ειδικά σήμερα, με τις δυνατότητες που ανοίγονται με την εφαρμογή μεθόδων τεχνητής νοημοσύνης στην αναγνώριση των ομάδων ασθενών, που βρίσκονται σε μεγαλύτερο κίνδυνο να παρουσιάσουν πρόοδο/εξέλιξη της νόσου τους, υπάρχει στο μέλλον η δυνατότητα έγκαιρης παρέμβασης για την αποτροπή αυτής της εξέλιξης. Με την εφαρμογή νεότερων θεραπειών σε τομείς, όπως η ογκολογία και η καρδιολογία, σήμερα είναι δυνατή η μετατροπή νοσημάτων - που παλιότερα η επιβίωση ήταν μικρή - σε χρόνια (π.χ. HIV/AIDS) και για μερικά από αυτά να μιλάμε ακόμα και για ίαση, όπως για παράδειγμα κάποιοι τύποι λεμφωμάτων», ανέφερε.

Ωστόσο, δεν είναι δυνατόν αυτά τα επιτεύγματα να ικανοποιήσουν τις ανάγκες ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων, όταν κυριαρχούν οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής:

«Συνολικά υπολογίζεται ότι στις ΗΠΑ 1 στους 4 ασθενείς με διαβήτη λαμβάνει μικρότερη ποσότητα ινσουλίνης λόγω κόστους. Είναι εύκολο να αντιληφθεί κανείς ότι δεν μπορούμε να μιλάμε για ευρεία εφαρμογή των επιτευγμάτων της επιστημονικής προόδου σε τέτοιες συνθήκες ταξικών ανισοτήτων και εκμετάλλευσης. Σε ένα τέτοιο σύστημα οι καρποί της επιστημονικής προόδου, ενώ παράγονται με την εργασία χιλιάδων εργαζομένων, αποδίδουν κέρδη σε μία χούφτα εταιρειών και χρησιμοποιούνται από έναν σχετικά περιορισμένο αριθμό ανθρώπων, που έχουν τη δυνατότητα της πρόσβασης σε αυτούς».

Τέλος, αναφέρθηκε στην εμπειρία από τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες, όπου στόχος της έρευνας ήταν να εξυψώσει το επίπεδο ζωής των εργαζομένων όσον αφορά την Υγεία, τη μόρφωση, τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας και την αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου. Κοιτώντας την πορεία του πρώτου σοσιαλιστικού κράτους στην παγκόσμια Ιστορία, της ΕΣΣΔ, «θα δούμε ότι από το ποσοστό 70% αναλφαβητισμού της τσαρικής, προεπαναστατικής Ρωσίας, η ΕΣΣΔ μετρούσε διπλάσιους φοιτητές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης από ΗΠΑ, Αγγλία και Γαλλία μαζί τις παραμονές του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ το 1987 υπήρχαν στην ΕΣΣΔ 1,5 εκατομμύριο επιστήμονες», το κράτος ήταν υπεύθυνο για την έρευνα, η παροχή φαρμάκου ήταν για όλους δωρεάν, ενώ οι εργαζόμενοι επιστήμονες είχαν μόνιμη εργασία, πληρωμένες διακοπές, άδειες μητρότητας κ.ά.


Κορυφή σελίδας

Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org