Προσγειώθηκε χτες στο Πεκίνο ο Πρόεδρος των ΗΠΑ
2026 The Associated Press. All |
Από την άφιξη του Τραμπ στην κινεζική πρωτεύουσα |
Τον Αμερικανό ηγέτη συνοδεύουν μια σειρά υψηλόβαθμα στελέχη της κυβέρνησής του, συμπεριλαμβανομένων των υπουργών Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, Πολέμου Πιτ Χέγκσεθ, Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ κ.ά., ενώ στο αεροδρόμιο τον υποδέχτηκε ο αντιπρόεδρος της κινεζικής κυβέρνησης Χαν Ζενγκ.
Ιεραρχώντας τη διαπραγμάτευση των όρων οικονομικής συνεργασίας προς όφελος των αμερικανικών μονοπωλίων σε μια περίοδο που η αναμέτρηση για την πρωτοκαθεδρία στην παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία κλιμακώνεται μέσα από πυρετώδεις πολεμικές προπαρασκευές, ο Αμερικανός ηγέτης έφτασε στην Κίνα μαζί με ευρεία αντιπροσωπεία επιχειρηματικών στελεχών, κολοσσών όπως «Tesla» - «SpaceX», «Apple», «Blackrock», «Citi», «Goldman Sachs», «Meta», «Qualcomm», «Blackstone», «Boeing», «Cargill», «GE Aerospace», «Mastercard» και «Visa». Οπως περιέγραφε σε δηλώσεις του κατά το ταξίδι, επιδίωξη είναι να παροτρύνει τον Σι, «έναν εξαιρετικό ηγέτη, να "ανοίξει" την Κίνα, ώστε αυτοί οι λαμπροί άνθρωποι να μπορέσουν να κάνουν τα μαγικά τους»...
Κεντρικό άρθρο στο κινεζικό πρακτορείο «Σινχουά» υπογράμμιζε χτες ότι «όπως σημείωσε ο Σι, ο διάλογος είναι καλύτερος από την αντιπαράθεση. Οι δύο πλευρές θα πρέπει να σκεφτούν ευρέως και να αναγνωρίσουν το μακροπρόθεσμο όφελος της συνεργασίας. Εξάλλου, ο κόσμος σήμερα αντιμετωπίζει πολλές σύνθετες προκλήσεις». Ανάλυση δε της «Λαϊκής Ημερησίας» επισημαίνει όλο νόημα ότι «σήμερα οι σχέσεις Κίνας - ΗΠΑ και ο διάλογος πραγματοποιούνται σε πιο δίκαιη βάση. Η επικοινωνία γίνεται όλο και πιο ρεαλιστική, με σαφέστερη καταγραφή των ορίων που κάθε πλευρά θέτει».
Από την άλλη μεριά, σε ανάλυση της αμερικανικής «δεξαμενής σκέψης» «Atlantic Council» τονίζεται ότι «Ουάσιγκτον και Πεκίνο έχουν κολλήσει σε μια άβολη δυναμική, την οποία χαρακτηρίζουν βαθιά δυσπιστία, αμοιβαία οικονομική έκθεση και αυξανόμενες προσπάθειες των δύο πλευρών να "απεγκλωβίσουν" τις οικονομίες τους προτού αυτή η εξάρτηση μπορέσει να χρησιμοποιηθεί (σ.σ. από αντιπάλους τους) ως όπλο. Κοινά συμφέροντα είναι δύσκολο να βρεθούν, και η μετατροπή των λίγων που υπάρχουν σε κάτι που μοιάζει με πραγματική συνεργασία θα απαιτούσε περισσότερο πολιτικό κεφάλαιο απ' ό,τι κάθε πλευρά φαίνεται να είναι διατεθειμένη να επενδύσει αυτήν τη στιγμή». Αναφέρει ακόμα ότι οι δύο ηγέτες θα αναζητήσουν «κέρδη τακτικής» από τη συνάντησή τους: «Ο Σι πιθανότατα θα επιδιώξει παραχωρήσεις από τις ΗΠΑ για τους ελέγχους των εξαγωγών τεχνολογίας, την Ταϊβάν και τους δασμούς. Ο Τραμπ πιθανότατα θα επιδιώξει μεγάλες κινεζικές αγορές αμερικανικών αγαθών, περισσότερη πρόσβαση των ΗΠΑ στις σπάνιες γαίες της Κίνας και πρόοδο στη συνεργασία για τη φαιντανύλη».
Η ίδια ανάλυση υπογραμμίζει ότι «είναι επίσης απίθανο να υπάρξουν σημαντικές επενδυτικές ανακοινώσεις» και ότι μπορεί τον Απρίλη «ο εμπορικός αντιπρόσωπος των ΗΠΑ Τζέιμσον Γκριρ να δήλωσε ότι οι δύο πλευρές εργάζονται για να ξεκινήσουν ένα "Συμβούλιο Επενδύσεων" για τη διευκόλυνση έργων μεταξύ των δύο χωρών, αλλά αυτή η προσπάθεια φαίνεται να έχει σταματήσει», καθώς «είναι δύσκολο για τις εταιρείες και τους αξιωματούχους και των δύο πλευρών να εντοπίσουν εφικτούς για κάτι τέτοιο τομείς ή έργα».
Πάντως η Ντέμπι Ντίγκελ, βουλευτής Ρεπουμπλικάνων, σε άρθρο της στο φιλοκυβερνητικό αμερικανικό δίκτυο «Fox News» με τίτλο «Γιατί οι Αμερικανοί πρέπει να ανησυχούν για τη σύνοδο κορυφής του Προέδρου Τραμπ με την Κίνα» υποστηρίζει ότι «ο Πρόεδρος πρέπει να τηρήσει τον λόγο του απέναντι στον αμερικανικό λαό και να μην επιτρέψει στην Κίνα να "κατασκευάζει" στις ΗΠΑ» (δηλαδή να αποκτήσει πρόσβαση ή βασικά κεφάλαια σε μεγάλους ομίλους μεταποίησης στις ΗΠΑ).
Η Ντίγκελ ανέφερε ότι «πρόσφατες σκέψεις» για την προθυμία Τραμπ «να επιτρέψει στους Κινέζους κατασκευαστές να παράγουν στις ΗΠΑ» συνιστούν «σοβαρή απειλή τόσο για την οικονομική όσο και για την εθνική μας ασφάλεια», αναγγέλλοντας μάλιστα και «μια σπάνια δικομματική προσπάθεια» Ρεπουμπλικάνων και Δημοκρατικών βουλευτών με την οποία «θα πολεμήσουμε με όλες μας τις δυνάμεις».
Μεταξύ άλλων έκρινε σκόπιμο να υποστηρίξει ότι αν και «για δεκαετίες οι Ηνωμένες Πολιτείες αγκάλιασαν την παγκοσμιοποίηση, με την υπόθεση ότι η βαθύτερη οικονομική ολοκλήρωση θα ήταν αμοιβαία επωφελής και θα δημιουργούσε αμερικανικές θέσεις εργασίας», τελικά «η πραγματικότητα απέχει πολύ από αυτό που είχε προβλεφθεί». Υπογράμμισε δε ότι «η Κίνα δεν παίζει με τους ίδιους κανόνες ελεύθερης αγοράς που παίζει η Αμερική. Η παγκόσμια κυριαρχία της αυξήθηκε επειδή κανείς που την ανταγωνίζεται δεν παίζει επί ίσοις όροις και η παγκόσμια αγορά βρίσκεται σε σημαντικό μειονέκτημα. Οι κινεζικές εταιρείες λαμβάνουν τεράστιες επιδοτήσεις από την κυβέρνησή τους, προνομιακή χρηματοδότηση (...) Το να επιτραπεί στις ίδιες εταιρείες να παράγουν εντός των Ηνωμένων Πολιτειών θα δώσει σε έναν γεωπολιτικό αντίπαλο μόχλευση στην οικονομία της Αμερικής εκ των έσω...».