Σάββατο 2 Μάη 2026 - Κυριακή 3 Μάη 2026
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σελίδα 8
ΦΛΟΓΕΣ ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ
ΑΣΤΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΕ ΕΥΡΩΠΗ ΚΑΙ ΕΥΡΥΤΕΡΑ
Αβεβαιότητα, αντιφάσεις και «ασκήσεις ισορροπίας»

Αβεβαιότητα, κινδύνους, κενά και αντιφάσεις ανέδιδαν οι τοποθετήσεις στο Φόρουμ των Δελφών που ολοκληρώθηκε το περασμένο Σάββατο, με φόντο τον πόλεμο στη Μ. Ανατολή και συνολικά την όξυνση των ανταγωνισμών, όπου τον τόνο δίνει ο ανταγωνισμός ΗΠΑ - Κίνας για την πρωτοκαθεδρία. Σε ένα τέτοιο «ρευστό» και «αβέβαιο» περιβάλλον, με τις συνέπειες για την καπιταλιστική οικονομία διεθνώς και στη χώρα μας να θεωρούνται παραπάνω από σίγουρες, τους ανταγωνισμούς να οξύνονται και τις ρωγμές στον ευρωατλαντικό άξονα να μεγαλώνουν, ο προβληματισμός των αστικών επιτελείων αφορούσε και το πώς και με ποιους όρους μπορούν να προωθηθούν οι στρατηγικές στοχεύσεις της αστικής τάξης, όπως και η διασφάλιση της καπιταλιστικής κερδοφορίας, αν και με τι όρους μπορούν να «ισορροπήσουν» απέναντι στις αποκλίνουσες στοχεύσεις ΗΠΑ και ΕΕ, «ακουμπώντας» και στον κάθε ιμπεριαλιστικό πόλο, ανάλογα και με τις κάθε φορά ανάγκες και στοχεύσεις των διαφόρων τμημάτων της αστικής τάξης. Μια τέτοια ενδεικτική καταγραφή κάνει παρακάτω ο «Ριζοσπάστης».

«Οι κρίσεις ήρθαν για να μείνουν» και «τα περιθώρια ελιγμών είναι μικρότερα»

Στη «μεγάλη εικόνα», βασικός άξονας γύρω από τον οποίο περιστράφηκαν τα διλήμματα και οι προβληματισμοί ήταν φυσικά ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος και οι συνέπειές του στην καπιταλιστική οικονομία, αποτυπώνοντας τόσο τον μεγάλο αντίκτυπό τους, ανάλογα και με τη διάρκεια της σύγκρουσης, όσο και τα σχετικά μικρότερα περιθώρια της αστικής πολιτικής για τη διαχείρισή της.

Χαρακτηριστικά, ο Valdis Dombrovskis, επίτροπος της ΕΕ για την Οικονομία και την Παραγωγικότητα, είπε ότι η «σύγκρουση» στη Μέση Ανατολή θα έχει ως εκτιμώμενες επιπτώσεις επιβράδυνση 0,2 - 0,6 μονάδων για την ευρωενωσιακή οικονομία και αύξηση του πληθωρισμού άνω της μίας ποσοστιαίας μονάδας, προειδοποιώντας για το φαινόμενο του στασιμοπληθωρισμού. Την ίδια στιγμή υποστήριξε ότι τα όποια μέτρα πρέπει να είναι προσωρινά και στοχευμένα, λαμβάνοντας υπόψη τους δημοσιονομικούς περιορισμούς και το γεγονός ότι «βρισκόμαστε σε υψηλότερα επίπεδα ελλείμματος και χρέους από ό,τι πριν την κρίση του COVID και πριν την πρώτη ενεργειακή κρίση», όπως είπε.

Ο Pierre Gramegna, διευθύνων σύμβουλος του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας, προειδοποίησε ότι οι αγορές δεν έχουν αποτιμήσει πλήρως τη διάρκεια και το βάθος της κρίσης και λειτουργούν με τη λογική ότι θα τελειώσει σύντομα, ενώ «οι τελευταίες εξελίξεις δείχνουν ότι είναι πιο εύκολο να αρχίσεις έναν πόλεμο παρά να τον τελειώσεις». Τόνισε ότι η κρίση έχει ήδη αφήσει βαθύ αποτύπωμα στην πραγματική οικονομία και ότι η προσφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου δεν θα ομαλοποιηθεί γρήγορα, επιβαρύνοντας τιμές και κόστος ζωής. Πρόσθεσε πως ο πληθωρισμός είναι ήδη εκτός στόχου και σε σχέση με το 2022 τα επιτόκια τώρα είναι υψηλότερα, άρα «ο αντίκτυπος είναι ταχύτερος» ενώ «τα περιθώρια ελιγμών των κρατών είναι μικρότερα».

Ο Μιχάλης Σάλλας, πρόεδρος της «Lyktos Group» και επίτιμος πρόεδρος της Τράπεζας Πειραιώς, εκτίμησε ότι η διατήρηση των τιμών του πετρελαίου σε υψηλά επίπεδα λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή θα φέρει μείωση της ανάπτυξης και αύξηση του πληθωρισμού σε Ελλάδα και Ευρώπη, αναπροσαρμογή επιτοκίων προς τα πάνω, πληθωρισμό στο τέλος του έτους στο 5%, αλλά και μεγάλες συνέπειες στην αγροτοδιατροφική παραγωγή αν δεν έχουν ήδη δημιουργηθεί αποθέματα τουλάχιστον για 6 μήνες.

Ο Γιώργος Στουρνάρας, διοικητής της ΤτΕ, παρότι στις διάφορες παρεμβάσεις του καθησύχασε σε σχέση με την κατάσταση των τραπεζών, διευκρίνισε πως «θωρακισμένος δεν μπορεί να το πει κανείς, διότι αν αυτή η κρίση κρατήσει πολύ καιρό και ανέβουν πολύ οι τιμές του πετρελαίου, θα δημιουργηθούν νέα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Δεν υπάρχει καμία εμπειρία γι' αυτό». Επίσης εκτίμησε ότι «αν συνεχιστεί η κρίση και οι τιμές της ενέργειας μείνουν εκεί που είναι ή ανέβουνε κι άλλο (...) νομίζω θα πάμε σε αύξηση επιτοκίων».

Ο δε Βασίλης Καραμούζης, στέλεχος της Εθνικής Τράπεζας, τόνισε ότι «οι κρίσεις ήρθαν για να μείνουν. Οποιος νομίζει ότι τα πράγματα θα είναι όπως ήταν κάποτε, μάλλον δεν έχει καταλάβει τίποτα». Πρόσθεσε πως οι κρίσεις δεν είναι πλέον σειριακές, αλλά εκδηλώνονται ταυτόχρονα και με πολύ διαφορετικά αίτια.

Στρατηγική αποτυχία των ΗΠΑ στο Ιράν, αλλά «κανείς δεν περιμένει την Ευρώπη»

Δεύτερη σταθερή παράμετρος των αστικών προβληματισμών που αποτυπώθηκαν και στο Φόρουμ είναι η σχετική αποδυνάμωση των ΗΠΑ (και των συμμάχων τους στην περιοχή) από τον πόλεμο στο Ιράν, όπως και οι τριγμοί στις ευρωατλαντικές σχέσεις, συνδυασμός που επιταχύνει τις διεργασίες για την περιβόητη ευρωενωσιακή «αυτονομία» απέναντι στα άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα.

Ενδεικτικά, ο Emile Hokayem, στέλεχος του βρετανικού International Institute for Strategic Studies, είπε ότι οι Αμερικανοί φαίνεται να αντιμετωπίζουν μια στρατηγική και επιχειρησιακή αποτυχία, που οι μακροπρόθεσμες συνέπειές της θα είναι σημαντικές τόσο για το Ισραήλ («κάποια στιγμή θα κληθεί να αντιμετωπίσει τη συνολική τραγικότητα της κατάστασης») όσο και για ολόκληρη την περιοχή. Πρόσθεσε ότι το Ιράν «δεν αναδύεται ως πλήρως νικητής, ωστόσο (...) έχει αποκτήσει σημαντική διαπραγματευτική ισχύ», ενώ τα κράτη του Κόλπου «αποτελούν τους καθαρούς στρατηγικούς χαμένους», αφού «πλέον καλούνται να προσαρμοστούν και να απαντήσουν σε κρίσιμα ερωτήματα σχετικά με τις σχέσεις τους με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, καθώς και με το γεωοικονομικό τους μέλλον». Εκτίμησε δε ότι η κατάσταση όχι μόνο δεν δείχνει συνολική συμφωνία, αλλά μπορεί και να επιδεινωθεί.

Ο Creon Butler, στέλεχος του βρετανικού Chatham House, περιέγραψε τη μετατόπιση των ΗΠΑ ως μια ουσιαστική αλλαγή στη λειτουργία του διεθνούς συστήματος, σημειώνοντας ότι η αλλαγή αυτή συνοδεύεται και από την αποχώρηση των ΗΠΑ από «κρίσιμους τομείς διεθνούς ευθύνης», όπως «η χρηματοπιστωτική σταθερότητα, η ενεργειακή ασφάλεια και η κλιματική πολιτική», ενώ επεσήμανε ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να «μένει με σταυρωμένα χέρια» σε μια μεταβατική περίοδο.

Στο ίδιο μήκος κύματος ο Τάσος Γιαννίτσης, πρώην υπουργός Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης (2000 - 2001), είπε ότι οι ΗΠΑ έχουν χάσει «βάρος» αλλά έχουν ανακτήσει τεχνολογική και στρατιωτική υπεροχή, άρα η ΕΕ πρέπει τάχιστα να οργανώσει την τεχνολογία και τη στρατιωτική της δύναμη, την πολιτική της οργάνωση. Και προειδοποίησε πως τα πράγματα θα είναι πιο δύσκολα στο μέλλον, αφού «θα υπάρξουν συγκρούσεις για το ποιος θα ελέγχει τι στο νέο γεωπολιτικό σκηνικό, και αυτό αλλάζει τις κοινωνικές ισορροπίες, γιατί κόβονται από κάπου δαπάνες για να δοθούν αλλού».

Ο δε Λουκάς Τσούκαλης, πρόεδρος του ΕΛΙΑΜΕΠ, τόνισε ότι η Ευρώπη υπέστη αλλεπάλληλα σοκ, προσπαθώντας παράλληλα να διατηρήσει την ενότητά της, και ότι «προσπαθεί να επηρεάσει τις εξελίξεις από το πλάι, ενώ υφίσταται όλες τις δυσμενείς επιπτώσεις».

«Ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα»...

Παράλληλα, μια σειρά τοποθετήσεις εστίασαν στις προϋποθέσεις που περιλαμβάνει το «καθήκον» της ενίσχυσης της ΕΕ απέναντι στα άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα, αποτυπώνοντας τις απαιτήσεις των επιχειρηματικών ομίλων (οι οποίες μπορούν να συνοψιστούν στο τρίπτυχο Ενέργεια, κεφάλαια - χρηματοδότηση και «φιλοεπενδυτικό περιβάλλον») και φέρνοντας έτσι στην επιφάνεια και τις αντιθέσεις μέσα στο ίδιο το εσωτερικό της ΕΕ για το πώς, ποιος θα κερδίσει και ποιος θα χάσει.

Για παράδειγμα ο Michael Huether, στέλεχος του Γερμανικού Οικονομικού Ινστιτούτου, μίλησε για μια διαρθρωτική κρίση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, λόγω των προσπαθειών απανθρακοποίησης, εστίασε στην έλλειψη εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού και υπογράμμισε ότι ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή επιφέρει επιπλέον κόστος, προσθέτοντας ότι ανέκοψε τη ροή κεφαλαίων προς την Ευρώπη και τη Γερμανία. «Μην υποτιμάτε αυτό το αποτέλεσμα», υπογράμμισε. «Ο πόλεμος έχει δραματική επίδραση στην οικονομική επίδοση και στις προοπτικές. Γι' αυτό πρέπει να δούμε πώς θα προσελκύσουμε κεφάλαια».

Ο Andreas Scheuer, διευθύνων σύμβουλος της γερμανικής «Tancredis GmbH», έβαλε θέμα ότι «η Ευρώπη είναι σαν ένα ερευνητικό εργαστήριο παγκόσμιας κλάσης. Εχουμε πανεπιστήμια, λαμπρούς μηχανικούς, μια ισχυρή βιομηχανία, αλλά πολύ συχνά το τελικό προϊόν δεν κατασκευάζεται εδώ, αλλά κάπου αλλού, στις ΗΠΑ ή στην Ασία, για παράδειγμα όλο και περισσότερο στην Κίνα», λέγοντας πως «στον παγκόσμιο ανταγωνισμό κανείς δεν περιμένει την Ευρώπη».

Ο Robert Tyler, στέλεχος της βρετανικής, «θατσερικού» προσανατολισμού, δεξαμενής σκέψης «New Direction - Foundation for European Conservatism», ζήτησε να λύσουν κι άλλο τα χέρια στους ευρωπαϊκούς επιχειρηματικούς ομίλους ώστε να αντεπεξέλθουν στον ανταγωνισμό με άλλα κέντρα. «Η υπερβολική νομοθεσία στην Ευρώπη μπορεί να χαρακτηριστεί "θάνατος με χίλιες μαχαιριές"», είπε χαρακτηριστικά.

Και ο Κωνσταντίνος Μπίκας, πρέσβης (ε.τ.) και πρώην επικεφαλής της ΕΥΠ, έδωσε έμφαση στην απουσία ένωσης κεφαλαιαγορών, επισημαίνοντας ότι «τεράστια κεφάλαια παραμένουν εγκλωβισμένα σε καταθέσεις χαμηλής απόδοσης», σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, όπου «διοχετεύονται δυναμικά στην οικονομία και την καινοτομία», με κατεύθυνση βασικά να σπρώξουν τη λαϊκή αποταμίευση σε τομείς που προκρίνει το κεφάλαιο.

...και ενεργειακά «διλήμματα»

Με φόντο τα παραπάνω, χαρακτηριστικά ήταν και όσα ειπώθηκαν στο πάνελ για τη βιομηχανία, με την Ράνια Αικατερινάρη, πρόεδρο της Εκτελεστικής Επιτροπής και αντιπρόεδρο του ΣΕΒ, να επισημαίνει με νόημα πως οι βιομηχανικές εξαγωγές, που προσεγγίζουν τα 45 δισ. ευρώ, έχουν πλέον ξεπεράσει τις τουριστικές εισπράξεις (οι οποίες διαμορφώνονται περίπου στα 25 δισ. ευρώ), και πως η βιομηχανία αναπτύσσεται με πολύ ταχύτερους ρυθμούς από το συνολικό ΑΕΠ, ενώ οι επενδύσεις στον βιομηχανικό τομέα, της τάξης των 45 δισ. την τελευταία πενταετία, συναντούν ως βασικό εμπόδιο το υψηλό ενεργειακό κόστος και την «απουσία σταθερότητας και προβλεψιμότητας». «Χωρίς ανταγωνιστικό και σταθερό ενεργειακό κόστος, ανταγωνιστική βιομηχανία δεν μπορεί να υπάρξει», τόνισε χαρακτηριστικά, αναγνωρίζοντας μεν την κίνηση της ΕΕ να χαλαρώσει το πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων αλλά απαιτώντας συνολική αναδιάρθρωση της αγοράς Ενέργειας, με «εξορθολογισμό των χρεώσεων και αναθεώρηση κρίσιμων μηχανισμών, όπως η αγορά εξισορρόπησης», που «τρακάρουν» βέβαια στα συμφέροντα άλλων τμημάτων του κεφαλαίου, τα οποία επίσης παρουσιάστηκαν στο συνέδριο.

Με φόντο άλλωστε τα αδιέξοδα της ενεργειακής πολιτικής της ΕΕ, τις τεράστιες αυξήσεις στην Ενέργεια, την εξάρτηση από τις χώρες του Κόλπου σε ό,τι αφορά μια σειρά ενεργειακά εμπορεύματα, όπως και την αντικατάσταση του φτηνού ρωσικού αερίου από το πανάκριβο αμερικανικό LNG, ο (πρωτοστάτης των σχεδίων για την προώθηση της «αμερικάνικης ενεργειακής κυριαρχίας» μέσω Ελλάδας) επικεφαλής του ομίλου «ΑΚΤΩΡ», Αλ. Εξάρχου, είπε ότι η Ευρώπη πρέπει πάντα να αναζητεί την «ισορροπία μεταξύ εξαρτήσεων», επιμένοντας στην αξία μακροπρόθεσμων συμφωνιών με τις ΗΠΑ...

Ενώ ο Κ. Σιφναίος, στέλεχος της «Gastrade», έβαλε ανοιχτά θέμα η Κομισιόν «να βοηθήσει σε αυτήν την κατεύθυνση», με πρακτικά εργαλεία χρηματοδότησης, ρυθμιστικής ευελιξίας και επιτάχυνσης έργων, ώστε να μπορούν να παράσχουν Ενέργεια μέσω της Ελλάδας στην περιοχή με «ανταγωνιστικούς όρους», την ώρα που άλλοι αγωγοί της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης είναι φτηνότεροι.

Από την άλλη ο Μιχαήλ Χοντορκόφσκι, «εξόριστος» Ρώσος ολιγάρχης, τόνισε στο Φόρουμ ότι ορισμένες από τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας όχι μόνο δεν αποδυνάμωσαν το καθεστώς Πούτιν αλλά λειτούργησαν και αντίστροφα, εμποδίζοντας τη φυγή κεφαλαίων και εξειδικευμένων επαγγελματιών από τη χώρα. Επέμεινε δε ότι «κάποιες από τις κυρώσεις ήταν λανθασμένες» και ότι «όσο πιο γρήγορα επανεξεταστούν, τόσο το καλύτερο».

«Εμπόδια στην υλοποίηση» και «εναλλακτικές» στους διαύλους

Υπό τη σκιά του ιμπεριαλιστικού πολέμου, έχουν σημασία και τα όσα ακούστηκαν στο Φόρουμ σε σχέση με την ανάγκη προσαρμογών στα νέα δεδομένα και «ευελιξίας» σε ό,τι αφορά το ζήτημα των ενεργειακών και άλλων δρόμων, με δεδομένο πάντα τον βασικό στρατηγικό στόχο της αστικής τάξης για μετατροπή της χώρας σε «κόμβο», καθώς και τα συμφέροντα των εφοπλιστών για «ανοιχτούς θαλάσσιους διαύλους».

Απαντώντας επί της ουσίας σε τέτοιες πλευρές των αστικών προβληματισμών, ο Αλ. Κωνσταντόπουλος, πρέσβης, διευθυντής της Διεύθυνσης Β7 του ΥΠΕΞ και ειδικός εκπρόσωπος για τον IMEC, ισχυρίστηκε ότι πρόκειται για σημαντική ευκαιρία συγκέντρωσης πόρων, με στόχο αυτό το σχέδιο να μετατραπεί σε ένα δίκτυο διαδρομών που θα διασφαλίζει τον εφοδιασμό αγαθών, Ενέργειας και δεδομένων. Εξάλλου, σε πλήρη αναντιστοιχία με ό,τι συμβαίνει στην πραγματικότητα, υποστήριξε ότι θα λειτουργήσει τάχα ως ασπίδα απέναντι στις αναταραχές που προκαλεί το «αβέβαιο γεωπολιτικό περιβάλλον». Σε σχέση δε με την προοπτική συμμετοχής των ΗΠΑ στον διάδρομο, προεξόφλησε ότι θα παίξουν στο μέλλον «έναν πολύ σημαντικό ρόλο».

Στο ίδιο πνεύμα, και ενώ η περιοχή εκεί φλέγεται, ο Σαουδάραβας πρίγκιπας Turki Al Faisal χαρακτήρισε «πιθανό» να υπάρξουν «εμπόδια» στη διαδικασία κατασκευής του, ωστόσο υποστήριξε ότι στο τέλος το όραμα για ένα επωφελές έργο είναι δυνατόν να ξεπεράσει τις δυσκολίες...

Στο μεταξύ ο Gautam Chikermane, αντιπρόεδρος του ινδικού Observer Research Foundation, χαρακτήρισε δύσκολο το να συγκεντρωθούν όλοι οι απαιτούμενοι οικονομικοί πόροι, καθώς ναι μεν Ινδία και Ευρώπη θα συνεισφέρουν, όμως μπορεί να υπάρξουν χώρες που να μη θελήσουν να χρηματοδοτήσουν κάτι το οποίο θεωρούν ευάλωτο. Σε αυτό το πλαίσιο, επέμεινε ότι θα πρέπει να επιβεβαιωθεί η ασφάλεια του έργου και στη συνέχεια να αποφασιστεί το αν θα είναι ένα κλειστό δίκτυο για λίγους ή αν θα μπορούν περισσότεροι να γίνουν μέρος του, οπότε και θα χρειαστούν επενδύσεις από περισσότερες χώρες.

Στο ίδιο μοτίβο ο Brad Staples, CEO της αμερικανικής APCO Worldwide, επεσήμανε ότι οι διαφορετικές προσεγγίσεις των εμπλεκόμενων χωρών ενδέχεται να αποτελέσουν εμπόδιο στην υλοποίηση, εξ ου και κατέληξε ότι ναι μεν «όλοι διακρίνουν δυνατότητες αξιοποίησης σε αυτό το εγχείρημα», ωστόσο «μπορεί να οδηγήσει σε ένα ιδιαίτερα θετικό αποτέλεσμα» μόνο «εφόσον υπάρξει συντονισμένη και ειρηνική συνεργασία».

Βέβαια, τα περί «συντονισμού» και «ειρηνικής συνεργασίας», πέρα από όνειρο θερινής νυκτός στον κόσμο που κυριολεκτικά φλέγεται από τους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς, αφορούν τη «διά πυρός και σιδήρου» επιβολή των αμερικανοΝΑΤΟικών σχεδιασμών και την πιο βαθιά εμπλοκή της χώρας στον πόλεμο.

Ενδεικτική ήταν η παρέμβαση του εφοπλιστή Λασκαρίδη, ο οποίος παρόντος του υπουργού Ναυτιλίας, δήλωσε πως παρότι «το ζήτημα (σ.σ. των Στενών του Ορμούζ) δεν λύνεται με πόλεμο» (αλλά ...με οικονομικό στραγγαλισμό), «στο θέμα της πολεμικής αρμάδας εγώ είμαι 100% υπέρ για τα δικά μας συμφέροντα, τα εθνικά μας συμφέροντα...», ενώ μίλησε για την ανάγκη «η Ελλάδα να γίνει στην πράξη αεροναυτική δύναμη, γιατί τα ενδιαφέροντά μας, τα συμφέροντά μας, τα καζάντια μας είναι σε άλλο χώρο»... Οπως και η τοποθέτηση του Χρ. Πρωτοπαπά, στελέχους της «Hellas Sat», ο οποίος έβαλε θέμα σε αυτό το περιβάλλον ότι «σε οποιαδήποτε κρίσιμη γεωπολιτική συγκυρία, όπως φάνηκε από τις πρόσφατες εξελίξεις, τα καλώδια διασύνδεσης, οι ενεργειακές υποδομές και τα δίκτυα αποτελούν βασικούς στόχους. Οι κυβερνήσεις οφείλουν να προστατεύσουν αυτήν την κυριαρχία και τις υποδομές αυτές».

Την ίδια ώρα έπεσαν στο τραπέζι και εναλλακτικές διαδρομές μεταφοράς εμπορευμάτων και Ενέργειας, αλλά και ο ρόλος που διεκδικεί σε αυτές το εγχώριο κεφάλαιο, πρώτα απ' όλα το εφοπλιστικό.

Ενδεικτικά, σε σχετική συζήτηση για τους ανταγωνισμούς στον Αρκτικό Κύκλο η Αννα Διαμαντοπούλου, πρώην ευρωενωσιακή επίτροπος, είπε ότι η ΕΕ καλείται να διαδραματίσει έναν σαφώς πιο στρατηγικό ρόλο στην περιοχή όπου ενισχύουν την παρουσία τους Ρωσία, ΗΠΑ, Κίνα, με τον ανταγωνισμό να εστιάζει σε θαλάσσιες οδούς, πόρους και κανόνες. Επεσήμανε δε ότι η Ενωση Ελλήνων Πλοιοκτητών συμμετέχει ήδη ενεργά στο Αρκτικό Συμβούλιο και τα ελληνόκτητα πλοία αξιοποιούν τις αρκτικές διαδρομές, παρά τη μεγάλη γεωγραφική απόσταση της περιοχής από τη χώρα μας. «Η ισχύς δεν ορίζεται μόνο από τα σύνορα και η ΕΕ οφείλει να καταστεί ενεργός και στρατηγικός παίκτης στην Αρκτική, αναγνωρίζοντάς την ως ευρωπαϊκό ζήτημα υψηλής σημασίας», κατέληξε.

Την ίδια στιγμή οι υφυπουργοί Εξωτερικών Ελλάδας και Καζακστάν, αναπτύσσοντας τις διμερείς σχέσεις, «πούλησαν» την αξία του λεγόμενου Μεσαίου Διαδρόμου, ο οποίος εξυπηρετεί την ...Κίνα, μέσω Τουρκίας. Συγκεκριμένα, υπογραμμίζοντας ότι το Καζακστάν βρίσκεται σε μια περιοχή της Κεντρικής Ασίας που γίνεται ολοένα και πιο σημαντική, ο Χ. Θεοχάρης είπε ότι πέραν της σημασίας του IMEC «δουλεύουμε μαζί σε διάφορες εναλλακτικές», για να προσθέσει πως την ίδια στιγμή αναγνωρίζεται και ο λεγόμενος «Μεσαίος Διάδρομος», τον οποίο χρηματοδοτεί και η ΕΕ. «Πρόκειται για μία ακόμη εναλλακτική, η οποία κάποια στιγμή πρέπει να καταστεί πλήρως λειτουργική», επεσήμανε.

Επιχείρηση ισορροπιών «ενώ χάσκει το ρήγμα στον δυτικό κόσμο»

Μέσα από αυτό το πρίσμα των αστικών προβληματισμών όπως και των αντιθέσεων μπορεί κανείς να διαβάσει και μια σειρά πολιτικές παρεμβάσεις στο συνέδριο, κυρίως των δυνάμεων της σοσιαλδημοκρατίας, αλλά όχι μόνο, οι οποίες εστίασαν στην ανάγκη «προσαρμογών» σε ό,τι αφορά τις συμμαχίες της αστικής τάξης και για το ποιος είναι ο καταλληλότερος τρόπος για τη διεκδίκηση των στρατηγικών στόχων της αστικής τάξης, με πρώτο αυτόν της μετατροπής της χώρας σε «κόμβο» Ενέργειας και εμπορευμάτων.

Ενδεικτικές ήταν οι αναφορές Ανδρουλάκη, Τσίπρα και Φάμελλου στα περί ανάγκης διαφοροποίησης από τον «τραμπισμό», όπως και από τον Νετανιάχου, διατηρώντας ταυτόχρονα τη στρατηγική σχέση με ΗΠΑ και Ισραήλ (βλ. π.χ. τις εξοργιστικές φαιδρότητες του Τσίπρα ότι όταν εκείνος ενίσχυε τη σχέση ως πρωθυπουργός, το Ισραήλ δεν ήταν ...τόσο φιλοπόλεμο), με τη δράση τους να περιγράφεται ως «παράγοντας αποσταθεροποίησης» στην περιοχή, με οικονομικές συνέπειες και κερδισμένη την Τουρκία. Επίσης στην ανάγκη επιτάχυνσης της ευρωενωσιακής «ολοκλήρωσης», για να ακουμπήσει η εγχώρια αστική τάξη, με «επίγνωση» του χαμένου εδάφους στον ανταγωνισμό, αλλά και της δυνατότητας να ανακάμψει, δεδομένων και των ανταγωνισμών.

Την ίδια στιγμή (με φόντο και τις «προσαρμογές» στις σχέσεις ΗΠΑ - Ρωσίας) άλλοι, όπως ο πρώην υπουργός της ΝΔ Καιρίδης, έλεγαν ότι στην ΕΕ υπάρχει διαφοροποίηση όσον αφορά τις μακροπρόθεσμες σχέσεις με τη Ρωσία, σημειώνοντας πως χώρες όπως η Ελλάδα, η Γαλλία και η Ιταλία προσβλέπουν σε μια στρατηγική προσέλκυσης της Ρωσίας μετά τον Πούτιν, σε αντίθεση με τις χώρες της Ανατ. Ευρώπης, που τη βλέπουν ως «υπαρξιακή απειλή».

Ενδεικτική ήταν και η αποστροφή του Ευ. Βενιζέλου περί «της ανάγκης να ισορροπούμε ανάμεσα σε δύο στρατηγικές ενώ χάσκει το ρήγμα στον δυτικό κόσμο», ενώ συμπλήρωσε ότι «πρέπει να ισορροπούμε στο δίπολο Ευρωπαϊκή Ενωση - Αμερική. Εάν τεθεί το δίλημμα αυτό επιτακτικά ως δίλημμα επιλογής, πάρα πολλές ευρωπαϊκές χώρες, για να μην πω σχεδόν όλες οι ευρωπαϊκές χώρες, θα δυσκολευτούν πάρα πολύ να απαντήσουν για το ποια είναι η προτεραιότητά τους, η ιστορική και στρατηγική προτεραιότητά τους. Αν είναι η συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες ή αν είναι η ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία. Αυτό το δίλημμα το έχουμε και εμείς, και επίσης πρέπει να δούμε πώς θα ισορροπήσουμε στη σχέση μας με το Ισραήλ και την Τουρκία».


Κορυφή σελίδας
Διακήρυξη της ΚΕ του ΚΚΕ για τα 80 χρόνια από την έναρξη της εποποιΐας του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας
Μνημεία & Μουσεία Αγώνων του Λαού
Ο καθημερινός ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ 1 ευρώ