Παίρνοντας τον λόγο ο Σταύρος Τουμανίδης, πρόεδρος του Σωματείου Ναυπηγοξυλουργών, τόνισε πως «το Εργατικό Κέντρο είναι οργανωτής της πάλης όλων των κλάδων, ο χώρος όπου η ατομική αγανάκτηση γίνεται συλλογική δύναμη και οργάνωση της αντεπίθεσης». Αναφερόμενος στη δράση του Σωματείου είπε ότι ένας από τους βασικούς στόχους του είναι να ενημερώνει άμεσα κάθε νέο συνάδελφο για τα δικαιώματά του και να κάνει παρεμβάσεις για κάθε ζήτημα που προκύπτει. Μέσα από αυτήν τη δράση το τελευταίο διάστημα έχουν γίνει πάνω από 30 εγγραφές νέων μελών, δυναμώνοντας το ίδιο το Σωματείο αλλά και το ΕΚΠ.
Ο Ακης Αντωνίου, πρόεδρος του Παραρτήματος Πειραιά του Συνδικάτου Μετάλλου Αττικής και Ναυπηγοεπισκευαστικής Βιομηχανίας Ελλάδας, αναφέρθηκε στη συμμετοχή που υπάρχει στις αρχαιρεσίες του Συνδικάτου και η οποία δείχνει την εμπιστοσύνη των μεταλλεργατών στο Συνδικάτο τους. Μίλησε για την άμεση εμπλοκή της ναυπηγικής βιομηχανίας στην πολεμική οικονομία, αλλά και για τους εγκλωβισμένους μεταλλεργάτες σε περιοχές του Περσικού Κόλπου.
Η Χριστίνα Καραμαλίκη, πρόεδρος του Σωματείου Καθαριστριών Πειραιά και μέλος του ΔΣ του ΕΚΠ, στάθηκε ιδιαίτερα στη μάχη για την προστασία της λαϊκής περιουσίας από τα «κοράκια» και στην πείρα από τέτοιες αναμετρήσεις με δυνάμεις καταστολής.
Ο Δημήτρης Εφιεντζής, πρόεδρος του Συνδικάτου Χημικής Βιομηχανίας Αττικής, φέρνοντας εικόνα από την επίδραση του πολέμου στον κλάδο αναφέρθηκε π.χ. σε εταιρεία πλαστικών που σε επιστολή της μιλά για τις συνέπειες από την κλιμάκωση του πολέμου. Επίσης, σε πλαστικατζίδικο που εντατικοποιεί την εργασία μπροστά στο άνοιγμα των δουλειών, αφού «φτιάχνει σωσίβια», αλλά και σε λιπασματάδικο που «κάνουν δοκιμές καθώς οι ίδιες πρώτες ύλες μπορούν να χρησιμοποιούνται για βόμβες». Το Συνδικάτο σε αυτές τις συνθήκες, σημείωσε, θέτει ως καθοριστικό στοιχείο ότι η πάλη για μισθολογικά και θεσμικά αιτήματα γίνεται μέσα σε συνθήκες πιο βαθιάς πολεμικής εμπλοκής, γι' αυτό και τα πλαίσια διεκδίκησης θα πρέπει να γίνουν υπόθεση των εργαζομένων, να συγκινούν και να προάγουν την οργάνωση και την πάλη. Ειδικότερα για τα μέτρα υγείας και ασφάλειας, να δοθεί βάρος στα ΒΑΕ, στις μεικτές επιτροπές, στην κάλυψη κινδύνων σε περίπτωση ατυχήματος. Τέλος, αποφασίστηκε μπροστά στην 1η Μάη να αναληφθούν πρωτοβουλίες για την πραγματοποίηση εκδηλώσεων σε εργοστάσια, την οργάνωση εκδήλωσης για την Πρωτομαγιά στην Αυλώνα κ.λπ.
Ο Μανώλης Γαβαλάς από το Σωματείο Εργαζομένων «Hellenic Train» τόνισε πως η «απελευθέρωση» και ο τεμαχισμός του σιδηρόδρομου συνεχίζονται. Πως ακόμα και σήμερα, τρία χρόνια μετά τα Τέμπη, ο αριθμός των εργαζομένων δεν έχει αυξηθεί, ενώ η πλειοψηφία των εργαζομένων, ειδικά στον ΟΣΕ, δουλεύει με «μπλοκάκι». Αναφερόμενος σε διεκδικήσεις για επανακρατικοποίηση του ΟΣΕ, σχολίασε ότι ο κρατικός ΟΣΕ μείωσε το προσωπικό κατά χιλιάδες και δεν μπορεί να συντηρήσει τις γραμμές. Για τη στροφή στην πολεμική οικονομία επεσήμανε ότι την ίδια στιγμή που «δεν υπάρχουν, όπως ισχυρίζονται, χρήματα για την αναβάθμιση του δικτύου Θεσσαλονίκη - Αθήνα, υπάρχουν όμως για τη γραμμή Αλεξανδρούπολη - Ορμένιο, γιατί αυτή χρειάζεται για να περνάνε τα βαγόνια με στρατιωτικό υλικό».
Για το τι αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι στις ναυτιλιακές μίλησε η Κλαίρη Καρπή, μέλος του ΔΣ της ΠΑΣΕΝΤ και αντιπρόεδρος του ΕΚΠ, αναδεικνύοντας ότι οι εργοδότες είναι αδίστακτοι. Μετέφερε χαρακτηριστικά ότι όποιος ναυτικός δεν υπακούσει μπαίνει σε δυσμένεια ή φεύγει, όποιος πάρει σήμα να περάσει τα Στενά του Ορμούζ ή την Ερυθρά Θάλασσα και δεν το κάνει θα έχει συνέπειες. «Τις υπόλοιπες ώρες βέβαια "είμαστε μια οικογένεια"», σχολίασε. Δεν είναι η πρώτη φορά, συνέχισε, που καράβια διέρχονται από εμπόλεμες ζώνες κλείνοντας συστήματα εντοπισμού ή δηλώνοντας ότι είναι άλλων συμφερόντων, με αλλοδαπά πληρώματα. Και απαντώντας στην προπαγάνδα περί «εξυπνάδας των εφοπλιστών» τόνισε: «Δεν είναι εξυπνάδα, είναι έγκλημα! Δεν έχουμε δει κανέναν εφοπλιστή να κοιμάται στην καμπίνα ενώ το βαπόρι του ρισκάρει να δεχτεί πύραυλο».
Ο Γιώργος Σκούφος από το Παράρτημα Πειραιά του Συνδικάτου Επισιτισμού - Τουρισμού - Ξενοδοχείων Αττικής κατήγγειλε την πλειοψηφία της Ομοσπονδίας του κλάδου (ΠΟΕΕΤ), που προβάλλει την αντίληψη ότι «δεν γίνεται να μιλήσουμε για την αμερικαΝΑΤΟική βάση στη Σούδα, γιατί συμβάλλει στην ανάπτυξη της περιοχής», και την ίδια ώρα υπογράφει κλαδικές ΣΣΕ στο πλαίσιο εφαρμογής της κατάπτυστης «κοινωνικής συμφωνίας», που καθηλώνουν τους μισθούς στα όρια του εθνικού κατώτατου μισθού.
Για τους εργαζόμενους στα τηλεφωνικά κέντρα μίλησε ο Νίκος Σπυρέλης, πρόεδρος του Σωματείου Εργαζομένων στην «Teleperformance», τονίζοντας ότι έρχονται αντιμέτωποι με την πραγματικότητα των ιμπεριαλιστικών πολέμων, καθώς υποστηρίζουν πελάτες σε χώρες που βομβαρδίζονται και την ίδια ώρα οι υπεύθυνοι τους λένε ότι πρέπει να πουλήσουν εκτυπωτές, τηλέφωνα ή οτιδήποτε άλλο. Ακόμα, κατήγγειλε το επαίσχυντο καθεστώς της «βίζας ειδικού σκοπού», αφού μετανάστες από μια σειρά χώρες, εκτός ΕΕ, βρίσκονται σε ομηρία από την εργοδοσία, καθώς η βίζα ανακαλείται αν απολυθούν από την εταιρεία στην οποία απασχολούνται, και αυτό ισχύει καθ' όλη της διάρκεια μίας πενταετίας μέχρι να πάρουν το καθεστώς της μόνιμης άδειας παραμονής. Από το ίδιο σωματείο η Αλεξάνδρα Λυμπέρη μίλησε για τις επιπτώσεις του πολέμου σε βάρος των λαών της ευρύτερης περιοχής, και κατήγγειλε το κράτος - δολοφόνο Ισραήλ και τη γενοκτονία του Παλαιστινιακού λαού.
Ο Γιώργος Κάππος από το Παράρτημα Πειραιά της Ενωσης Λογιστών (ΕΛΕΠΑ) μίλησε για την προσπάθεια του Παραρτήματος να ενημερώνει και να οργανώνει τους εργαζόμενους για τα δικαιώματά τους και τις εξελίξεις σε ό,τι αφορά τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο.
Ακόμα, η Μυρτώ Μάτση, πρόεδρος του Συλλόγου Σπουδαστών Ακαδημίας Εμπορικού Ναυτικού Ασπροπύργου, επεσήμανε ότι παρά τις προσπάθειες που κάνουν κυβέρνηση και εφοπλιστές να τους πείσουν ότι το να μπαίνουν οι ναυτεργάτες σε εμπόλεμες ζώνες είναι «εθνικό συμφέρον», οι σπουδαστές έχουν καθαρό ότι κανένας ναυτικός δεν πρέπει να ρισκάρει τη ζωή του για τα κέρδη τους. Αυτό δήλωσαν και οι 911 σπουδαστές που ψήφισαν στις πρόσφατες αρχαιρεσίες του Συλλόγου. Ψήφισαν - όπως είπε - «για έναν Σύλλογο μαζικό και διεκδικητικό, που θα λειτουργεί με δημοκρατικές διαδικασίες, που θα δυναμώνει τη κοινή δράση με τους εργαζόμενους του κλάδου».