Παρέμβαση για τα προγράμματα κατάρτισης που χρηματοδοτούνται από την Ευρωπαϊκή Ενωση με χρήματα των ίδιων των εργαζομένων, στο πλαίσιο των λεγόμενων «ενεργητικών πολιτικών απασχόλησης», λειτουργώντας ως μηχανισμοί στήριξης της εργοδοσίας, πραγματοποίησε η Ευρωκοινοβουλευτική Ομάδα του ΚΚΕ με Ερώτηση που κατέθεσε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ο ευρωβουλευτής του Κόμματος, Λευτέρης Νικολάου - Αλαβάνος.
Τα προγράμματα κατάρτισης προβάλλονται διαχρονικά ως «μέσο αντιμετώπισης της ανεργίας και στήριξης των εργαζομένων», αλλά στην πράξη αποτελούν βασικό εργαλείο υλοποίησης της στρατηγικής της ΕΕ για την προσαρμογή του εργατικού δυναμικού στις ανάγκες της κερδοφορίας του κεφαλαίου, την επέκταση των ελαστικών μορφών εργασίας και τη διαχείριση των συνεπειών των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων. Ιδιαίτερο ρόλο στην υλοποίηση αυτής της πολιτικής χειραγώγησης και ενσωμάτωσης παίζουν οι λεγόμενοι «κοινωνικοί εταίροι», κάθε είδους εργατοπατέρες μέσα από τους οποίους διοχετεύονται παχυλές χρηματοδοτήσεις για δράσεις κατάρτισης και «επανένταξης στην αγορά εργασίας».
Στην Ελλάδα, η ηγεσία της ΓΣΕΕ εμπλέκεται εδώ και πολλά χρόνια στη διαχείριση εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ για προγράμματα κατάρτισης εργαζομένων και ανέργων. Πρόκειται για μια διαρκή, θεσμοθετημένη συναλλαγή ανάμεσα στην εργατική αριστοκρατία, στους εργοδότες και στο αστικό κράτος.
Βασικό όχημα διαχείρισης είναι το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ (ΙΝΕ ΓΣΕΕ) και το Κέντρο Ανάπτυξης Εκπαιδευτικής Πολιτικής της ΓΣΕΕ (ΚΑΝΕΠ ΓΣΕΕ), ενώ δεν αποκλείεται να λειτουργούν παράλληλα άλλοι φορείς, τους οποίους ελέγχει ή συμμετέχει σε αυτούς η ΓΣΕΕ, σε διασύνδεση με διάφορους «εμπόρους κατάρτισης» οι οποίοι ξεκοκαλίζουν εκατομμύρια ευρώ.
Η ηγεσία της ΓΣΕΕ επίσης ανέλαβε τον ρόλο του «συντονιστή» μιας κοινοπραξίας οργανώσεων, στην οποία συμμετείχαν εργοδοτικοί φορείς όπως η ΓΣΕΒΕΕ, η ΕΣΕΕ, ο ΣΕΒ, ο ΣΕΤΕ και η ΕΕΔΕ. Στην πράξη, μεγάλο μέρος των κονδυλίων δεν κατευθύνεται ούτε καν άμεσα στους εργαζόμενους ή στους ανέργους, αλλά χρησιμοποιείται για να ενισχυθούν οι ίδιες οι δομές των λεγόμενων «κοινωνικών εταίρων». Με αυτόν τον τρόπο, η ηγεσία της ΓΣΕΕ λειτουργεί ουσιαστικά ως όργανο ενίσχυσης της εργοδοτικής και κυβερνητικής πολιτικής μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα.
Με βάση τα παραπάνω, ο ευρωβουλευτής του Κόμματος υπέβαλε τα εξής ερωτήματα:
«Πώς τοποθετείται η Ευρωπαϊκή Επιτροπή:
- Στο γεγονός ότι τα προγράμματα αυτά λειτουργούν στην πράξη ως μηχανισμός ανακύκλωσης της ανεργίας, εκτόνωσης της λαϊκής δυσαρέσκειας και νομιμοποίησης απολύσεων και ελαστικών μορφών εργασίας, όπως επίσης ενισχύουν τον ρόλο συνδικαλιστικών ηγεσιών που λειτουργούν σε σύμπλευση με την εργοδοσία και τις εκάστοτε κυβερνήσεις, συμβάλλοντας στην εφαρμογή αντεργατικών πολιτικών;
- Στο γεγονός ότι οι ελληνικές κυβερνήσεις και οι φορείς της ΓΣΕΕ, με την υποστήριξη ευρωπαϊκών κονδυλίων, έχουν συγκροτήσει μηχανισμούς κατάρτισης που όχι μόνο δεν προστατεύουν τους εργαζόμενους, αλλά ενισχύουν την εργοδοτική και κυβερνητική παρέμβαση στις συνδικαλιστικές δομές;
- Στο γεγονός ότι συγκροτούν με αυτόν τον τρόπο μηχανισμό χειραγώγησης και ενσωμάτωσης των εργαζομένων, κυρίως των πιο ευάλωτων, όπως οι άνεργοι, και μεθοδεύουν την αποδυνάμωση των αγώνων τους;».