Ωστόσο, μετά τη «σύλληψη» Μαδούρο, ο Τραμπ είχε σχολιάσει για την Ματσάδο - στην οποία δεν είχε επιτραπεί να είναι υποψήφια στις τελευταίες προεδρικές εκλογές - ότι «θα ήταν πολύ δύσκολο για εκείνη να είναι ηγέτης» της Βενεζουέλας, καθώς «δεν έχει ούτε την υποστήριξη ούτε τον σεβασμό» του λαού για να κυβερνήσει τη χώρα. Οπως όλα δείχνουν, η επιλογή της Ροντρίγκες να παίξει - μεταβατικό τουλάχιστον - ρόλο στα πολιτικά πράγματα της Βενεζουέλας μετά την επέμβαση των Αμερικανών, είχε αποφασιστεί πολύ νωρίτερα, με τη συμβολή ισχυρών τμημάτων της βενεζουελάνικης αστικής τάξης, με τα οποία οι ΗΠΑ βρίσκονται σε ανοιχτή γραμμή.
Η ανάλυση της CIA υποστήριζε ότι ο Ουρούτια και η Ματσάδο «θα δυσκολεύονταν να αποκτήσουν νομιμότητα ως ηγέτες κι ότι θα αντιμετώπιζαν αντίσταση από τις δυνάμεις ασφαλείας που υποστηρίζουν το καθεστώς, τα δίκτυα διακίνησης ναρκωτικών και πολιτικούς αντιπάλους». Η αναφορά αυτή της CIA, που βρισκόταν «επί του πεδίου» για μεγάλο διάστημα πριν την επέμβαση, έχοντας εισχωρήσει στη Βενεζουέλα, έπαιξε ρόλο στην απόφαση του Τραμπ να στηρίξει την αντιπρόεδρο του Μαδούρο.
Οπως παραδέχθηκε ο πρώην πρεσβευτής των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα Τσαρλς Σαπίρο, «(οι ΗΠΑ) επέλεξαν τη σταθερότητα». Η εναλλακτική, τόνισε, «που θα περιλάμβανε ολοκληρωτική αλλαγή καθεστώτος και στήριξη του κινήματος της Ματσάδο θα συνεπαγόταν άλλους κινδύνους, συμπεριλαμβανομένων πιθανών εσωτερικών συγκρούσεων μεταξύ των προσώπων της αντιπολίτευσης και της αποξένωσης εκείνων των Βενεζουελάνων - ίσως έως και 30% - που ψήφισαν για τον Μαδούρο».
«Η Ουάσιγκτον πρέπει να είναι επιφυλακτική απέναντι στην αλλαγή καθεστώτος, είτε αυτή παρουσιάζεται ως αντιτρομοκρατία είτε όχι, και πρέπει να είναι ειλικρινής σχετικά με το κόστος, τους κινδύνους και τις πιθανές συνέπειες μιας βαθύτερης παρέμβασης», προειδοποιούσε το ICG και πρόσθετε: «Οι κίνδυνοι βίας σε οποιοδήποτε σενάριο μετά τον Μαδούρο δεν πρέπει να υποτιμηθούν. Πολλοί ανώτεροι στρατιωτικοί αξιωματικοί θα μπορούσαν να αντισταθούν στην αλλαγή καθεστώτος. Ακόμα και με μια συμφωνία για τους όρους μετάβασης, δεν είναι απίθανο τμήματα των δυνάμεων ασφαλείας να αντιδράσουν και ακόμα να διεξάγουν έναν ανταρτοπόλεμο εναντίον των νέων αρχών (...) Επιπλέον, το πλήθος των ένοπλων ομάδων που δραστηριοποιούνται σε μεγάλο μέρος της χώρας θα εκμεταλλευτούν πιθανώς οποιοδήποτε κενό εξουσίας για να ενισχύσουν ή ακόμα και να επεκτείνουν τον εδαφικό τους έλεγχο».
Το συμπέρασμα της έκθεσης του ICG ήταν ότι ακόμα κι αν έφευγε ο Μαδούρο, η μετάβαση θα έπρεπε να γίνει με τον υπάρχοντα κρατικό μηχανισμό: «Οποιαδήποτε προσπάθεια των ΗΠΑ να επιφέρουν αλλαγή καθεστώτος στο Καράκας που βασίζεται σε στρατιωτική δύναμη πυραύλων, εσφαλμένες υποθέσεις και αβάσιμες παραδοχές, είναι απίθανο να επιφέρει μια ομαλή πολιτική μετάβαση - και θα μπορούσε να οδηγήσει σε πολύ χειρότερα αποτελέσματα», σημείωνε η δεξαμενή σκέψης και υποδείκνυε στην κυβέρνηση των ΗΠΑ: «Μια σαφής διαπραγματευμένη διαδρομή προς μετάβαση θα εξαρτιόταν σχεδόν σίγουρα για την επιτυχία της από μια εκτεταμένη δέσμευση των ΗΠΑ και της περιοχής ως εγγυητές οποιασδήποτε συμφωνίας, και την προθυμία τους να υποστηρίξουν την κυβέρνηση και τις ένοπλες δυνάμεις της».
Οπως φαίνεται πλέον καθαρά, στο έδαφος της ενδοαστικής αντιπαράθεσης στη Βενεζουέλα για την οικονομία και τον προσανατολισμό των διεθνών συμμαχιών της χώρας, οι ΗΠΑ διέθεταν ισχυρά ερείσματα τόσο στο αντιπολιτευόμενο, όσο και στο κυβερνητικό στρατόπεδο. Η επιλογή τους για την επόμενη μέρα δεν είχε να κάνει με το αν η γάτα ήταν μαύρη ή άσπρη, αλλά με το αν μπορούσε να πιάσει τα ποντίκια: Να εγγυηθεί τα αμερικανικά συμφέροντα και να κρατήσει στο περιθώριο οποιαδήποτε λαϊκή αντίδραση στην απαράδεκτη επέμβαση...