Η πραγματική ικανότητα του Κόμματος να παρεμβαίνει ουσιαστικά, να οργανώνει την πάλη και να κερδίζει δυνάμεις από τους βιοπαλαιστές αγροτοκτηνοτρόφους, κρίνεται από τη δουλειά με βάση το Πρόγραμμα, τη στρατηγική και τις σύγχρονες επεξεργασίες του. Αυτή η βαθιά και κοπιαστική δουλειά, που ήδη κάνουμε και που έχει αφήσει αποτύπωμα στους αγώνες και στις συνειδήσεις, γίνεται σήμερα ακόμη πιο επιτακτική. Ζούμε μια περίοδο όπου η ακρίβεια τσακίζει το λαϊκό εισόδημα, όπου οι αγρότες βγαίνουν ξανά στους δρόμους, όπου οι οξυμένες ανάγκες αποκαλύπτουν ποια είναι η ρίζα των προβλημάτων. Μόνο η δουλειά με βάση τη στρατηγική μας μπορεί να αποκαλύψει τι πραγματικά «φταίει», ποια είναι η μόνη διέξοδος και ποιο είναι το κρίσιμο στοιχείο για να αποκτήσει το αγροτικό κίνημα κατεύθυνση, αντοχή και ταξική συγκρότηση στο πλάι της εργατικής τάξης.
Οι επεξεργασίες μας, αλλά και η ίδια η πραγματικότητα, μελετώντας τα στοιχεία της αγροτικής παραγωγής, δείχνουν το ίδιο πράγμα: ότι ο λαός μας μπορεί να είναι διατροφικά αυτάρκης, αλλά εμπόδιο μπαίνουν οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής. Η εικόνα της ελληνικής αγροτικής παραγωγής την τελευταία δεκαετία είναι αποκαλυπτική. Οι καλλιεργούμενες εκτάσεις μειώθηκαν κατά πάνω από 4 εκατομμύρια στρέμματα, το ζωικό κεφάλαιο μειώθηκε πάνω από 20%, εξαφανίζονται δεκάδες χιλιάδες μικρές εκμεταλλεύσεις, και οι βιοπαλαιστές αγροτοκτηνοτρόφοι έρχονται αντιμέτωποι με χαμηλές τιμές πώλησης, με ακρίβεια, με κόστος παραγωγής που αυξάνεται συνεχώς και με ανύπαρκτη προστασία της παραγωγής και του ζωικού κεφαλαίου. Η αυτάρκεια σε βασικά προϊόντα, όπως σιτηρά, όσπρια, πατάτες και ζωοτροφές, μειώνεται σταθερά.
Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι την ίδια ώρα που στη Γερμανία και τη Γαλλία η χρήση νιτρικών λιπασμάτων παραμένει σταθερά πάνω από τα 100 κιλά ανά εκτάριο, στην Ελλάδα η χρήση έχει υποχωρήσει σε επίπεδα έως και 35-40% χαμηλότερα από τα αντίστοιχα του 2005 και πάνω από 50% χαμηλότερα από τα επίπεδα του 1995. Αυτό δείχνει πόσο περιορισμένη είναι η δυνατότητα των βιοπαλαιστών αγροτών στην Ελλάδα να καλύψουν τις ανάγκες των καλλιεργειών τους.
Την ίδια στιγμή, η πολιτική όλων των κυβερνήσεων και της ΕΕ επιταχύνει τη συγκέντρωση και τη συγκεντροποίηση της παραγωγής και της γης προς όφελος των μεγαλοαγροτών και των μεγαλοβιομηχάνων του κλάδου. Η ΚΑΠ είναι μηχανισμός που κατευθύνει την παραγωγή σύμφωνα με τα συμφέροντα των καπιταλιστικών εκμεταλλεύσεων και δεν μπορεί να μετατραπεί σε φιλοαγροτική πολιτική, όσο κι αν προσπαθούν να καλλιεργήσουν τέτοιες αυταπάτες οι εκάστοτε κυβερνήσεις. Ενώ η χώρα διαθέτει όλες τις παραγωγικές δυνατότητες για να θρέψει τον λαό της, το πρόβλημα δεν είναι τα «φτωχά εδάφη», ούτε η «περίφημη κλιματική αλλαγή», ούτε η «έλλειψη τεχνογνωσίας». Το πρόβλημα είναι βαθύ, ταξικό, καθώς η παραγωγή οργανώνεται με κριτήριο το κέρδος και όχι τις κοινωνικές ανάγκες.
Γι' αυτό βλέπουμε το παράδοξο: ενώ η τεχνολογία και οι παραγωγικές δυνατότητες αυξάνονται, η χώρα εισάγει όλο και περισσότερα τρόφιμα, οι τιμές εκτινάσσονται και οι αγροτοκτηνοτρόφοι ματώνουν. Τα τρόφιμα μετατρέπονται σε πανάκριβο εμπόρευμα. Οι υψηλές τιμές τροφίμων δεν είναι «φυσικό φαινόμενο», έχουν συγκεκριμένες αιτίες που απορρέουν από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής: μονοπώλια σε εφόδια, ενέργεια, λιπάσματα, μεταποίηση και εμπόριο, πολιτική της ΕΕ και της ΚΑΠ που επιταχύνουν το ξεκλήρισμα των βιοπαλαιστών αγροτών. Το τεράστιο κόστος παραγωγής για τον παραγωγό και η εξάρτηση από εισαγωγές σε κρίσιμους τομείς, όπως οι ζωοτροφές, κάνουν την εγχώρια παραγωγή ευάλωτη μέσα στο διεθνές πλαίσιο των οξυμένων ανταγωνισμών.
Οσο ο βιοπαλαιστής αγρότης παραμένει ατομικός μικροπαραγωγός κάτω από τον έλεγχο των μονοπωλίων του κλάδου, θα συνεχίσει να είναι το πιο αδύναμο κομμάτι της αλυσίδας. Ακόμη και η αύξηση της παραγωγικότητας, μέσα στο σημερινό σύστημα, δεν τον ωφελεί, γιατί διογκώνει την εξάρτηση και τη χειροτέρευση των όρων ζωής του.
Γι' αυτό η δουλειά με το Πρόγραμμα δεν είναι για μας μια αφηρημένη ιδεολογική συζήτηση. Είναι προϋπόθεση για να συνεχίσουμε να αναδεικνύουμε ότι η σημερινή κατάσταση δεν οφείλεται σε λάθη πολιτικής ή κακή διαχείριση, αλλά προέρχεται από την κυριαρχία μονοπωλίων στα εφόδια, στην ενέργεια, στις ζωοτροφές και στη μεταποίηση.
Οι εξελίξεις το επιβεβαιώνουν: η στροφή στην πολεμική οικονομία και η προετοιμασία της ΕΕ, όπου αφαιρούν κονδύλια από την ενίσχυση των αγροτοκτηνοτρόφων και τα κατευθύνουν στις αγορές όπλων και στην κατασκευή πολεμικού υλικού, δείχνουν ότι το μοναδικό τους κριτήριο είναι τα κέρδη των καπιταλιστών. Παράλληλα, η χώρα διαθέτει όλες τις αντικειμενικές δυνατότητες να καλύψει τις διατροφικές ανάγκες του λαού, με εύφορες περιοχές, κλίμα που ευνοεί ποικιλία παραγωγής, τεχνογνωσία και δυνατότητες ανάπτυξης. Αυτές όμως δεν αξιοποιούνται, γιατί η παραγωγή καθορίζεται από το κέρδος και όχι από τις κοινωνικές ανάγκες.
Η πραγματική διέξοδος για τον βιοπαλαιστή αγροτοκτηνοτρόφο βρίσκεται σε έναν άλλο τρόπο οργάνωσης της οικονομίας, με κομμουνιστικές σχέσεις παραγωγής, με κοινωνική ιδιοκτησία στα συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής, με μεγάλες κοινωνικές αγροτικές μονάδες, με δημόσιες υποδομές και κεντρικό σχεδιασμό. Μέσα από τον κεντρικό σχεδιασμό, η έρευνα, η τεχνολογία και η μηχανοποίηση μπορούν να αξιοποιηθούν ολοκληρωμένα, ώστε να εξασφαλίσουν χαμηλό κόστος παραγωγής, σταθερές τιμές και ποιοτικά τρόφιμα. Με μοναδικό κριτήριο την κάλυψη των κοινωνικών αναγκών, οι παραγωγικές δυνάμεις στην αγροτική παραγωγή μπορούν να απογειωθούν.
Γι' αυτό η παρέμβασή μας μπορεί να βαθύνει, συνδέοντας τα άμεσα διεκδικητικά αιτήματα, με μια συνολική προοπτική που απαντά στη ρίζα των προβλημάτων. Οι κομμουνιστές μπορούμε να βαθύνουμε τον προσανατολισμό σύγκρουσης με την πολιτική της ΕΕ και τα μονοπώλια, να αναδείξουμε τα κοινά συμφέροντα με την εργατική τάξη και να δώσουμε προοπτική μέσα στον καθημερινό αγώνα για επιβίωση. Οι βιοπαλαιστές αγρότες μας έχουν αποδείξει ότι ξέρουν πολύ καλά να αγωνίζονται, με οργάνωση μέσα από τους συλλόγους, αποσπώντας κατακτήσεις, καθυστερώντας αντιλαϊκά μέτρα και δυναμώνοντας τους δεσμούς τους με την εργατική τάξη. Η θετική πείρα από τα μπλόκα, τις κοινές κινητοποιήσεις και τις μαζικές διαδικασίες δείχνει ότι όταν παλεύουν με ενότητα και ταξικό προσανατολισμό, μπορούν να διαμορφώνουν όρους για πιο αποφασιστικούς αγώνες.
Οι παραγωγικές δυνατότητες υπάρχουν, και οι αγροτοκτηνοτρόφοι το ξέρουν καλύτερα από τον καθένα, αλλά όσο η παραγωγή καθορίζεται από το κέρδος, θα συνεχίσουν να ματώνουν και τα τρόφιμα θα ακριβαίνουν. Το ΚΚΕ αποδεικνύει ότι υπάρχει ο δρόμος: η εργατική εξουσία, η κοινωνικοποίηση των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής και ο κεντρικός σχεδιασμός. Η δουλειά με το Πρόγραμμα, μέσα στην καθημερινή πάλη, είναι ο μόνος τρόπος να κερδίσουμε δυνάμεις και να ανοίξουμε τον δρόμο για μια κοινωνία που θα παράγει για τον λαό και όχι για τα κέρδη των λίγων.