Τα εντατικά παζάρια μεταξύ ΗΠΑ - Βενεζουέλας για τους όρους επενδύσεων (και) μεγάλων αμερικανικών κολοσσών στον τεράστιο φυσικό πλούτο της λατινοαμερικανικής χώρας επιβεβαίωσε ξανά η σοσιαλδημοκράτισσα προσωρινή Πρόεδρος της Βενεζουέλας, Ντέλσι Ροντρίγκες, που ξεκαθάρισε: «Βρισκόμαστε σε διαδικασία διαλόγου, συνεργασίας με τις ΗΠΑ, χωρίς κανέναν φόβο, για να αντιμετωπιστούν οι διαφορές απόψεων, οι δυσκολίες, οι πιο ευαίσθητες και οι λιγότερο ευαίσθητες, για να θιγούν μέσω της οδού της διπλωματίας».
Στο μεταξύ, στην ιστοσελίδα της αμερικανικής πρεσβείας στη Βενεζουέλα εμφανίζεται πλέον νέα επιτετραμμένη στη χώρα, συγκεκριμένα η πρώην Αμερικανίδα πρέσβειρα στη Νικαράγουα, Λάουρα Φ. Ντόγκου. Οι διπλωματικές σχέσεις των δύο χωρών έχουν διακοπεί από το 2019.
Από την πλευρά του, ο Αμερικανός υπουργός Ενέργειας, Κρις Ράιτ, δήλωσε πως η κυβέρνηση δεν πρόκειται να εμπλακεί «παρέχοντας επιτόπια ασφάλεια σε ανθρώπους στη Βενεζουέλα» αναφερόμενος στα στελέχη ενεργειακών εταιρειών. Οπως είπε «οι εταιρείες πετρελαίου και φυσικού αερίου δραστηριοποιούνται σε όλο τον κόσμο, σε πολύ διαφορετικά περιβάλλοντα, και είναι καλά εξοικειωμένες με αυτές τις προκλήσεις».
Την ίδια στιγμή, οι ΗΠΑ εντείνουν ολόπλευρα τα σχέδιά τους για αναβάθμιση της επιρροής τους σε όλη τη Λατινική Αμερική και με κάθε τρόπο, εξετάζοντας κατά προτεραιότητα και πώς θα αυξηθούν οι μεθοδεύσεις και απειλές κατά του λαού της Κούβας, που είναι εδώ και δεκαετίες «καρφί στο μάτι» του αμερικανικού ιμπεριαλισμού στην ίδια την αυλή των ΗΠΑ. Δημοσίευμα της «Wall Street Journal» κατέγραφε επαφές που διευρύνει η κυβέρνηση Τραμπ με στελέχη και της κουβανικής μαφίας στο Μαϊάμι και την Ουάσιγκτον, μελετώντας πώς μπορεί να μεγαλώσουν την πίεση στην Κούβα τα νέα προβλήματα στον ενεργειακό της εφοδιασμό, εξαιτίας των κυρώσεων σε βάρος πλοίων που μεταφέρουν βενεζουελάνικο πετρέλαιο σε άλλες χώρες.
Ενδεικτική των προβλημάτων που δημιουργεί στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό η επιμονή του κουβανικού λαού να αποφασίζει για τη χώρα του με γνώμονα τα δικά του συμφέροντα, είναι ανακοίνωση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ που αναφέρει ότι συνάδει με τα εθνικά συμφέροντα ασφαλείας των ΗΠΑ η Κούβα «να διοικείται αποτελεσματικά από μια δημοκρατική κυβέρνηση και να αρνείται να φιλοξενεί στρατιωτικές και μυστικές υπηρεσίες των αντιπάλων μας».
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, ο Πρόεδρος της Κούβας, Μιγκέλ Ντίας-Κανέλ, δήλωσε πως είχε τηλεφωνική συνομιλία με την Ροντρίγκες, στην οποία εξέφρασε «την υποστήριξη και την αλληλεγγύη μας (...) Επανέλαβα τη σθεναρή καταδίκη μας για τη στρατιωτική επίθεση των ΗΠΑ και την απαγωγή του συνταγματικού Προέδρου Νικολάς Μαδούρο και της συντρόφου του Σίλια Φλόρες». Ακόμα, ο Κουβανός ηγέτης υπογράμμισε ότι «θα συνεχίσει να ενισχύει τις ιστορικές σχέσεις αδελφοσύνης και συνεργασίας» μεταξύ των δύο χωρών.
Σαφείς εξηγήσεις για τις πρόσφατες επαφές που είχε στη Βενεζουέλα ο διευθυντής της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών των Ηνωμένων Πολιτειών (CIA), Τζον Ράτκλιφ, ζήτησε από τη μεριά του το Κομμουνιστικό Κόμμα της Βενεζουέλας (PCV), καταγγέλλοντας την επίσκεψη του Αμερικανού αξιωματούχου, για την οποία ο λαός της χώρας δεν έχει ενημερωθεί ακόμα.
Οπως τόνισε σε συνέντευξη Τύπου του ΚΚ Βενεζουέλας, ο Γενικός Γραμματέας της ΚΕ, Οσκαρ Φιγκέρα, «η παρουσία του κορυφαίου εκπροσώπου της CIA στη Βενεζουέλα είναι μια απόδειξη των αλλαγών που συντελούνται για την εγγύηση των συμφερόντων του μεγάλου κεφαλαίου και του αμερικανικού ιμπεριαλισμού». Πρόσθεσε δε ότι πρόκειται για αξιωματούχο που, σύμφωνα με πληροφορίες που μετέδωσαν και μια σειρά ΜΜΕ, «έχει μεγάλη σχέση με τη στρατιωτική επιχείρηση της 3ης Ιανουαρίου, με την επιθετικότητα κατά της χώρας μας και με τη δολοφονία σημαντικού αριθμού Βενεζουελάνων και Κουβανών στρατιωτών».
Συμπλήρωσε ακόμα ότι δεν έχουν εξηγηθεί στον βενεζουελάνικο λαό «οι συμφωνίες που έχουν συναφθεί με τον Ντόναλντ Τραμπ και τον Μάρκο Ρούμπιο», υπογραμμίζοντας ότι η επίσκεψη Ράτκλιφ «έρχεται να δείξει στη χώρα και στον κόσμο ποιοι είναι εκείνοι που διατηρούν στενές σχέσεις με αυτόν τον κατασταλτικό και δολοφονικό μηχανισμό της κυβέρνησης των ΗΠΑ». Υπενθύμισε δε ότι μέχρι πολύ πρόσφατα, ανώτεροι αξιωματούχοι της κυβέρνησης Μαδούρο «ήταν απασχολημένοι με το να κατηγορούν άλλους, "αριστερούς" και "δεξιούς", ότι είναι "πράκτορες της CIA", αλλά γίνεται όλο και πιο σαφές ποιος είναι αφοσιωμένος στις πολιτικές του ιμπεριαλισμού και, κατά συνέπεια, υποτάσσεται στα όργανα κυριαρχίας του».