Εδώ και χρόνια καλλιεργείται στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα η βαθιά αυταπάτη ότι η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας αποτελεί έναν «σοσιαλιστικό πόλο» παγκόσμιας αντίστασης, έναν κρατικό σχηματισμό που ανταγωνίζεται τις ΗΠΑ και τη Δύση από «αριστερή» και «προοδευτική» σκοπιά, ένα πρότυπο ανάπτυξης που, έστω με ιδιαιτερότητες, υπηρετεί την υπόθεση της εργατικής τάξης. Ωστόσο, ο μαρξισμός - λενινισμός δεν κρίνει τα κοινωνικά συστήματα με βάση τη ρητορική αυτοχαρακτηρισμού ή τις γεωπολιτικές αντιθέσεις, αλλά με βάση το σε ποια τάξη ανήκει η οικονομική και πολιτική εξουσία. Ποια τάξη, δηλαδή, κατέχει τα μέσα παραγωγής και με ποιο σκοπό οργανώνεται η παραγωγή. Με αυτό το κριτήριο - και όχι με την εργαλειοποίηση σοσιαλιστικών συμβόλων που εξωραΐζουν και συγκαλύπτουν την ταξική πραγματικότητα - η Κίνα αποτελεί καπιταλιστικό κράτος.
Το μεγαλύτερο μέρος του ΑΕΠ παράγεται από επιχειρήσεις που λειτουργούν με βάση κριτήρια κερδοφορίας και ανταγωνιστικότητας στην αγορά. Ο ιδιωτικός τομέας συνεισφέρει πάνω από το 60% του συνολικού ΑΕΠ και καταγράφονται περισσότερο από 57 εκατομμύρια ιδιωτικές επιχειρήσεις σε εθνικό επίπεδο. Στις μεγαλύτερες κινεζικές εταιρείες η μισθωτή εργασία αξιοποιείται με πλήρως επιχειρηματικούς όρους, ανεξάρτητα από την τυπική ιδιοκτησία, ενώ η ταχύτατη συσσώρευση ιδιωτικού πλούτου έχει οδηγήσει την Κίνα σε μία από τις πρώτες θέσεις διεθνώς ως προς τον αριθμό δισεκατομμυριούχων. Η ταξική πόλωση βαθαίνει: ένα μικρό ανώτατο στρώμα ιδιοποιείται τη μερίδα του λέοντος του κοινωνικού πλούτου, ενώ εκατοντάδες εκατομμύρια εργαζόμενοι βιώνουν εξαντλητικά ωράρια και συνεχή πίεση για «ανταγωνιστικότητα». Αυτά δεν αποτελούν «παροδικές αστοχίες» μέσα σε σοσιαλιστική οικοδόμηση. Συνιστούν τον ίδιο τον πυρήνα των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής.
Το ιστορικό σημείο καμπής που επισφράγισε αυτή την πορεία ήταν η «μεταρρύθμιση και το άνοιγμα της οικονομίας προς τις καπιταλιστικές σχέσεις και την παγκόσμια αγορά» της δεκαετίας του 1980, συνδεδεμένη με την ιδεολογία του Ντενγκ Σιαοπίνγκ. Η γνωστή φράση του, «δεν έχει σημασία αν η γάτα είναι άσπρη ή μαύρη, αρκεί να πιάνει ποντίκια», δεν ήταν απλώς σχήμα λόγου, αλλά συμπύκνωση μιας συνολικής ιδεολογικής αντίληψης: η μορφή των παραγωγικών σχέσεων - ο πυρήνας δηλαδή του σοσιαλισμού - υποβιβάστηκε σε τεχνικό ζήτημα. Η αγορά, το κέρδος και ο νόμος της αξίας έγιναν «εργαλεία ανάπτυξης». Ο καπιταλισμός, όμως, όταν υιοθετηθεί ως τρόπος οργάνωσης της παραγωγής, αναπτύσσει τη δική του νομοτέλεια και τελικά επικρατεί. Η ιστορική πείρα της ΕΣΣΔ, ιδιαίτερα με τις αποφάσεις του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΣΕ το 1956 και την επακόλουθη «μεταρρύθμιση Κοσίγκιν» το 1965, αποδεικνύει ότι όταν ο νόμος της αξίας, η αγορά και η κερδοφορία αποτελέσουν ρυθμιστές της παραγωγής, ο σοσιαλισμός δεν «διορθώνεται», αλλά ακυρώνεται. Η εφαρμογή καπιταλιστικών μεθόδων στην προσπάθεια επίλυσης υπαρκτών προβλημάτων της σοσιαλιστικής οικοδόμησης δεν οδήγησε στην αναβάθμιση και τον εκσυγχρονισμό της. Αντίθετα, την εκτροχίασε, ανοίγοντας τον δρόμο για την παλινόρθωση του καπιταλισμού.
Από λενινιστική σκοπιά, η εικόνα είναι ακόμη πιο καθαρή. Ο Λένιν χαρακτήρισε τον ιμπεριαλισμό ως το ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού, όπου κυριαρχεί η εξαγωγή κεφαλαίων, η δράση μονοπωλίων και η επέκταση σε τρίτες χώρες για πρώτη ύλη, αγορές και σφαίρες επιρροής. Η Κίνα ταιριάζει ολοένα και περισσότερο σε αυτή την περιγραφή: κινεζικά μονοπώλια και χρηματοπιστωτικοί κολοσσοί εξαγοράζουν λιμάνια, υποδομές και μεταλλευτικά αποθέματα σε Ασία, Αφρική και Ευρώπη, ενώ η χώρα συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωση νέων ιμπεριαλιστικών μπλοκ, όπως οι BRICS. Αυτές δεν είναι «παράπλευρες δραστηριότητες» ενός σοσιαλισμού «με ιδιαιτερότητες» αλλά χαρακτηριστικά μιας δύναμης που λειτουργεί ως ανερχόμενος ιμπεριαλιστικός πόλος στο παγκόσμιο σύστημα.
Σε αυτό το τοπίο, το ΚΚΕ έχει αναδείξει με συνέπεια - κόντρα στο κυρίαρχο ρεύμα και με μεγάλο ιδεολογικό κόστος - τις αντιφάσεις και τον πραγματικό χαρακτήρα του κινεζικού μοντέλου, επιμένοντας ότι η ύπαρξη κρατικών μονοπωλίων, η αύξηση του ΑΕΠ και η γεωπολιτική ισχυροποίηση δεν αποτελούν κριτήρια σοσιαλισμού. Το ταξικό κριτήριο πρέπει να παραμένει αδιαπραγμάτευτο: αν ο κοινωνικός πλούτος παράγεται από την εργατική τάξη αλλά ιδιοποιείται από τάξη καπιταλιστών - έστω και «κρατικών» - τότε μιλάμε για καπιταλισμό.
Η αναπαραγωγή της αυταπάτης περί «σοσιαλιστικής Κίνας» έχει σοβαρότατες συνέπειες για το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα: θολώνει τη σημασία της εργατικής εξουσίας, μετατρέπει τον σοσιαλισμό σε γεωπολιτική ταυτότητα, αποπροσανατολίζει τις εργατικές - λαϊκές μάζες σε μια λογική «επιλογής ιμπεριαλιστή», όπου η ταξική πάλη αντικαθίσταται από γεωπολιτικά στρατόπεδα. Με αυτόν τον τρόπο, η ταξική αυτοτέλεια εγκαταλείπεται και στη θέση της εμφανίζεται η ψευδαίσθηση ότι ο σοσιαλισμός μπορεί να «ωριμάσει» μέσα στην αγορά και στις καπιταλιστικές σχέσεις.
Το κίνημα δεν έχει τίποτα να κερδίσει όσο αποδέχεται τον καπιταλισμό μεταμφιεσμένο ως «σοσιαλισμό», γιατί έτσι ακυρώνεται η ίδια η ουσία της επαναστατικής πάλης. Αντιθέτως, εγκλωβίζεται σε μια λογική επιλογής «λιγότερο επιθετικού» ιμπεριαλιστή, αντί της σύγκρουσης με τον καπιταλισμό συνολικά ως σύστημα. Πραγματικός διεθνισμός δεν είναι η στοίχιση πίσω από έναν ιμπεριαλιστικό πόλο που συγκρούεται με έναν άλλο (βλέπε ΗΠΑ, ΝΑΤΟ, ΕΕ εναντίον Ρωσίας, Κίνας). Είναι η κοινή πάλη των εργαζομένων σε όλες τις χώρες ενάντια στο κεφάλαιο, όποια μορφή η προσωπείο κι αν φέρει αυτό.
Η υπεράσπιση αυτής της αλήθειας δεν είναι, ασφαλώς, ούτε εύκολη, ούτε δημοφιλής. Αποτελεί όμως βασικό όρο επιβίωσης για το κομμουνιστικό κίνημα. Ας την πούμε, λοιπόν, ξεκάθαρα: Ο πολυδιαφημισμένος «σοσιαλισμός με κινέζικα χαρακτηριστικά» δεν είναι σοσιαλισμός, αλλά μια κρατικά οργανωμένη μορφή καπιταλισμού, όπου η αγορά και το κέρδος καθορίζουν την παραγωγή, ενώ τα κομμουνιστικά σύμβολα χρησιμοποιούνται ως ιδεολογικό περίβλημα για να αποκρυφτεί η ταξική ουσία του συστήματος.
Η Ιστορία επαναλαμβάνεται «την πρώτη φορά σαν τραγωδία και τη δεύτερη σαν φάρσα», έγραφε ο Μαρξ στη «18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη». Οσοι δεν μπόρεσαν ή δεν θέλησαν να δουν εγκαίρως την πορεία που οδηγούσε στην παλινόρθωση του καπιταλισμού στην ΕΣΣΔ και τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης βρέθηκαν μπροστά στην αλήθεια όταν ήταν ήδη αργά. Σήμερα, 35 χρόνια μετά την επικράτηση της αντεπανάστασης, καλούμαστε να βγάλουμε πολύτιμα συμπεράσματα που πρέπει να αποτελέσουν οδηγό για το παρόν και κυρίως το μέλλον του κομμουνιστικού κινήματος. Το γενικό δίδαγμα είναι περισσότερο από σαφές: Ο σοσιαλισμός δεν οικοδομείται με ευχές, ιδεολογικές αυταπάτες και γεωπολιτικές ψευδαισθήσεις, αλλά με καθαρό ταξικό κριτήριο και επαναστατική στρατηγική.