Διανύουμε μια περίοδο παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης, μια περίοδο έντονων ανταγωνισμών και συγκρούσεων μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών. Σε αυτήν την απαιτητική περίοδο, όπως τονίζεται και στο κείμενο των Θέσεων, χρειάζεται από όλους μας και από τον καθέναν ξεχωριστά ιδιαίτερη προσπάθεια για τη συνολική εξέλιξη, την ιδεολογικοπολιτική ενίσχυση και την ενεργό δράση. Το παρόν κείμενο προτίθεται να εκφράσει κάποιους προβληματισμούς σχετικά με τον ρόλο του Πολιτισμού και ειδικότερα της Τέχνης στη σύγχρονη κοινωνία, όπως και να τονίσει τη σημασία της κομματικής και καλλιτεχνικής μας δραστηριότητας στις παρούσες συνθήκες.
Η Τέχνη κατέχει σημαντικό ρόλο στην καλλιέργεια και τη διαμόρφωση της αισθητικής, της κριτικής σκέψης, της κοινωνικής αντίληψης. Αποτελεί μέσο έκφρασης, αντίστασης ή διαμαρτυρίας. Μπορούμε να αναρωτηθούμε πώς θα συμβάλουμε μέσα από την Τέχνη μας στον σύγχρονο κοινωνικό προβληματισμό, πώς συνομιλεί το έργο μας με το κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι και με ποιους τρόπους θα συνεισφέρουμε στην επίτευξη του κοινωνικού ρόλου της Τέχνης. Ερωτήματα χρήσιμα να τα σκεφτούμε ως εικαστικοί, αλλά και ως ενεργά μέλη του Κόμματος. Ποιος είναι ο ρόλος του καλλιτέχνη σήμερα; Τι μουσεία έχουμε; Ποια έργα κοσμούν τους δημόσιους χώρους; Σε ποιους απευθύνεται η σύγχρονη Τέχνη και πώς προωθείται στο ευρύτερο κοινό; Ποια είναι η σχέση της με την πολιτική, την οικονομία και την κοινωνία γενικά;
Ο Πολιτισμός αποτελεί έναν από τους κύριους τομείς δραστηριοποίησης της αστικής τάξης. Μπαίνει στο επίκεντρο της κυρίαρχης ατζέντας και συχνά γίνεται εργαλείο ενίσχυσης των εκάστοτε πολιτικών ή οικονομικών στόχων. Αυτό αντανακλάται στη μόδα, στον τρόπο διασκέδασης, στις τέχνες, στην ανάπτυξη των πόλεων και των δημόσιων χώρων τους. Δημιουργούνται νέες τάσεις στην αγορά, καθοδηγείται ο τρόπος ζωής και διαμορφώνονται αντιλήψεις με κύριο στόχο την αύξηση της κατανάλωσης και του κέρδους.
Η εμπορευματοποίηση και εργαλειοποίηση της Τέχνης δεν είναι καινούργια, όμως χρειάζεται να δούμε πώς λειτουργεί στις μέρες μας. Καλλιεργείται και προωθείται μια συγκεκριμένη κουλτούρα, ιδιαίτερα από τα Ιδρύματα Πολιτισμού, που ακολουθεί συγκεκριμένες πολιτικές γραμμές, όσο καλυμμένα ή απροκάλυπτα μπορεί να γίνεται αυτό. Οι θεματικές που προτείνουν ασχολούνται με κοινωνικά ζητήματα, τα οποία τοποθετούνται έξω από το ταξικό τους υπόβαθρο και κινούνται στη σφαίρα ενός «απολιτίκ» προοδευτισμού, απομονώνονται από τις υπόλοιπες κοινωνικές διεκδικήσεις, αυτονομούνται και ορίζονται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε άλλη πολιτική, οικονομική και κοινωνική συνθήκη. Ταυτόχρονα, εντείνεται η παρέμβαση στη διαμόρφωση και εμπορευματοποίηση του δημόσιου χώρου, στην ανάπλαση των γειτονιών της πόλης. Θα μπορούσαμε να πούμε πως βρίσκονται σε μια διαδικασία «παραγωγής πολιτισμού», ιδιαίτερα από τη στιγμή που κατέχουν και προωθούν μια εικόνα πρωτοπορίας στον τομέα αυτόν.
Από την άλλη μεριά, ο καλλιτέχνης είναι αναγκασμένος να ενσωματώνεται μέσα σε αυτό το πλαίσιο, είτε από την ανάγκη να είναι «μέσα στα πράγματα», να είναι ενεργός, να αναγνωρίζεται η καλλιτεχνική του αξία, είτε με την προσδοκία να αποκτήσει μια θέση στο «χρηματιστήριο» της Τέχνης. Πράγμα φυσικό και θεμιτό, από τη στιγμή που χρειάζεται να βιοποριστεί και έχει την πηγαία ανάγκη να επικοινωνήσει το έργο του στο κοινό, να συνομιλήσει με την υπόλοιπη καλλιτεχνική κοινότητα. Το ζήτημα είναι αν και κατά πόσο είναι συνειδητοποιημένος ως προς τον ρόλο που καλείται να παίξει.
Η θέση του καλλιτέχνη στην Ελλάδα σήμερα μοιάζει αρκετά υποβαθμισμένη, παρότι βρισκόμαστε σε μια φαινομενική «πολιτισμική έξαρση». Οι καλλιτέχνες βρίσκονται αντιμέτωποι με πολλές δυσκολίες. Η Τέχνη απευθύνεται στους λίγους. Λίγοι μπορούν να την αποκτήσουν, να την απολαύσουν, και λίγοι μπορούν εν τέλει να την παράγουν. Ας σκεφτούμε πόσο κοστίζει σε μια οικογένεια να επισκεφτεί ένα μουσείο, ή πόσο κοστίζει το εισιτήριο για τον κινηματογράφο και το θέατρο. Πόσοι άνθρωποι αποκλείονται έτσι από την παιδεία, την ενημέρωση, την ψυχική ανάταση, τον στοχασμό; Πόσοι καλλιτέχνες μπορούν να δημιουργήσουν απερίσπαστοι και να βιοποριστούν αποκλειστικά από το έργο τους, να αντεπεξέλθουν στις αυξανόμενες οικονομικές υποχρεώσεις και πόσοι ακόμα έχουν τη δυνατότητα να διατηρούν εργαστήρια, να παράγουν καλλιτεχνικό έργο ή να εκθέσουν απλά το έργο τους;
Στις συνθήκες που ζούμε, λοιπόν, πρέπει να στοχαστούμε για την ισχυροποίηση της δράσης μας, αλλά και τη συσπείρωση περισσότερων καλλιτεχνών γύρω από τη δράση αυτή. Πέρα από τη συνεπή μελέτη, η οποία είναι αδιαπραγμάτευτη συνθήκη για την εξέλιξη κάθε κομματικού μέλους, την ισχυροποίηση της ιδεολογικοπολιτικής συγκρότησης και της κινηματικής δράσης, θα πρέπει να δώσουμε βάρος σε μια καθολική προσέγγιση της σύγχρονης Τέχνης. Να ενημερωνόμαστε για τις τάσεις που κυριαρχούν, να συμμετέχουμε στις διαδικασίες διαμόρφωσης του πολιτισμού, να αναπτύσσουμε δεσμούς με τους συναδέλφους, να δίνουμε το «παρών» σε εγκαίνια εκθέσεων, να συμμετέχουμε οι ίδιοι, να είμαστε γενικά παρόντες στον χώρο. Η δράση μας πρέπει να ενισχυθεί με τη διοργάνωση ημερίδων, συζητήσεων και εικαστικών εργαστηρίων, με τη συμμετοχή ατόμων καταξιωμένων στον εικαστικό χώρο αλλά και στην Ιστορία της Τέχνης, με την κατάλληλη θεωρητική κατάρτιση, με εμπειρία στις διαλέξεις και στην επιμέλεια εκθέσεων. Επίσης, να παρακολουθούμε συστηματικά τις συζητήσεις που ανοίγονται από τα ιδρύματα Πολιτισμού και τους «πρωτοπόρους» στον χώρο της Τέχνης σήμερα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Επιπλέον, είναι αναγκαίο να συζητάμε αυτά τα ζητήματα, να τα επεξεργαζόμαστε και να κατέχουμε έναν οργανωμένο λόγο απέναντι στις διαδικασίες που διεξάγονται στον τομέα του Πολιτισμού, να μπορούμε να ανταποκριθούμε, να ανοίξουμε τη συζήτηση. Τέλος, είναι σημαντική η διοργάνωση εκθέσεων με υψηλού επιπέδου επιμέλεια, με θεματικές που απασχολούν τον σύγχρονο καλλιτέχνη, τη σύγχρονη κοινωνία, την κοινωνία που θέλουμε να φτιάξουμε.
Ολα τα παραπάνω μπορούν να συμβάλουν να ανοίξει ο δρόμος για την επαφή με συναδέλφους εικαστικούς, να δημιουργηθεί ένα γόνιμο έδαφος για πολιτική συζήτηση, για διεκδικήσεις και κινηματική δράση. Αν δεν αναπτυχθούν στενοί δεσμοί με τους συναδέλφους αλλά και μεταξύ των μελών της ΚΟΒ, αν δεν ανοιχτούν συζητήσεις για το εικαστικό έργο και τον κοινωνικό προβληματισμό, δεν μπορεί να σχηματιστεί καθαρή εικόνα για το τι συμβαίνει σήμερα, ούτε να ασκηθεί επιρροή, αλλά ούτε και να αυξηθεί η συμμετοχή σε συνελεύσεις ή σε μελλοντικούς αγώνες και διεκδικήσεις. Υπάρχουν αυτοί οι συνάδελφοι, προβληματίζονται, δυσκολεύονται, θέλουν να είναι ενεργοί. Ο αριθμός των οργανωμένων εικαστικών είναι μικρός και ο διαθέσιμος χρόνος είναι περιορισμένος. Αυτά από μόνα τους αποτελούν ζητήματα ως προς την επίτευξη των στόχων. Παρ' όλα αυτά, χρειάζεται συνολική προσπάθεια για την ενίσχυση της δράσης μας. Είναι καιροί κατάλληλοι και ευνοϊκοί για κριτική, δράση, αντίσταση, εικαστική έκφραση και προβληματισμό. Χρειάζεται να δημιουργηθεί ένα ενεργό και ισχυρό παρόν που θα μπορεί να επηρεάσει και να δημιουργήσει το μέλλον.