Στο μεταξύ, μία βδομάδα και κάτι μετά την εγκληματική ιμπεριαλιστική επέμβαση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα, ο αστικός Τύπος στην Ελλάδα το Σαββατοκύριακο προσπερνούσε τα πρώτα κυβερνητικά αναμασήματα των αμερικανικών προσχημάτων περί «δημοκρατίας», εστιάζοντας στο «κατακάθι» που αφήνει το πέρασμα στη νέα φάση της αντιπαράθεσης για την πρωτοκαθεδρία στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα και το τι σηματοδοτεί αυτή για την προσπάθεια υπεράσπισης των συμφερόντων της αστικής τάξης, με αναφορές και στα ελληνοτουρκικά.
Ενδεικτικά στο κύριο άρθρο στο «ΒΗΜΑ» ο Πρετεντέρης, αναφερόμενος στις απειλές του Τραμπ για το μέλλον της Γροιλανδίας, σημειώνει πως «για πρώτη φορά μετά τον πόλεμο το ευρωατλαντικό σύνολο βιώνει ένα τόσο σαφές ρήγμα. Ενα ρήγμα που βαθαίνει και διευρύνεται σχεδόν καθημερινά».
«Οι ισορροπίες στον κόσμο θα ρυθμίζονται μέσω της παλιάς, δοκιμασμένης (και πληρωμένης με ποταμούς αίματος) λογικής των μεγάλων δυνάμεων και των σφαιρών επιρροής τους. Με τις περιφερειακές ισορροπίες να ανατίθενται σε τοπικούς υπεργολάβους "regional champions". Η Τουρκία μνημονεύεται στο κείμενο (σ.σ. της Στρατηγικής Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ) ως ένας εξ αυτών», γράφει ο Παύλος Τσίμας στα «ΝΕΑ».
Από τα ερωτήματα που θέτει ο Περικλής Δημόπουλος στο «ΒΗΜΑ» είναι για παράδειγμα το «πώς θα διαμορφωθεί ο χάρτης τόσο του δυτικού όσο και του ανατολικού ημισφαιρίου. Αλλά και εάν τα δύο ημισφαίρια - οι δύο κόσμοι ή οι δύο και τρεις αυτοκρατορίες - θα φθάσουν στο τέλος να συγκρουστούν μεταξύ τους, όπως έχει συμβεί πολλές φορές στο παρελθόν με ανυπολόγιστες συνέπειες».
Η ανησυχία για τον ρόλο των ΗΠΑ στα Ελληνοτουρκικά δεν κρύβεται. Π.χ, ο Κ.Π. Παπαδιόχου καταγράφει πως «το διττό ερώτημα εάν η ευθεία εμπλοκή της Ουάσινγκτον στη Βενεζουέλα (...) συνιστά μεμονωμένη πρωτοβουλία ή "αλλαγή υποδείγματος" στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, αλλά και κατά πόσον η συνεχής "παρεμβατικότητα" της διοίκησης Τραμπ στη διεθνή σκηνή μπορεί να επεκταθεί στο πεδίο των ελληνοτουρκικών διαφορών, απασχολεί έντονα την Αθήνα».
Ο δε διευθυντής της «Καθημερινής», Αλ. Παπαχελάς, ζητούσε να «είμαστε ρεαλιστές. Σε αυτήν τη φάση που διανύουμε, μια χώρα σε μια επικίνδυνη γειτονιά δεν έχει άλλη επιλογή από το να προσπαθεί να βρίσκεται στην πλευρά του Ντόναλντ Τραμπ», τάχα για να τον «έχει "μαζί της" ...σε περίπτωση που η απευθείας συνεννόηση με την Τουρκία αποδειχθεί ανέφικτη και τα ήρεμα νερά του Αιγαίου φουρτουνιάσουν» και κατέληγε πως «η ρεαλπολιτίκ έχει κινδύνους, πολλούς κινδύνους, καθώς μπορούμε εύκολα να βρούμε μπροστά μας το τσαλάκωμα του διεθνούς δικαίου ή να αποξενωθούμε από τους παραδοσιακούς Ευρωπαίους εταίρους μας. Το καλύτερο θα ήταν να φροντίσουμε να περάσουν τα επόμενα τρία χρόνια χωρίς μία κρίση με την Τουρκία και χωρίς να μπούμε στο ραντάρ του Τραμπ».
Σε άρθρο του στην «Καθημερινή», με σαφή αναφορά προς τα Ελληνοτουρκικά, ο πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, Ευ. Βενιζέλος, σημειώνει μεταξύ άλλων πως «η επίκληση του διεθνούς δικαίου και η δήλωση σεβασμού του» για μια χώρα όπως η Ελλάδα «δεν συνιστά από μόνη της ολοκληρωμένη εθνική στρατηγική και συνεκτικό δόγμα εθνικής ασφάλειας» και η ελληνική εξωτερική πολιτική μπορεί να συνδυάσει τη «realpolitik» και τον σεβασμό στο διεθνές δίκαιο, λαμβάνοντας υπόψη και «όλες τις παραμέτρους της εθνικής ισχύος και την πλήρη εικόνα του διεθνούς συσχετισμού και της δυναμικής του».