Κυριακή 28 Δεκέμβρη 2008
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σελίδα 7
ΠΟΛΙΤΙΚΗ
ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΙΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ
Σενάρια ποδηγέτησης των εργαζομένων

Ο «βομβαρδισμός» των προτάσεων κορυφαίων στελεχών των εταίρων του δικομματισμού, που το τελευταίο διάστημα τροφοδότησαν τη συζήτηση γύρω από τα εναλλακτικά σενάρια της διακυβέρνησης, με πρώτο αυτό του «μεγάλου συνασπισμού», ανάμεσα στη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, ή της κυβέρνησης «προσώπων» κοινής δικομματικής εμπιστοσύνης και αποδοχής για κρίσιμα υπουργεία, δεν αποτελούν «προσωπικές ιδιορρυθμίες» κάποιου τμήματος του πολιτικού προσωπικού της χώρας. Ηρθαν για να προστεθούν στις απαιτήσεις των εκπροσώπων του μεγάλου κεφαλαίου, που ζητούν «συνεργασία» μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων, για να αντιμετωπίσει «η χώρα την οικονομική κρίση».

Πριν οι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ Θ. Πάγκαλος και Χρ. Βερελής προτείνουν τον ορισμό «υπερκομματικών υπουργών» (Οικονομίας, Δημόσιας Τάξης και Δικαιοσύνης), που θα επιλεγούν συναινετικά από τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, πριν τα στελέχη της ΝΔ Μ. Βαρβιτσιώτης και Π. Ψωμιάδης ζητήσουν «συνεργασία» ανάμεσα στα δύο κόμματα, είχε προηγηθεί η δήλωση του προέδρου του ΣΕΒ Δ. Δασκαλόπουλου που μιλώντας εξ ονόματος του μεγάλου κεφαλαίου είχε απαιτήσει: «Μια ισχυρή διακυβέρνηση ικανή να φέρει σε πέρας το πρόγραμμα των μεταρρυθμίσεων».

Ο συντονισμός των πολιτικών εκπροσώπων της αστικής τάξης, που τα επιτελεία της φρόντισαν ταυτόχρονα να τον στηρίξουν με τη δημοσιοποίηση δημοσκοπήσεων, στις οποίες εντέχνως εμφανίζεται «αχνά» προς το παρόν και μια λαϊκή συγκατάθεση στη «δικομματική συγκυβέρνηση», αντανακλά ως ένα βαθμό τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει το δικομματικό σύστημα εναλλαγής στην εξουσία. Το σενάριο του «μεγάλου συνασπισμού» δεν αποτελεί προτεραιότητα της άρχουσας τάξης (οι ηγεσίες των αστικών κομμάτων, εξάλλου, σπεύδουν να τον απορρίψουν), ούτε θα προκριθεί προς το παρόν σαν πρώτη επιλογή. Η ύπαρξη αυτοδύναμης μονοκομματικής κυβέρνησης, που θα συνεχίζει να υπερασπίζεται τα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου παραμένει ο κεντρικός στόχος. Σήμερα, όμως οι πολιτικοί εκπρόσωποι των εταίρων του δικομματισμού ανοίγουν το «διάλογο», με στόχο να αρχίζει να «ωριμάζει» μια τέτοια εκδοχή στις λαϊκές συνειδήσεις, ώστε, όταν και όποτε χρειαστεί να πραγματοποιηθεί, να έχει προχωρήσει σε τέτοιο βαθμό η χειραγώγηση των λαϊκών στρωμάτων, ώστε να προωθήσουν τους σχεδιασμούς τους.

Γιατί, όμως, επιλέχτηκε η συγκεκριμένη χρονική περίοδος; Είναι τυχαίος ο συντονισμός τους; Φυσικά και όχι. Η άρχουσα τάξη εν μέσω της οικονομικής κρίσης, χρειάζεται ισχυρές κυβερνήσεις για να προωθήσουν εκείνες τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις που θα εξασφαλίσουν την ανταγωνιστική θέση και την κερδοφορία του κεφαλαίου. Μόλις την προηγούμενη Δευτέρα, ο πρόεδρος του ΣΕΒ Δ. Δασκαλόπουλος επανήλθε και αφού είχαν προηγηθεί οι δηλώσεις των στελεχών της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, μιλώντας σε εκδήλωση του Συνδέσμου Βιομηχανιών Πελοποννήσου και Δυτικής Ελλάδας, ανέφερε: «Ευθύνη και συμφέρον μας είναι από την κρίση αυτή να προκύψει ένας μεγάλος συναγερμός», που όπως είπε «θα διαμορφώσει την ισχυρή, αξιόπιστη και σύγχρονη διακυβέρνηση που χρειάζεται ο τόπος».

Ο «μεγάλος συναγερμός» που ζητούν οι βιομήχανοι έχει αποδέκτες τις ηγεσίες της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ. Στο όνομα της οικονομικής κρίσης θα παρθούν πολύ σκληρά αντιλαϊκά μέτρα και για να περάσουν δεν αρκεί η κυβερνητική πλειοψηφία. Χρειάζεται δικομματική συναίνεση. Το μεγάλο κεφάλαιο γνωρίζει ότι το ΠΑΣΟΚ από τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης δε θα σταθεί εμπόδιο στην επέλαση που θα εξαπολύσει η ΝΔ, αλλά αυτό δεν είναι αρκετό αν δεν έχει εξασφαλιστεί η λαϊκή συναίνεση στις κυρίαρχες επιλογές που υπηρετούν το σύστημα και την κερδοφορία της πλουτοκρατίας.

Αυτό ακριβώς το στόχο ήρθαν να υπηρετήσουν οι τοποθετήσεις των στελεχών της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ. Ενας διακομματικός υπουργός που θα έχει την απόλυτη στήριξη των δύο μεγάλων κομμάτων θα μπορεί με άλλη «δυναμική» να προωθήσει και να επιβάλει τις αντιδραστικές πολιτικές. Δεν πρέπει να εκληφθεί ως τυχαία η επιλογή των υπουργείων που έκανε ο Θ. Πάγκαλος για τον ορισμό «κοινών υπουργών». Ζήτησε υπουργούς «κοινής αποδοχής» Οικονομίας και Οικονομικών, Δημόσιας Τάξης και Δικαιοσύνης. Στις παρούσες συνθήκες της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης, τα αποτελέσματα της οποίας για την Ελλάδα προαναγγέλλονται για τους επόμενους μήνες, τα τρία υπουργεία θα έχουν καθοριστικό ρόλο για την επιβολή των σκληρών αντιλαϊκών πολιτικών.

-- Ο υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών από τη μια πλευρά θα επιβάλει μια σκληρή πολιτική λιτότητας σε βάρος των λαϊκών στρωμάτων και από την άλλη θα εξασφαλίσει την παροχή ζεστού χρήματος στο μεγάλο κεφάλαιο. Το ...«βάρος» για το «πάγωμα» των μισθών, τη νέα φοροεπιδρομή (ύψους 7 δισ. ευρώ) που έχει προαναγγελθεί, την ίδια στιγμή που στους τραπεζίτες θα δίνονται τα 28 δισ. ευρώ που θα συνοδεύονται από οικονομικές και φορολογικές παροχές στους επιχειρηματικούς ομίλους, χρειάζεται ένας υπουργός κοινής αποδοχής για να το «σηκώσει»...

-- Στους υπουργούς Δημόσιας Τάξης και Δικαιοσύνης θα πέσει το ...«βάρος» της βίαιης καταστολής και ποινικοποίησης των λαϊκών κινητοποιήσεων, που θα οξυνθούν από την εφαρμοζόμενη πολιτική.

Αυτό που τις προηγούμενες μέρες πρότεινε ο Θ. Πάγκαλος, είχε ήδη προαναγγείλει με άλλα λόγια αλλά πάντα με την ίδια στόχευση από το περασμένο Φθινόπωρο ο Γ. Αλογοσκούφης, όταν είχε επισημάνει ότι για να γίνουν «πράγματι τολμηρές μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα απαιτείται ευρύτερη πλειοψηφία του ενός κόμματος, αφού κανένα κόμμα δε θα αναλάμβανε μόνο του το πολιτικό κόστος»... Μάλιστα, ο υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών είχε ταχτεί υπέρ του «μεγάλου συνασπισμού» σε περίπτωση που στις επόμενες εκλογές δεν υπάρξει αυτοδύναμη κυβέρνηση, επικαλούμενος την ιδεολογική συγγένεια ανάμεσα στα δύο κόμματα.

Αυτές οι προτάσεις, που με χαρακτηριστική άνεση διατυπώνονται από τους πολιτικούς εκπροσώπους των δύο μεγάλων κομμάτων, δεν πρέπει να εκπλήσσουν κανέναν, αφού είναι αντανάκλαση της στρατηγικής σύγκλισής τους. Ακριβώς γιατί το ΠΑΣΟΚ συμπίπτει απόλυτα με την πολιτική των γενικευμένων ιδιωτικοποιήσεων, την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και επιχειρηματικότητας, την κατάργηση των εργασιακών και λαϊκών δικαιωμάτων, που εφαρμόζει με στοχοπροσήλωση η κυβέρνηση της ΝΔ. Εξάλλου, οι θέσεις, οι προτάσεις και τα προγράμματά τους πίσω από τους διαφορετικούς τίτλους φέρουν την «ευρωενωσιακή» σφραγίδα.

Το σενάριο του «μεγάλου συνασπισμού» που θα 'θελε να προωθήσει εδώ και τώρα η ντόπια αστική τάξη στην πολιτική σκηνή του τόπου, αλλά που επειδή δε φαίνεται ότι θα έχει επιτυχία, το ζυμώνει με προτάσεις για «υπουργούς κοινής αποδοχής» ανάμεσα σε ΝΔ - ΠΑΣΟΚ στα βασικά υπουργεία για το πέρασμα των αντιδραστικών μεταρρυθμίσεων και της αντιμετώπισης της κρίσης σε όφελος του κεφαλαίου, δεν έχει προέλθει από «παρθενογένεση». Εχουν ήδη εφαρμοστεί με διάφορους τρόπους σε μεγάλα καπιταλιστικά κράτη. Στη Γερμανία οι «χριστιανοδημοκράτες» συγκυβερνούν με τους «σοσιαλιστές». Στην κυβέρνηση Σαρκοζί στη Γαλλία πέντε κορυφαία στελέχη των «σοσιαλιστών» κατέχουν κυβερνητικούς θέσεις. Ο νεοεκλεγείς «Δημοκρατικός» Πρόεδρος των ΗΠΑ Μπ. Ομπάμα έχει προαναγγείλει τη στελέχωση της κυβέρνησής του με «συντηρητικούς» υπουργούς των κυβερνήσεων Μπους. Κοινή συνισταμένη των παραπάνω εγχειρημάτων η εφαρμογή μιας σκληρής αντιλαϊκής πολιτικής που τσακίζει τα δικαιώματα των εργαζομένων και ενισχύει με όλα τα μέσα τους πολυεθνικούς ομίλους.

Οσο, λοιπόν, δυσκολεύεται η απρόσκοπτη δικομματική εναλλαγή στην εξουσία και διευρύνεται συνεχώς η αποδοκιμασία των λαϊκών στρωμάτων στην εφαρμοζόμενη πολιτική, θέτοντας σε κίνδυνο τη λογική των «συγκοινωνούντων δοχείων» μέσα στα οποία ΝΔ και ΠΑΣΟΚ είχαν καταφέρει να εγκλωβίσουν τα προηγούμενα χρόνια τη λαϊκή δυσαρέσκεια, τα σενάρια θα πυκνώνουν. Προτάσσοντας από τη μια πλευρά το κίνδυνο της «ακυβερνησίας» και από την άλλη την ανάγκη για ύπαρξη μιας «ισχυρής διακυβέρνησης», θα επιδιώξουν θα αποτρέψουν τη ριζοσπαστικοποίηση των εργαζομένων.

Οι εργαζόμενοι δεν πρέπει να παγιδευτούν, στους κοινοβουλευτικές ελιγμούς που τους «πλασάρουν» η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ. Δεν πρέπει να αναμένουν τις εκλογές για να αλλάξει μια αντιλαϊκή κυβέρνηση με μια άλλη ή να έρθει ένας νέος πολιτικός «συνασπισμός», που θα τους υπόσχεται δήθεν «καλύτερες μέρες». Οι εταίροι του δικομματισμού, με όποιον τρόπο και αν καταλάβουν την πολιτική εξουσία είτε «αυτοδύναμα» είτε σε «συνεργασία», θα παραμείνουν κόμματα του ευρωμονόδρομου, σταθεροί υπερασπιστές των συμφερόντων του μεγάλου κεφαλαίου και, μέσα στη δίνη της οικονομικής κρίσης του συστήματος που υπηρετούν, θα επισπεύσουν και θα επιταχύνουν κάθε πολιτική που θα συντρίβει τα εργασιακά και λαϊκά δικαιώματα. Η εργατική τάξη και οι σύμμαχοί της οφείλουν να ενισχύσουν τους αγώνες τους, να αντιπαρατεθούν και να έρθουν σε ρήξη με τις «ευρωενωσιακές» πολιτικές, να τσακίσουν το δικομματισμό και να αλλάξουν ριζικά τους κοινωνικοπολιτικούς συσχετισμούς δύναμης, μέσα από την ολόπλευρη ισχυροποίηση του ΚΚΕ και τη συγκρότηση της λαϊκής αντιιμπεριαλιστικής αντιμονοπωλιακής συμμαχίας με στόχο τη λαϊκή εξουσία.


Παναγιώτης ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ


Κορυφή σελίδας

Διαβάστε στο «Ρ»

Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org