Πέμπτη 9 Οχτώβρη 2008
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σελίδα 32
ΤΗΛΕ ...ΠΑΘΗ
ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΑ
Ποια ζούγκλα να διαλέξει...

Είχε ακούσει, αλλά δεν είχε πάει ποτέ ο ίδιος. Δεν είχε ούτε μήνα στην Ελλάδα και έναν που ταξίδευε μέχρι να φτάσει, συνολικά έλειπε ήδη δύο μήνες από το σπίτι. Σκέφτηκε την οικογένεια. Πότε θα τους ξανάβλεπε. Μόλις είχε ενηλικιωθεί κι έφυγε για να ζήσει, ίσως κατάφερνε να στέλνει και στην οικογένεια χρήματα, στον πατέρα, στις αδελφές του. Είχε ακούσει για την Ευρώπη. Πολλοί από το χωριό του είχαν φύγει. «Θα 'ρθεις; Να δεις τουλάχιστον. Ποτέ δεν ξέρεις, μπορεί να σταθείς τυχερός», άκουσε τη φωνή του φίλου του που τον φιλοξενούσε μέχρι να έβλεπε τι θα κάνει.

Πήγε, μόνο για να δει. Μόλις έφτασαν τα 'χασε. Χιλιάδες συγκεντρωμένοι έξω από το μεγάλο κτίριο, σε δρόμους και αλάνες γύρω από αυτό. «Εδώ δίνουν τις ροζ κάρτες. Αμα καταφέρεις και μπεις θα είσαι εντάξει για λίγους μήνες. Μετά βλέπεις», άκουσε τα λόγια του συμπατριώτη του. Οι περισσότεροι κρατούσαν κι από κάτι. Λίγο νερό, καμιά τυρόπιτα, μια κουβέρτα. Θα περνούσαν εκεί όλη τη νύχτα, στη σειρά.

Ολο το κτίριο έζωνε απ' άκρη σ' άκρη μια ανθρώπινη αλυσίδα εκατοντάδων μέτρων. Χιλιάδες άνδρες και κάποιες γυναίκες από διάφορες χώρες του κόσμου, κάθονταν σφιχτά ο ένας δίπλα στον άλλο. Δεν είχε συναντήσει ποτέ ξανά κάποιον από άλλη χώρα, κι όμως αυτούς όλους εκεί τους ήξερε αρκετά καλά, σκέφτηκε. Σαν να μπορούσε να πει με κάμποσες λεπτομέρειες την «ξεχωριστή» ιστορία του καθένα. Είχε δει πολλά στη μικρή ζωή του, μα αυτό εδώ τον αγρίεψε. Ενιωθε μια αόριστη απειλή, έβλεπε μάτια γύρω του να γυαλίζουν μέσα στο σκοτάδι από την ένταση, την εξάντληση, την απελπισία μα και μια «αρρωστημένη» ελπίδα ταυτόχρονα.

Προχώρησαν με το φίλο του προς την είσοδο του κτιρίου. Κοίταζε τους ανθρώπους που κάθονταν κατάχαμα, περιμένοντας την αυριανή μέρα. Αλλοι κοιμούνταν, άλλοι απλώς κοίταζαν μπροστά τους αμίλητοι. Κάποιοι κάθονταν πάνω σε λασπόνερα. Είδε έναν να κάνει την ανάγκη του πάνω του - για να μη σηκωθεί από τη σειρά - και να τον παίρνουν τα κλάματα, σα μικρό παιδί. Ενιωσε να «πεθαίνει» από την πίκρα για την ανθρώπινη δυστυχία. Ισως και γι' αυτό που τον περίμενε. Ξαφνικά άκουσε ποδοβολητό πίσω του.

Μια «αγέλη άγριων ζώων» από κείνους που δεν είχαν καταφέρει να μπουν στην ουρά έτρεχε προς την είσοδο. Τον παρέσυραν. Σπρώχνονταν, και τους χτυπούσε η αστυνομία. Επεσε πάνω στο αριστερό του χέρι, χτυπημένο από βόμβα στη χώρα του. Σφάδαζε από τον πόνο. Ετρεξε μπροστά για να αποφύγει το αφηνιασμένο πλήθος. Ενας πελώριος άντρας μπήκε μπροστά του νομίζοντας ότι πάει να του φάει τη σειρά. Του κατέβασε μια γροθιά στον αριστερό του ώμο. Απομακρύνθηκε σχεδόν σέρνοντας. Είχε χάσει το φίλο του και δεν ήξερε να πάει σπίτι. Το μόνο που του έμενε ήταν να περάσει εκεί τη νύχτα. Κρατούσε το χέρι του, λες κι έτσι θα σταματούσε να πονά. Σκέφτηκε τη μάνα του που είχε σκοτωθεί από εκείνη τη βόμβα. Πώς να ένιωθε εκείνη να τον έβλεπε εκεί, σα ζώο πληγωμένο. Του ήρθε να κλάψει. Εμπόδισε τα δάκρυα να τρέξουν και προσπάθησε να σκεφτεί. Πέρασε όλο το βράδυ να σκέφτεται πού είναι χειρότερα, εδώ ή στην πατρίδα. Σε ποια ζούγκλα θα μπορούσε να επιβιώσει, δεκαοχτώ χρονώ παιδί.


Ελένη ΜΑΪΛΗ


Κορυφή σελίδας

Διαβάστε στο «Ρ»

Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org