Κυριακή 3 Αυγούστου 2008
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σελίδα 8
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ"
ΔΙΗΓΗΜΑ
Οι αξεδίψαστοι της ζωής

Παπαγεωργίου Βασίλης

Διψασμένος για τα όσα τόσα χρόνια μου είχαν στερήσει, χαιρόμουνα τη ζωή σωρεύοντας πρωτόγνωρες εμπειρίες. Ωστόσο, ήταν βραδιές που ένιωθες να σε κυκλώνει μια απέραντη ερημιά. Οπως και τότε, στην εξορία, μετά την κυριακάτικη βόλτα μες στο χωριό. Και να γεμίζουν τα σκοτάδια του αντίσκηνου με άνοιξη, μορφές γυναικείες, παραστάσεις ζωής που κυλούσε ανελέητη πλάι μας. Και να στριφογυρίζεις μέσα στο μεσοΰπνι, αναζητώντας όλα εκείνα που απόδιωχνε η συνείδηση.

... Εκείνο το βράδυ είχα πάει για δουλειά στην «Πρωτοπορία», έναν πολιτιστικό σύλλογο νεολαίας. Επιστρέφοντας σπίτι, τσίμπησα κάτι ανόρεχτα και ξάπλωσα με τα ρούχα να κοιτάω το ταβάνι. Ο Γιαννάκης, απογοητευμένος ξανάπιασε το βιβλίο και δεν έπαυε να μου ρίχνει ματιές. Δεν κρατήθηκε τελικά:

-- Τι έχεις; Κάτι έχεις εσύ.

-- Τι να 'χω, Γιαννάκη! Ζούμε κι εμείς...

Η αλήθεια είναι, πως εκείνο το βράδυ, το 'χα ανάγκη να τα πω, να ξεσκάσω. Κοίταγα τις σκιές να τρεμοπαίζουν στην οροφή και αναμασούσα τα πρόσφατα. Μου 'ρθαν στο νου και κείνοι οι στίχοι του Βάρναλη: «.. Ηρθες εσύ μιαν άγιαν ώρα Οραμα θείο και ξαφνικό...». Λες και τους είχε γράψει για την περίπτωση! Αρχισα να μουρμουράω τους στίχους και λοξοκοίταξα τον Γιαννάκη που έκλεισε το βιβλίο κι είχε σκάσει χαμόγελο. «Τον θυμάσαι τον μπάρμπα - Κώστα;», του λέω. «Στο ταβερνάκι, εκεί στη γωνιά της Ριζάρη. Ε, κάτι ξέρει από βάσανα της ζωής για να βάλει τόση πίκρα στο τέλος»!

«... Γιατί τόσο λίγο να βαστάξει

τούτη η γιορτή κι η πασχαλιά;

Εφυγες κι έχουμε ρημάξει...»

Κι ύστερα: «Είχα χαζέψει», του λέω, «να την ακούω που μίλαγε. Να κοιτάω το πρόσωπό της, τα μάτια της, να την κοιτάω ολόκληρη και σαν να λυπόμουνα που δεν της έβρισκα ατέλειες! Ηθελα, μωρέ Γιάννη, να γνωρίσω τον τυχερό. Να τον ρωτήσω πώς νιώθει. Να δω τι το αλλιώτικο έχει από μας».

-- Μπορεί και να μην έχει κανέναν.

«Μπορεί; Μπορεί όχι ακόμα», απαντώ και κατά βάθος μ' αρέσει το απίθανο. Ο Γιαννάκης με κοίταξε μ' ένα λυπημένο χαμόγελο και σκέφτομαι να του πω κάτι παρήγορο.

-- Δηλαδή, αν το φιλοσοφήσεις λιγάκι, μονάχα εμείς οι μπατίρηδες είμαστε βέβαιοι πως εκείνη που θα προσέξει εμάς, δε θα 'ναι γι' αυτά που μας λείπουν. Και είναι ωραίο να σ' αγαπάνε για κείνο που είσαι! «Τώρα βέβαια, μια τέτοια κοπέλα, τι να προσέξει σε μας», πήγα να πω, μα δεν το 'πα, μην τον πικράνω, και είδα με ανακούφιση τον Γιαννάκη να ξαστερώνει...

Φθινοπώριασε. Τα παιδιά της «Πρωτοπορίας» οργάνωναν στο Ιταλικό Ινστιτούτο έκθεση Νέων Καλλιτεχνών. Μου 'χαν προτείνει συμμετοχή και τους πήγα μια ακουαρέλα, δουλειά του Αϊ - Στράτη. Στο βάθος της αίθουσας το τραπέζι παραλαβής. Πίσω του, η κοπελιά του συλλόγου! Πήρε τον πίνακα και μου εξήγησε χαμογελώντας τους όρους συμμετοχής. Τραβήχτηκα ταραγμένος προς το παράθυρο. Κοίταγα έξω και σκεφτόμουνα πόσο ανόητος ήμουνα να νομίσω πως το χαμόγελό της εκείνο σήμαινε κάτι... Ωστόσο, λοξοκοίταξα να δω αν χαμογελούσε το ίδιο και σ' άλλους και την είδα μπροστά μου. «Δε θυμάμαι αν σας είχα δώσει απόδειξη», μου 'πε. Πριν φύγει κοντοστάθηκε, σα να 'θελε κάτι κι ένιωσα την καρδιά μου να φτερουγάει.

Στον κάτω όροφο η Επιτροπή Κρίσης έκανε επιλογές. Από τους ζωγράφους - χαράκτες ο Κοντόπουλος, ο Σικελιώτης, ο Τάσσος, η Βάσω, κι ο Απάρτης με τον Καπράλο από τους γλύπτες. Στάθηκα παράμερα και παρακολουθούσα μ' ενδιαφέρον. Γνώμες, αντιρρήσεις, απόψεις.

-- Συναρπαστικές εμπειρίες, δεν το νομίζετε; Ακουσα τη φωνή της. Γύρισα να κοιτάξω σε ποιον μιλούσε, και δεν ήτανε άλλος. «Σίγουρα ναι», της απάντησα και δεν ήξερα πού να βάλω τα χέρια μου.

Σκοτείνιασε. Είχαν τελειώσει γι' απόψε κι ετοιμάζονταν να φύγουν. Σιγοψιχάλιζε, η Πατησίων στραφτοβολούσε κάτω απ' τα φώτα. Κι ο Στρατής βοηθούσε την Εμυ να φορέσει το πανωφόρι της. Κατεβαίνοντας, ο Απάρτης κοντοστάθηκε στο κεφαλόσκαλο και την κοίταξε.

-- Τι κεφαλάκι! Τι μάτια! Οπωσδήποτε θα 'ρθεις να σου κάνω το πορτρέτο. Γελάσαμε όλοι.

-- Ποιοι είναι για ταβερνάκι;

Ο Στρατής κρατούσε από το μπράτσο την Εμυ και κούμπωνε με φροντίδα το γιακαδάκι της.

-- Ελάτε, δε θα 'ρθείτε μαζί μας; Μου κάνει η Εμυ κι ακούμπησε το χέρι της πάνω μου. Ενιωσα αμήχανα, προφασίστηκα πως έχω δουλειά, και τράβηξα για το σπίτι.

Πέρασαν μέρες. Μεσοβδόμαδα βραδάκι κατέβαινα την Ιπποκράτους. Ψιλόβρεχε. Είχα σηκώσει το γιακά και πήγαινα τοίχο τοίχο να φυλαχτώ. Στο ύψος της Βαλτετσίου... να τοι κι οι δύο. Σφιχταγκαλιασμένοι κάτω απ' την ομπρέλα, σαν ζευγαράκι των καρτ ποστάλ.

Μου κάνανε χαρές. Η Εμυ με κοίταγε κι έλεγε, έλεγε και γελούσε. Λες και χαιρόταν που πόναγα!..

Εκείνο το βράδυ η Εμυ έφερε να μου διαβάσει τα καινούρια της ποιήματα. Δεν ανάψαμε φως. Είχε γείρει το κεφάλι της στον ώμο μου. «Ως αύριο αργά», είπε ψιθυριστά, «είμαι μόνη κι ελεύθερη...».

Πήγαμε σινεμά και δε θυμάμαι παρά τη γαλαρία με τα τελευταία καθίσματα και εκείνο το σμίξιμο των χεριών πάνω απ' το πεσμένο τσαντάκι. Είχα κλείσει τα μάτια. Ενιωθα τα δάχτυλα της στο πρόσωπο, στο λαιμό μου. Φοβόμουνα μην ξυπνήσω απ' όνειρο κι απορούσα... Βαθιά μου ξυπνούσαν και πάλι οι φόβοι της εφηβείας κι εκείνα τα φοβερά της μάνας που θα με κυνηγάν μια ζωή: «Θεέ μου, ποιον έμοιασε; Πώς να τον πλησιάσει γυναίκα;». Εξω, η νύχτα ζεστή, ανοιξιάτικη. Δεν είχαμε όρεξη για κουβέντα και χέρι χέρι, φιλί το φιλί πιάσαμε τις γειτονιές του Λυκαβηττού. Φτάσαμε σπίτι, πριν ξημερώσει.

-- Ξύπνα, Γιαννάκη, τι μας κοιτάς; Πιάσε ένα σακάκι πιτζάμας.

Είπαμε για καλύτερα η Εμυ να ξάπλωνε στο δικό του κρεβάτι. Εμείς, στρωματσάδα κι ούτε κατάλαβα που 'χε φύγει, πρωί πρωί, ο Γιαννάκης για τη δουλειά του.

Το ρολόι δείχνει οχτώ. Η Εμυ κοιμάται. Πήρα τα ρούχα μου και βγήκα νυχοπατώντας. Είχα αδειάσει τις τσέπες και χάρηκα που φτάνανε τα κέρματα. Κατέβηκα στην «ΕΒΓΑ» για γάλα και βούτυρο, έβρασα τον καφέ και πήγα, να τα σερβίρω κατά πως ταίριαζε στην περίπτωση!

Η Εμυ είχε ξυπνήσει, αφουγκράστηκε κι έγειρε να κάνει την κοιμισμένη. «Στα καθώς πρέπει ρομάντζα», με πείραξε, «πάντα την αγαπημένη τους την ξυπνούν με φιλιά...».

Ξεκούμπωνε αργά, ένα ένα, τα κουμπιά της πιτζάμας. Την κοιτούσα γοητευμένος ν' αλλάζει μ' ευχέρεια ηθοποιού τόνο, ύφος, εκφράσεις. Την έβγαλε τελικά. Και τη φορούσε, Θεέ μου, κατάσαρκα! Και τα μάτια της, εκείνα τα μάτια, σα να σκούραιναν. Είχε απλώσει τα χέρια της. «Ελα, καλέ μου», μου είπε. Και πήγα κοντά της...

Κοντανάσαινα ευτυχία. Μάτια κλειστά, σώμα παράλυτο και λίγο λίγο ένιωθα τη συνείδηση να επανέρχεται και πάλι κυρίαρχη! Μέσα μου κάτι αρνιέται ακόμα να το πιστέψει, πως το 'χω κρατήσει στα χέρια μου το κυνηγημένο, το άπιαστο όνειρο. Κι έχει μορφή και σάρκα και πάθη και ηλικία. Δεκαεννέα χρονών. Και μ' αγαπάει! Αχ μάνα, τ' ακούς; Και το γιατί δεν το ξέρω ακόμα.

Δεκαεννέα χρονών! Τόσο ήτανε κι ο Γιωργάκης, το ανταρτάκι που γνώρισα στο Μεταγωγών της Ολύμπου. Τόσο, όταν τον είδα πίσω από τις σιδεριές του «Γεντί». Και στα ψιλά της «Μακεδονίας» εκείνης της Κυριακής τόσο τον γράφαν: «Δεκαεννέα ετών... στο συνήθη τόπο των εκτελέσεων...». Ποτέ του δεν έγινε είκοσι... Ητανε ένα ήρεμο απόγευμα του Οκτώβρη. Ζητούσε να του μιλήσω για έρωτα. Εκεί στην ταράτσα της φυλακής! Για έρωτα που δε θα γνωρίσει ποτέ. Κοιτούσαμε τον ήλιο να χαμηλώνει κατά τη μεριά του Ολύμπου. «Για πόσο ακόμα θα μπορώ να τον βλέπω;», με ρώτησε. «Λες να προλάβουν τουλάχιστον να κλείσουν τα τραύματα;». Ηταν ωραίο παιδί και τα μάτια του γαλανά, σαν τα μάτια της Εμυ. Και σκοτείνιαζαν το ίδιο με κείνης, όταν μιλούσε για έρωτα.

Ο Πασχαλάκης. Να 'ταν δεκαεφτά; Για τελευταία φορά τον είδα σ' εφημερίδα, με τα μεγάλα, έξυπνα μάτια του καρφωμένα στους στρατοδίκες. Ο Αντρέας μας έφυγε είκοσι. Εφυγε, με την πίκρα της προδοσίας από φίλο αδελφικό. Κι η παρτίδα στο σκάκι απόμεινε άπαιχτη.

Κοντά στα είκοσι ο Φωκίωνας κι η αδελφή του η Νίκη, ο Παναγιώτης, ο Κομνηνός, η Σοφία, ο Γρηγοράκης... Οι αξεδίψαστοι της ζωής!

Πόσοι, τελικά, απομείνατε από την ΕΠΟΝίτικη παρέα της γειτονιάς; Λογικά έπρεπε, μα δεν είσαι μια χούφτα χώμα και συ. Λιγοστές κιτρινισμένες φωτογραφίες κι η χωνεμένη από το χρόνο πίκρα στη θύμηση.

Πόσες φορές σου έχουνε πει «κατά τύχη». Κι έμεινες πίσω, μεσοστρατίς, στο μακρινό εκείνο «Ταξίδι του χαμού». Κι επιμένεις να ζεις «κατά τύχη» ό,τι δεν έχουνε ζήσει εκείνοι.

Ανοιξα τα μάτια. Είδα την Εμυ που με κοιτούσε.

-- Τι έχεις; με ρώτησε κι άπλωσε τα χέρια να σκουπίσει το μουσκεμένο μου μάγουλο. Δεν είπα τίποτα κι έγειρα το κεφάλι στο στήθος της. Το 'σφιξε πάνω της και με χάιδεψε τρυφερά. Κι ένιωσα μέσα μου να φουντώνει άγρια, παντοδύναμη η χαρά. Γευόμουνα την ευτυχία του έρωτα. Την ευτυχία να νιώθω, να υπάρχω, να ζω. Κι ήθελα να γελάσω, να κλάψω, να φωνάξω: Λάμια ζωή, σου την έφερα!


Κορυφή σελίδας

Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org