Δεν είναι λοιπόν περίεργο που η ζήτηση ξεπέρασε πέρυσι το 1 εκατομμύριο επιταγές, χωρίς να υπολογίσουμε τις αιτήσεις των συνταξιούχων, τα 2,5 εκατομμύρια των οποίων αποκλείστηκαν και φέτος από το πρόγραμμα. Και το ίδιο αναμένεται και φέτος. Δηλαδή η ζήτηση είναι σχεδόν τριπλάσια από την κάλυψη που προσφέρει το πρόγραμμα. Για να υπάρχει μάλιστα ένα πληρέστερο μέτρο σύγκρισης, αξίζει να αναφερθεί ότι το 2011 το κονδύλι για τον «κοινωνικό τουρισμό» ήταν στα 62,5 εκατ. ευρώ, ενώ οι δικαιούχοι ήταν 570.000 και οι μέρες διανυκτέρευσης 7, αντί για 6 που είναι και φέτος.
Και αν κάτι αποδεικνύεται από όλα τα παραπάνω, αυτό είναι η μεγάλη ανάγκη αλλά και η αδυναμία εργαζομένων και ανέργων για λίγες μέρες διακοπών, όπως και η τεράστια κοροϊδία σε βάρος τους.
Αλλωστε, ακόμα και οι «τυχεροί» που θα λάβουν την επιταγή, θα αναγκαστούν να βάλουν βαθιά το χέρι στην τσέπη, καθώς πέραν της ιδιωτικής συμμετοχής υπάρχει το κόστος της διατροφής, αλλά και της μετακίνησης στους τουριστικούς προορισμούς, «εγχείρημα» όχι εύκολο αν αναλογιστεί κανείς πως οι δικαιούχοι του προγράμματος είναι είτε άνεργοι είτε εργαζόμενοι με χαμηλά εισοδήματα.
Ετσι, στη χώρα του «τουριστικού θαύματος», των επαναλαμβανόμενων «ρεκόρ αφίξεων», που δεν υπάρχει γωνιά χωρίς ξενοδοχεία και ενοικιαζόμενα δωμάτια, των κερδών πάνω στα κέρδη για τους μεγάλους τουριστικούς ομίλους, το λαϊκό δικαίωμα στις διακοπές για τους «γηγενείς» εργαζόμενους θεωρείται περιττή πολυτέλεια.
Κι όμως η κυβέρνηση με αφορμή την έναρξη του προγράμματος κάθε χρόνο εμφανίζεται και γαλαντόμα και διαφημίζει τα έργα της, ενώ η αλήθεια είναι πως με «ξένα κόλλυβα», με τις εισφορές των εργαζομένων, πουλάει «φύκια για μεταξωτές κορδέλες», την ώρα που η συντριπτική πλειοψηφία των μισθωτών βλέπουν ακόμα και λίγες μερικές διακοπών με το κιάλι...