Συμφωνώ με τις Θέσεις της ΚΕ, οι οποίες σωστά, θεωρώ, προσανατολίζουν για να γίνει πράξη το σύνθημα του Συνεδρίου, βοηθάνε στην πραγματικότητα να γίνει πιο καθαρό το πού κρινόμαστε όλοι μας για να νικήσουμε, ποιο είναι το κύριο στην καθοδηγητική δουλειά.
Στα πανεπιστήμια απαιτείται πιο απαιτητική δουλειά από τα καθοδηγητικά όργανα, πρώτον στην κατάλληλη διάταξη, που να ανταποκρίνεται με όρους στην οικοδόμηση ΟΒ της ΚΝΕ, και δεύτερον στη στήριξη ολόπλευρα των Γραμματέων των ΟΒ, οι οποίοι θέλουν βοήθεια για να ανταποκρίνονται στην αποστολή τους.
Η ενισχυμένη απαίτηση για τη λειτουργία των οργάνων της Σπουδάζουσας προκύπτει τόσο από τα χαρακτηριστικά της νεολαίας, ως ηλικιακής κατηγορίας που εντάσσεται στην κοινωνικοταξική διάρθρωση του καπιταλισμού, όσο και από την καθημερινή, συστηματική ιδεολογική δουλειά του αντιπάλου με όλες τις μορφές, όπως οι όροι ζωής, σπουδών, επαγγελματικής ένταξης με βάση το αντικείμενο, παρέμβαση - αχτίφ αστικής ιδεολογίας που είναι πολλές παραδόσεις στα ΑΕΙ, πίεση από μικροαστικές αντιλήψεις του περίγυρου στα έτη, δράση άλλων πολιτικών δυνάμεων σε ΔΕΠ και φοιτητές, που γίνεται με όρους στράτευσης της νεολαίας από τον αντίπαλο και όχι παθητικοποίησης. Αυτά τα δεδομένα είναι η βάση που σε ορισμένους χώρους υπάρχει πιο σύνθετη απαίτηση στην ιδεολογική και πολιτική διαπάλη, π.χ. Νομικές - Οικονομικές Σχολές ή στο Τμήμα του Ιστορικού - Αρχαιολογικού, με τους φοιτητές να δουλεύουν σε μεγάλα ποσοστά, να αραιώνει η παρουσία τους στα μαθήματα, και απαιτεί εξειδικευμένη παρέμβαση από τις δυνάμεις μας.
Με βάση όλα τα παραπάνω, σε μια περίοδο έως το 23ο Συνέδριο, ραγδαίων και απρόβλεπτων εξελίξεων, προϋπόθεση για να αναπτυχθούμε και να στρατολογήσουμε είναι να κατανοηθεί η αποστολή κάθε μέλους της ΟΒ στο έτος. Εχει γίνει έντονη συζήτηση πως είναι κρίσιμο στην καθοδηγητική δουλειά να διακρίνουμε το κύριο. Ποιο είναι όμως το κύριο στην καθημερινότητα των φοιτητών, άρα και των δυνάμεών μας; Είναι η παρουσία στα μαθήματα, η ενασχόληση με το αντικείμενο, και η δουλειά με την επαναστατική μας κοσμοθεωρία, η καλλιέργεια διαλεκτικού υλιστικού κριτηρίου σκέψης.
Εμείς καθοδηγούμε κάθε ΟΒ με βάση αυτά; Κατά τη γνώμη μου, όπως και στον χώρο δουλειάς σου για να κατακτήσεις εμπιστοσύνη κρίνεσαι από τη στάση που κρατάς στην εργασία σου, αυτό ισχύει και για τη στάση που κρατάς στη σχολή, ειδικά σε συνθήκες που λόγω της όξυνσης των προβλημάτων και της δουλειάς τους οι φοιτητές έχουν απαίτηση από σένα που δηλώνεις κομμουνιστής. Αυτό επιβεβαιώνει τόσο την ενίσχυση του κύρους της ΚΝΕ, περισσότερα «ανοιχτά αυτιά», όσο και τη συνέπεια λόγων και έργων που απαιτούν οι φοιτητές από τα μέλη της ΚΝΕ σε όλες τις πτυχές της ζωής τους. Εδώ βρίσκεται και το ζήτημα των δεσμών του μέλους της ΟΒ με τον περίγυρο.
Το κύριο λοιπόν είναι η καλύτερη παρέμβαση του μέλους της ΚΝΕ στο μάθημα, η στάση του απέναντι στην επιστήμη και τη γνώση, στον χώρο δουλειάς με το Πρόγραμμα και το Καταστατικό του Κόμματος. Αυτό αφορά το κάθε μέλος της ΚΝΕ, που σημαίνει πως χρειάζεται στέρεο έδαφος, δηλαδή την τακτική ΓΣ της ΟΒ, της οποίας το περιεχόμενο πρέπει να παίρνει υπόψη του την καθημερινότητα του κάθε συντρόφου. Ελπιδοφόροι δείκτες είναι ΟΒ που ενιαία - συνδυασμένα υπερκάλυψαν το πλάνο του «Ριζοσπάστη» με τις Θέσεις, που ενισχύθηκαν με νέα μέλη, συνδέθηκαν με περισσότερους νέους και νέες στους χώρους τους, με όπλο την τακτική ΓΣ, με τακτικό έλεγχο της ιδεολογικοπολιτικής αντιπαράθεσης στον χώρο και στο αμφιθέατρο. Αποδείχθηκε από τα πράγματα πως δεδομένου του επιπέδου της αντιπαράθεσης με την αστική ιδεολογία στον χώρο και τις ειδικές απαιτήσεις του, ειδικά σε χώρους όπως Νομικές - Οικονομικές Σχολές, είναι μονόδρομος η καθημερινή, επιθετική προβολή της ανωτερότητας του Σοσιαλισμού, με επίγνωση της πολιτικής μας υπεροχής, επιβεβαιώθηκε πως «άμυνα σημαίνει θάνατος». Η συνολική ισχυροποίηση επίσης αποδεικνύει ότι η αποσπασματικότητα στην πολιτική δουλειά δεν είναι ένα «φάντασμα», αλλά ουσιαστικά είναι αποτέλεσμα έλλειψης στέρεου εδάφους και μακρόπνοου σχεδίου, και άρα με καθοδηγητική μέριμνα ανατρέπεται.
Τέλος, πρέπει να μας απασχολήσει, τα στελέχη της Οργάνωσης, καταρχάς τι στάση κρατάμε, με τι όρους πάμε στα δικά μας μαθήματα και δίνουμε αντιπαράθεση, με τι όρους ασχολούμαστε με το επιστημονικό αντικείμενο, με τι όρους προβάλλουμε την πρωτοπόρα στάση στον χώρο δουλειάς μας. Αν υπάρχει το φαινόμενο το στέλεχος ή ο Γραμματέας ΟΒ αδικαιολόγητα να μην πηγαίνει στο μάθημα, και να καλλιεργείται η αντίληψη στους φοιτητές πως όταν οργανώνεσαι στην ΚΝΕ «απομακρύνεσαι από το αντικείμενό σου», ή ότι η καθοδήγηση «δεν ασχολείται με τη σχολή», δυνητικά μπορεί να διαστρεβλώσει το πραγματικό περιεχόμενο της χρέωσης του Γραμματέα ΟΒ. Αυτά είναι κίνδυνοι για μια Οργάνωση Σπουδάζουσας.
Στην ουσία, λοιπόν, το ζήτημα είναι ενιαίο - η προετοιμασία του υποκειμενικού παράγοντα για τη σοσιαλιστική επανάσταση με ενισχυμένη ευθύνη των ΟΒ της ΚΝΕ και του κάθε μέλους της ΚΝΕ στο έτος, στο πνεύμα των Θέσεων, η συμβολή των μελών της ΚΝΕ και των φοιτητών ευρύτερα στη σοσιαλιστική οικοδόμηση από θέσεις ευθύνης, με κοινωνική αποστολή του επιστήμονα μια ανώτερου επιπέδου ζωή για την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα.
Εμπρός για αντεπίθεση. Κάθε μέλος της ΚΝΕ να αισθανθεί πολιτική υπεροχή, ως μέλος της Νεολαίας του ηρωικού ΚΚΕ, σε αποφασιστική σύγκρουση με το σύστημα και τις σάπιες ιδέες του, προβάλλοντας το πραγματικά πρωτοπόρο, προοδευτικό και σύγχρονο, την οικοδόμηση του Σοσιαλισμού - Κομμουνισμού στην Ελλάδα του 21ου αιώνα.
Ζήτω το 22ο Συνέδριο του ΚΚΕ.
Ολο το προηγούμενο διάστημα, ιδιαίτερα με τις Αποφάσεις του Κόμματος (π.χ. για τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, για την ιδεολογική δουλειά κ.λπ.) και τη συζήτηση πάνω σ' αυτές, με τις ίδιες τις Θέσεις του Συνεδρίου και τις μάχες που έχουμε δώσει ως Κόμμα και ΚΝΕ, αποτελεί παρακαταθήκη οδεύοντας προς το 22ο Συνέδριο. Παρακαταθήκη για το πώς θα μπορέσουμε να συμβάλουμε με όλες μας τις δυνάμεις σ' αυτό που θέτει ο τίτλος του 2ου κεφαλαίου των Θέσεων: Για ένα Κομμουνιστικό Κόμμα ικανό ιδεολογικά, πολιτικά, οργανωτικά να ηγηθεί της εργατικής - λαϊκής πάλης για την ανατροπή του καπιταλισμού και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού - κομμουνισμού.
Με βάση τα παραπάνω, είναι κρίσιμα τα ζητήματα που αφορούν την ολόπλευρη στήριξη του Κόμματος προς την ΚΝΕ, την ίδια τη λειτουργία και δράση των ΚΟΒ και πώς αυτή δίνει ώθηση στη συνολικότερη δουλειά μας, στον κοινό βηματισμό Κόμματος - ΚΝΕ. Οπως τίθεται σε πολλά σημεία των Θέσεων, οι εξελίξεις είναι σύνθετες και σήμερα είναι ανάγκη να σκεφτούμε πώς η καθημερινή πάλη που διεξάγουμε καταφέρνουμε να «δένεται» με την επαναστατική προοπτική, τον ίδιο τον σκοπό του Κόμματος, ως Κόμμα παντός καιρού.
Ενα βασικό ζήτημα είναι το πώς η ίδια η ΚΟΒ, με τη συζήτηση και τον σχεδιασμό της, έχει καλή και ουσιαστική επαφή με τους νεότερους συντρόφους (τόσο των μαθητικών όσο και των εδαφικών ΟΒ), όπου η πείρα, η ηλικιακή και κομματική, είναι σαφώς μικρότερη και ορισμένα ζητήματα δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως δεδομένα. Πιο συγκεκριμένα, η ιδεολογική - πολιτική στήριξη στη δουλειά της ΚΝΕ δεν πρέπει να περιορίζεται στην παρέμβαση του Κόμματος σε μια συνεδρίαση της ΟΒ. Απαιτείται εξειδικευμένα, με μέριμνα για τη στήριξη των καθοδηγητών της ΚΝΕ στον εκάστοτε χώρο ευθύνης, σε επίπεδο συχνών και ουσιαστικών συνεργασιών, να ελέγχουν τι απασχολεί τους ίδιους τους συντρόφους, τι συναντούν από τον περίγυρό τους, τι τους δυσκόλεψε ή τι τους βοήθησε. Αυτό θα συμβάλλει ώστε να είναι πιο στοχευμένη η ίδια η συζήτηση της ΟΒ, οι πρωτοβουλίες που αυτή θα παίρνει, θα δένονται οι ίδιοι οι νεότεροι σύντροφοι με την ΚΟΒ.
Για παράδειγμα, η μέριμνα για την πλούσια εσωργανωτική συζήτηση στα Οργανα με πνεύμα πρωτοβουλίας (π.χ. συζητήσεις πάνω σε ζητήματα Ιστορίας, όπως τα Μπλόκα, ή η συζήτηση με αυτοτέλεια για το ζήτημα των πλειστηριασμών) είναι όρος για το ανέβασμα της καλλιέργειας του διαβάσματος, της κομμουνιστικής διαπαιδαγώγησης, του ατσαλώματος, ώστε και οι ίδιοι οι νεότεροι σύντροφοι να αποκτούν δύναμη απ' την υπεροχή των θέσεών μας, τη λαμπρή Ιστορία του ΚΚΕ. Είναι προϋπόθεση για να αναπτύσσουν πρωτοπόρα δράση, να βγαίνουν μπροστά για κάθε μικρό και μεγάλο ζήτημα.
Οποτε δουλέψαμε έτσι ως Κόμμα και ΚΝΕ είχε θετικό αντίκτυπο στη δουλειά μας, σύντροφοι ήρθαν για πρώτη φορά σε επαφή με ζητήματα όπως τι είναι ο συσχετισμός δυνάμεων, αν υπάρχει σήμερα ταξική πάλη, λύσιμο αποριών για τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο κ.λπ. Από καλύτερη θέση άνοιγαν τα θέματα αυτά στην παρέα τους, στον περίγυρο της ΟΒ. Αντίστοιχα, ένας τέτοιος τρόπος δουλειάς κοινού βηματισμού Κόμματος - ΚΝΕ δημιούργησε καλύτερες προϋποθέσεις π.χ. μπροστά στα Ωνάσεια Σχολεία, όπου άνοιξε δρόμους για την επαφή με ευρύτερο κόσμο, τη διεύρυνση του περίγυρου της ΟΒ και το χτίσιμο δεσμών με παιδιά από κει.
Επίσης, το ζήτημα της αξιοποίησης του «Ριζοσπάστη» δεν πρέπει να εξαντλείται στη συμμετοχή στην κυριακάτικη εξόρμηση, που συχνά και αυτό πολλές φορές λείπει. Χρειάζεται σχέδιο τέτοιο που η ΚΟΒ με τη βοήθεια των ΚΝίτικων καθοδηγητών θα σχεδιάζει με χαρτί και μολύβι πού θα πάνε, θα εξαντλούν περιθώρια, όπως στη γνωριμία με οικογένειες με παιδιά όπου μπορούν και οι νεότεροι σύντροφοι να αποκτήσουν επαφές. Αυτό θα εμπλουτίζει τον περίγυρο της ΟΒ με νέες περιπτώσεις, ξεφεύγοντας από αυτό που συχνά αποτυπώνουν και ορισμένοι δείκτες, όπως αυτός της διακίνησης του «Οδηγητή», να φτάνουμε πολλές φορές μόνο στους στενούς μας, όχι με τα μάτια στραμμένα στους πολλούς, στη γειτονιά, στο σχολείο, στους νέους που μας ενδιαφέρουν κοινωνικοταξικά. Ετσι, θα διαπαιδαγωγούνται στη δουλειά αυτή ιδιαίτερα τα κομματικά μέλη που είναι χρεωμένα στη δουλειά της ΚΝΕ, θα ωριμάζουν, το ίδιο το σχέδιο θα είναι πιο στοχευμένο στο τι ακουμπά στους νέους της περιοχής, πώς εκφράζεται η ίδια η αντιλαϊκή πολιτική ανά περιοχή. Αρα, θα γινόμαστε καλύτεροι όχι απλά στο να ακούμε ή να μαζεύουμε τι λέει η νεολαία, αλλά στο να αναπτύσσουμε ριζοσπαστικό σχέδιο που θα την αγκαλιάζει, θα διαφωτίζει, θα εμπνέει.
Συνεπώς, η ολόπλευρη καθοδήγηση και στήριξη του Κόμματος προς την ΚΝΕ, βασικό αιμοδότη του, γύρω από τα παραπάνω ζητήματα, με επίκεντρο το Κόμμα, μπορεί να συμβάλει ώστε να μη μετράμε καθημερινά αθροίσματα δράσεων, συχνά σαν ένα παράλληλο σχέδιο με κοινό σκοπό. Θα βοηθάει στο να κατανοείται η συνθετότητα των εξελίξεων, όχι για να τις παρακολουθούμε ή να ενημερώνουμε απλά και μόνο τον κόσμο γι' αυτές, αλλά φωτίζοντας το γιατί σήμερα (εποχή Τεχνητής Νοημοσύνης, ανάπτυξης τεχνολογίας κ.λπ.) βλέπουμε πως δεν ζούμε όπως θα μπορούσαμε να ζούμε, τι φταίει, τι μπαίνει εμπόδιο, που είναι ο ίδιος ο εκμεταλλευτικός χαρακτήρας του σημερινού συστήματος, που η κινητήρια δύναμή του είναι το καπιταλιστικό κέρδος. Θα γινόμαστε πιο ικανοί να αναδεικνύουμε την προοπτική της διεξόδου, τι κίνημα χρειάζεται σήμερα, το γιατί παλεύει το ΚΚΕ και η ΚΝΕ, την οικοδόμηση μιας άλλης κοινωνίας, του σοσιαλισμού - κομμουνισμού.
Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος στη Μέση Ανατολή, η γενοκτονία σε βάρος του παλαιστινιακού λαού αλλά και η ηρωική του αντίσταση, καθιστούν επιτακτικό τον προβληματισμό σχετικά με την πολιτική του Κόμματος όσον αφορά την ίδρυση παλαιστινιακού κράτους. Αναφέρομαι στη θέση για τα δύο κράτη με αναγνώριση των συνόρων του 1967. Η δημιουργία παλαιστινιακού κράτους στη Δυτική Οχθη και στη Λωρίδα της Γάζας, σε εδάφη δηλαδή που μέχρι το 1967 ανήκαν αντίστοιχα στην Ιορδανία και στην Αίγυπτο, σημαίνει αποδοχή της ισραηλινής κατοχής της Παλαιστίνης και της εκδίωξης του παλαιστινιακού λαού από την πατρίδα του. Η Παλαιστίνη είναι το σημερινό Ισραήλ και το σύνθημα «Ελεύθερη Παλαιστίνη» δεν έχει κανένα νόημα όταν αναγνωρίζονται τα σημερινά σύνορα του Ισραήλ. Αλλωστε, η βιωσιμότητα ενός κράτους που θα αποτελείται από δύο τμήματα χωρίς γεωγραφική συνέχεια, όταν μάλιστα ανάμεσά τους παρεμβάλλεται το Ισραήλ, είναι κάτι περισσότερο από επισφαλής. Η θέση για τα δύο κράτη, άσχετα αν την αποδέχονται τα παλαιστινιακά αστικά κόμματα, δεν είναι μόνο απαράδεκτη υποχώρηση, αλλά δεν είναι και βιώσιμη. Η θέση του ΚΚΕ πρέπει να είναι σαφής και κατηγορηματική: Ενα παλαιστινιακό κράτος με επικεφαλής την εργατική τάξη. Και επειδή φυσικά κάποιοι θα θέσουν το ερώτημα για το μέλλον του «λαού» του Ισραήλ, η απάντηση είναι απλή. Δεν υπάρχει λαός, υπάρχουν έποικοι οι οποίοι διαχρονικά αρπάζουν την παλαιστινιακή γη, σήμερα στη Δυτική Οχθη, τις προηγούμενες δεκαετίες στην υπόλοιπη Παλαιστίνη. Ολοι οι πολίτες αυτού του κράτους, άνδρες και γυναίκες, υπηρέτησαν στον στρατό, είναι δηλαδή συνένοχοι σε όλα τα εγκλήματα πολέμου που έχουν διαπραχθεί διαχρονικά από το κράτος - δολοφόνο. Οι δημοσκοπήσεις που γίνονται δείχνουν ότι η συντριπτική πλειοψηφία αυτού του «λαού», σχεδόν το σύνολό του, θεωρούν ότι στη Γάζα δεν χρησιμοποιήθηκε επαρκής βία! Απαιτούν δηλαδή ένταση της γενοκτονίας! Αν κάποιοι από αυτούς θελήσουν να ζήσουν σε ένα μελλοντικό παλαιστινιακό σοσιαλιστικό κράτος, υπόθεση απίθανη, ας μείνουν. Οι υπόλοιποι να επιστρέψουν στις πατρίδες τους. Και επειδή ορισμένοι κάνουν παραλληλισμούς με τη ναζιστική Γερμανία και αναρωτιούνται αν θα έπρεπε και ο γερμανικός λαός να θεωρείται υπεύθυνος στο σύνολό του για τα εγκλήματα του ναζισμού, πρέπει κάποιος να θυμίσει σε όλους αυτούς ότι οι Γερμανοί δεν ήταν έποικοι στη Γερμανία... Επίσης, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι υπήρχε απόφαση του ΟΗΕ που χαρακτήριζε τον σιωνισμό ιδεολογία την οποία ασπάζεται ολόκληρο το αστικό πολιτικό φάσμα του Ισραήλ, έκφανση του φασισμού, απόφαση που φυσικά μετά το 1990 και την αλλαγή των συσχετισμών ανακλήθηκε... Είναι επίσης περισσότερο από αναγκαίο και επιτακτικό το ΚΚΕ να καταδικάσει κατηγορηματικά και χωρίς περιστροφές τη στάση που κράτησε το 1948 η τότε σοβιετική ηγεσία, η οποία συμφώνησε στην ίδρυση του εβραϊκού κράτους και προχώρησε στην άμεση αναγνώρισή του, ενώ είχε παραβιαστεί ακόμη και αυτή η απαράδεκτη απόφαση του ΟΗΕ για την ίδρυση δύο κρατών. Υποστήριξε δηλαδή, και μάλιστα χωρίς προσχήματα, τα σχέδια των ιμπεριαλιστών και των σιωνιστών.
Οσον αφορά τις επεξεργασίες του Κόμματος έως το 23ο Συνέδριο, πρέπει να εξεταστούν ιδιαίτερα οι αλλαγές στο Σοβιετικό Σύνταγμα το 1936 και η εξαφάνιση των Σοβιέτ, σε σχέση και με την επικράτηση το 1935, στο 7ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνής, της οπορτουνιστικής γραμμής των λαϊκών μετώπων, που οδήγησαν στον εκφυλισμό και την τελική διάλυσή της. Η σημασία των κοσμοϊστορικών (με την αρνητική έννοια) αυτών γεγονότων σκόπιμα και συστηματικά υποβαθμίζεται στους προβληματισμούς του Κόμματος, ενώ στρέφεται η προσοχή στις αναπόφευκτες συνέπειές τους (20ό Συνέδριο, μεταρρυθμίσεις Κοσίγκιν, ευρωκομμουνισμός, περεστρόικα κ.λπ.), οι οποίες ουσιαστικά παρουσιάζονται αποσπασμένες από ό,τι είχε προηγηθεί στα μέσα της δεκαετίας του 1930. Η ανάδειξη του πραγματικού ρόλου της τότε σοβιετικής ηγεσίας, τόσο στην υπονόμευση της εξουσίας της εργατικής τάξης στη Σοβιετική Ενωση όσο και στον εκφυλισμό και την ιδεολογική και πολιτική χρεοκοπία του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος, αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την ουσιαστική κατανόηση της πορείας που ακολούθησε η ταξική πάλη στην ΕΣΣΔ και της τελικής ήττας της εργατικής τάξης, κάτι που μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει.
Η δουλειά που κάναμε όλο το προηγούμενο διάστημα μέσα από το Σωματείο Εργαζομένων στα Τρόφιμα - Ποτά Δυτικής Αχαΐας - Βόρειας Ηλείας αφήνει σοβαρή παρακαταθήκη και πείρα για τον τρόπο που πρέπει να δουλεύουμε ολοκληρωμένα, ώστε να επιβεβαιώνουμε τον ρόλο του Κόμματός μας ως ιδεολογικοπολιτικής πρωτοπορίας μέσα στην εργατική τάξη.
Από την πρώτη στιγμή, μετά την πυρκαγιά που κατέκαψε καταυλισμό μεταναστών εργατών γης στη Νέα Μανωλάδα, το Σωματείο βρέθηκε εκεί μαζί με τα Εργατικά Κέντρα Πάτρας και Αμαλιάδας και οργανώσαμε την αλληλεγγύη στους πυρόπληκτους εργαζόμενους. Με μπροστάρηδες τα μέλη του Κόμματος, τις Οργανώσεις, με την καθοδήγηση του Γραφείου Περιοχής και των Τομεακών Επιτροπών Αχαΐας και Ηλείας, καταφέραμε να οργανώσουμε τη συνδικαλιστική δουλειά μας, με πρωταγωνιστές τους ίδιους τους εργαζόμενους, προτάσσοντας όχι μόνο την ανάγκη για οικονομική πάλη, αλλά και την πολιτική διέξοδο από τον φαύλο κύκλο της καπιταλιστικής βαρβαρότητας. Με οργανωμένη καθοδηγητική δουλειά βάλαμε μπροστά το σύνθημα «Τα κέρδη τους ή οι ζωές μας» και υπήρξε μεγάλη ανταπόκριση από τους μετανάστες εργάτες. Προχωρήσαμε στη δημιουργία ιστοσελίδας, μεταφρασμένης σε 3 γλώσσες, με συνεχή αρθρογραφία και ενημέρωση.
Εγινε σοβαρή δουλειά από τα αντίστοιχα Οργανα - Γραφεία Περιοχής, Τομεακά Γραφεία και Τομεακές Επιτροπές - να μελετήσουν τη διαπάλη, μιας και η απεύθυνσή μας επικεντρώθηκε στους εργάτες γης απευθείας και όχι μέσω κάποιων διαμεσολαβητών. Αυτό απαιτούσε την καθημερινή μας παρουσία στην περιοχή, καθώς και το ξεπέρασμα της δυσκολίας στη γλώσσα, μιας και όσοι εργάτες γης μιλούν είτε τα Ελληνικά είτε καλά τα Αγγλικά έχουν τάσεις εργατικής αριστοκρατίας και καθαρά διαμεσολάβησης. Αξιοποιήσαμε ζητήματα υγιεινής και ασφάλειας, συμμετείχαν στη δουλειά και σύντροφοι γιατροί, τουλάχιστον ένας σε κάθε επίσκεψή μας στην περιοχή.
Ταυτόχρονα, μελετήσαμε τον αντίπαλο, για παράδειγμα την εργοδοσία και τη στάση της απέναντί μας, και τα Οργανα επεξεργάστηκαν το πλαίσιο πάλης, όχι μόνο με οικονομικά αιτήματα, αλλά βασιζόμενοι στις συνθήκες διαμονής, υγιεινής και ασφάλειας, καταλήγαμε στην πολιτική διέξοδο. Φάνηκε και στις συναντήσεις μας με πρεσβείες και υπουργεία ότι ο αντίπαλος είναι καλά οργανωμένος, αφού έμεναν σταθερά μόνο σε διαπιστώσεις και ευχολόγια. Οι εργαζόμενοι πρέπει να βγάλουν και από αυτό τα συμπεράσματά τους.
Με σωστή καθοδηγητική δουλειά και κομματική πειθαρχία ανοίξαμε τη συζήτηση με πολλούς μετανάστες εργαζόμενους, που κατέληγε στην ανατροπή του συστήματος. Κερδίσαμε την εμπιστοσύνη τους, πράγμα που φάνηκε με την αντίστοιχη δουλειά που πραγματοποιήσαμε όταν ξέσπασαν τα πύρινα μέτωπα στην Αχαΐα, και συγκεκριμένα με τη φωτιά που έφτασε μια ανάσα από τη ΒΙΠΕ Πάτρας. Με ακόμα πιο γρήγορα αντανακλαστικά, οργανώσαμε την αλληλεγγύη στους μετανάστες βιομηχανικούς εργάτες, αλλά και στους εργάτες γης. Οι ίδιοι γνώριζαν πού να απευθυνθούν από την πρώτη στιγμή, κατάλαβαν ότι «τα παιδιά από το ΚΚΕ» τους βοήθησαν. Αναδείξαμε άλλη μια φορά τη σαπίλα του καπιταλισμού και την πολιτική διέξοδο, την ανατροπή αυτού του συστήματος.
Εδώ θα πρέπει να τονίσουμε και κάποια ζητήματα, ώστε να μην ατονεί η δουλειά που ξεκινήσαμε και να προχωρήσουμε ακόμα πιο αποτελεσματικά. Η παρέμβασή μας, που σωστά οργανώθηκε από τα παραπάνω Οργανα, οφείλει να γίνει δουλειά ολόκληρης της ΚΟΒ. Προφανώς και υπάρχει ο καταμερισμός από τα Οργανα, αλλά χρειάζεται η ΚΟΒ να την κάνει δική της υπόθεση, με σωστό έλεγχο στα μέλη της, ώστε να γίνονται πιο ζωντανές και οι συνεδριάσεις, να διαπαιδαγωγούνται και να γίνονται καλύτεροι οι σύντροφοι. Με έναν τέτοιο τρόπο δουλειάς, οι εδαφικές ΚΟΒ δεν θα περιορίζονται σε ό,τι αφορά τα στενά όρια του δήμου ή της περιοχής όπου δραστηριοποιούνται, αλλά θα μπαίνει ταξικός προσανατολισμός, ανάλογα με τις επιχειρήσεις, τους κλάδους που υπάρχουν στον χώρο ευθύνης τους. Στόχος θα πρέπει να είναι οι εδαφικές ΚΟΒ να βαδίζουν δίπλα στις κλαδικές και με σωστή καθοδήγηση να πάμε το Κόμμα μας ένα βήμα ψηλότερα.
Είναι λογικό κάποιες φορές στις εδαφικές ΚΟΒ να απασχολούν ζητήματα για τη γειτονιά, το χωριό, την κωμόπολη κ.λπ. Σε αρκετές περιπτώσεις, η δράση τους εδράζεται στο αγροτικό κίνημα ή σε επιμέρους διαμαρτυρίες συμπολιτών μας - και σωστά σηκώνουμε τέτοια ζητήματα, όπως για παράδειγμα τους πλειστηριασμούς κατοικιών και το μέτωπο απέναντι σε τράπεζες και funds ή τις αγροτικές κινητοποιήσεις. Ομως θα πρέπει να μπαίνει σχεδιασμός στο Οργανο και να βγαίνει μπροστά η πρωτοπορία, που δεν είναι άλλη από την εργατική τάξη, η οποία θα ηγηθεί στην ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος, που γεννά τα παραπάνω προβλήματα. Να συζητιέται ολοκληρωμένα η δράση του σωματείου, να λένε γνώμη οι σύντροφοι, να λύνονται μικρές ή μεγαλύτερες απορίες, έτσι ώστε η ΚΟΒ να μπαίνει στον συνολικότερο σχεδιασμό, μαζί και με τις αντίστοιχες κλαδικές.
Στόχος μας, όπως μπαίνει και στις Θέσεις, είναι να μην παραμένουμε απλά παρατηρητές και εκτιμητές των λαϊκών διαθέσεων. Ηδη από το προηγούμενο Συνέδριο έχουμε μετρήσει βήματα στο πώς εκτιμάμε τις διαθέσεις των μαζών, όπως συνέβη και με τις κινητοποιήσεις για το έγκλημα των Τεμπών, που σωστά οι δικές μας δυνάμεις δώσανε πολιτικό περιεχόμενο σε αυτές. Σίγουρα μπορούμε να γίνουμε καλύτεροι και σε αυτό το κομμάτι, αλλά και στο πώς θα επιδρούμε καλύτερα κυρίως στο εργατικό κίνημα, το οποίο θα συμπαρασύρει και τα υπόλοιπα σύμμαχα στρώματα σε αντικαπιταλιστική - αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση.
Υπάρχουν δυσκολίες, λόγω υπερχρεωμένων συντρόφων, και κάποιες φορές μια δουλειά που μπορεί να προγραμματίζουμε μένει πίσω, όπως υπάρχουν αδυναμίες στη μελέτη και αξιοποίηση του «Ριζοσπάστη», της ΚΟΜΕΠ, του κομματικού βιβλίου. Είναι άλλο πράγμα να συμβουλευόμαστε τον Γραμματέα ή το Γραφείο και άλλο πράγμα να περιμένουμε από το Γραφείο ή την καθοδήγηση να μας φτιάξει μια ανακοίνωση ή να περιμένουμε πότε θα μας πει να βγούμε εξόρμηση με μια ανακοίνωση του Κόμματος σε χώρους ευθύνης μας. Να πάρουμε πρωτοβουλίες με βάση τον σχεδιασμό που μπαίνει συλλογικά και να προσπαθούμε να τις υλοποιούμε. Γιατί απ' ό,τι βλέπουμε, οι εξελίξεις τρέχουν πολύ γρήγορα, μιας και η χώρα μας γίνεται πλέον στην πράξη πεδίο αντιπαράθεσης αντίπαλων ιμπεριαλιστικών στρατοπέδων, και θα είναι καταστροφικό αν για οποιονδήποτε λόγο αυτές οι εξελίξεις μάς προσπεράσουν. Σε κάθε περίπτωση και σε κάθε συνθήκη, εμείς θα συνεχίσουμε με όλες μας τις δυνάμεις, με όπλα το Πρόγραμμα και το Καταστατικό του Κόμματός μας, ώστε να δώσουμε ελπίδα στον λαό, μέχρι την τελική νίκη, την επικράτηση του σοσιαλισμού - κομμουνισμού.
Ζήτω το 22ο Συνέδριο του ΚΚΕ!
Εχουμε πετύχει πολλά ως Κόμμα. Σταθήκαμε όρθιοι, σε δύσκολους καιρούς, χωρίς ιδεολογικές εκπτώσεις και αποτελούμε παράδειγμα για την αντοχή μας, στα υπόλοιπα αδελφά Κόμματα της Ευρώπης.
Εκτός από τις αντικειμενικές δυσκολίες, για τις οποίες δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα, αυτό που πρέπει να μας απασχολήσει σοβαρά είναι η βελτίωση της δικής μας λειτουργίας για να ανταποκριθούμε στις απαιτήσεις των καιρών.
Παρατηρήσεις για το κείμενο των Θέσεων:
Απουσιάζει από το κείμενο των Θέσεων η αναφορά στη λειτουργία και τη δράση της Επιτροπής Ειρήνης και της ΠΕΑΕΑ - ΔΣΕ, δύο κρίσιμοι τομείς που έχουν σχέση με το κίνημα ειρήνης και την Ιστορία, ιδιαίτερα στις εποχές που ζούμε, της πολεμικής προετοιμασίας και του ιστορικού αναθεωρητισμού.
Επίσης απουσιάζει η αναφορά για την παρέμβασή μας στον Πολιτισμό, συγκεκριμένα στους Πολιτιστικούς Συλλόγους συνοικιών, επαρχιών και εθνικο-τοπικούς, σε σχέση με τη λειτουργία και τη δράση τους.
Διαπιστώσεις...
Σε πολλά Συνέδρια του Κόμματος, τουλάχιστον από το 15ο, επισημαίναμε μια σειρά από αδυναμίες στην κομματική λειτουργία και στον προσανατολισμό, και χρησιμοποιούσαμε λίγο - πολύ τις ίδιες λέξεις για να τις χαρακτηρίσουμε.
Αναφέρουμε επιγραμματικά:
«Πρακτικισμός», «ρουτίνα», γενικολογία», «αποσπασματικότητα», «μετάθεση ευθυνών προς τα κάτω και προς τα πάνω», «μηχανιστικός τρόπος σκέψης», «πολυχρέωση», «έλλειψη συλλογικότητας», «καθηκοντολογία», «εμπειρισμός».
Για να καταπολεμηθούν όλες αυτές οι επιζήμιες πρακτικές και αντιλήψεις στη λειτουργία και τη δράση του Κόμματος, χρειάζεται εκτός των άλλων αλλαγή νοοτροπίας, ώστε να μην παγιωθούν ως μια κανονικότητα.
Οι γενικόλογες διαπιστώσεις δεν βοηθούν, όταν δεν συνοδεύονται από μετρήσιμα και ελέγξιμα μέτρα, προσδιορισμένα χρονικά, για το κατά πόσο υλοποιείται η αντιμετώπισή τους.
Εσωκομματική λειτουργία
Με την επιφύλαξη ότι η γενίκευση των εκτιμήσεων είναι αρμοδιότητα ανώτερων οργάνων που έχουν μια συνολικότερη εικόνα, μπορούμε να πούμε...
Τα εισηγητικά κείμενα πρέπει να μοιράζονται από πριν και να διαμορφώνονται συλλογικά, ώστε τα μέλη των οργάνων που συμμετέχουν στη συζήτηση να είναι επαρκώς προετοιμασμένα.
Να επιδιώκουμε πιο σύντομες και περιεκτικές τοποθετήσεις των καθοδηγητικών οργάνων, χωρίς επαναλήψεις για τα αυτονόητα.
Στις συνεδριάσεις να κρατάμε μια στοιχειώδη λειτουργία στη συζήτηση, γιατί όσο δεν αντιμετωπίζουμε το πρόβλημα αυτό, υπάρχει ο κίνδυνος να το αναπαράξουμε και να διαμορφώσουμε μια νέα γενιά στελεχών με λαθεμένη αντίληψη για τη λειτουργία του Κόμματος.
Στη λειτουργία του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού θα πρέπει να ενισχυθεί το δημοκρατικό σκέλος της καταστατικής μας αρχής, που δεν πρέπει να το δούμε ως εμπόδιο στην αποτελεσματικότητα.
Πολλές φορές η δουλειά πέφτει σε λίγους συντρόφους, με αποτέλεσμα να μην μπορούν ούτε οι ίδιοι να ανταποκριθούν. Εγκλωβίζονται σε μια αντιμετώπιση τρεχόντων μόνο προβλημάτων.
Η πρακτική αυτή δεν βοηθά στην ανάληψη πρωτοβουλιών, μέσα στα πλαίσια του Προγράμματος και των κανόνων λειτουργίας, περιμένοντας την εντολή από πάνω.
«Η δουλειά των κομμουνιστών δεν είναι να προσπαθούν να τα κάνουν όλα μόνοι τους... Να καταπιάνονται με 20 υποθέσεις και να μην τελειώνουν καμιά... μα να οργανώνουν τον έλεγχο της δουλειάς τους από τα κάτω, από την πραγματική μάζα...», έγραφε ο Λένιν.
Χρειάζεται μεγαλύτερη εμπιστοσύνη και αξιοποίηση όλων των μελών των Τομεακών Επιτροπών, και ενθάρρυνση για την ανάληψη πρωτοβουλιών από τις Οργανώσεις Βάσης.
Ο Λένιν το 1921 μιλούσε για «Περισσότερη πρωτοβουλία στα τοπικά όργανα... Περισσότερη προσοχή στην πρακτική πείρα».
Λαϊκό κίνημα
Η παρέμβασή μας στην κοινωνία πρέπει να παίρνει υπόψη την κατάσταση και τις ιδιομορφίες κάθε περιοχής, το επίπεδο του λαϊκού κινήματος, ώστε να υπάρχει εξειδίκευση της δράσης και των κινητοποιήσεων.
Πρέπει να αποφεύγουμε μια αριθμητική εκτίμηση της δράσης μας, ποσοτική και όχι ποιοτική.
Για παράδειγμα, μετράμε τον αριθμό των φύλλων της εφημερίδας χωρίς να εξετάζουμε αν, για παράδειγμα, η εφημερίδα διαβάζεται, αν κατανοείται ή όχι και από πόσους, αν αυτή η ανάγνωση και η κατανόηση έχει κάποια ορατά αποτελέσματα.
«Καλύτερα λιγότερα και ποιοτικά ανώτερα», έγραφε στο τελευταίο του άρθρο ο Λένιν το 1923.
Χρειάζεται ένα ενιαίο, επιτελικό σχέδιο, χρονικά προσδιορισμένο, ένα σχέδιο δράσης στη βάση της μελέτης της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής ζωής σε κάθε νομό, που θα κάνει πιο ορατή και ρεαλιστική τη γενικότερη πρότασή μας για τον σοσιαλισμό, μέσα από την υιοθέτηση ιδεών, αξιών και μιας αγωνιστικής στάσης ζωής.
Να προκύπτει αβίαστα, φυσικά η ανάγκη μιας άλλης κοινωνίας, με άλλες αξίες, και η ανάγκη για οργανωτική ένταξη και πάλη μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ.
Χωρίς αυτή την προϋπόθεση, χωρίς να ωριμάσουν οι καταστάσεις, οι οργανωτικές επιτυχίες μας θα είναι και λίγες και πρόσκαιρες.
Μερικές σκέψεις
Οι κεντρικές παρεμβάσεις του ΚΚΕ στον χώρο του Πολιτισμού και της Τέχνης ήταν εύστοχες και χρήσιμες, έχουν εξοπλίσει τα μέλη μας με γνώσεις και έδωσαν έναν αισθητικό και ιδεολογικό προσανατολισμό.
Δεν έχουμε όμως την παρέμβαση που χρειάζεται στους Πολιτιστικούς Συλλόγους, ούτε έναν προσανατολισμό ώστε να αντιπαρατεθούμε με φαινόμενα όπως η απουσία διεκδικητικής αντίληψης, η εμπορευματοποίηση μέσω της αναζήτησης χορηγών, η προσκόλληση σε πολιτευτές, μεταφυσικές δοξασίες και τον εθνικισμό για δημόσιες σχέσεις.
Η γλώσσα είναι ένα βασικό εργαλείο επικοινωνίας με τις μάζες ώστε να αποκτήσουμε οικειότητα με αυτές, αλλά και να μεταδώσουμε με απλό και κατανοητό τρόπο τις ιδέες μας, τις πολιτικές μας προτάσεις, χωρίς να κάνουμε εκπτώσεις στην επιστημονική τεκμηρίωση των όσων προτείνουμε.
Να αποφεύγουμε τις επαναλήψεις, τις μακροσκελείς προτάσεις (παράδειγμα στη σελίδα 47 των Θέσεων για το 22ο Συνέδριο) και να πλαισιώνουμε τα κείμενά μας με παραδείγματα από τη ζωή.
Γνώση της Ιστορίας και χρησιμοποίηση, πιο συχνά, ιστορικών «επιχειρημάτων» στην τρέχουσα ιδεολογική και πολιτική αντιπαράθεση.
Επίσης χρειάζεται να παρεμβαίνουμε, είτε έχουμε παρουσία είτε όχι, σε φορείς και οντότητες που ασχολούνται με την Ιστορία, αλλά και αυτόνομα με διαλέξεις στον τομέα της επιστήμης (Βιολογία, Αστροφυσική) από τις οποίες προβάλλονται ανορθολογικές απόψεις. Παρεμβάσεις χρειάζεται να γίνουν για το μεγάλο ζήτημα των εξαρτήσεων (ουσίες, ψηφιακή εξάρτηση), την έξαρση της βίας, αξιοποιώντας ντόπιο, και όχι μόνο, επιστημονικό δυναμικό, αναδεικνύοντας τις βαθύτερες αιτίες των φαινομένων.
Η θετική δράση των διοικήσεων των δήμων μας, όσο το επιτρέπουν οι αστικοί θεσμοί, να προβληθεί ως μια αντίληψη για την οργάνωση μιας άλλης κοινωνίας, της σοσιαλιστικής (αρθρογραφία, επισκέψεις, ξεναγήσεις, περιοδείες από κομματικά μέλη, οπαδούς και συνεργαζόμενους για τον εξοπλισμό τους).
Με την πίστη ότι μετά το Συνέδριο θα βγούμε πιο δυνατοί.
Διανύουμε μια περίοδο παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης, μια περίοδο έντονων ανταγωνισμών και συγκρούσεων μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών. Σε αυτήν την απαιτητική περίοδο, όπως τονίζεται και στο κείμενο των Θέσεων, χρειάζεται από όλους μας και από τον καθέναν ξεχωριστά ιδιαίτερη προσπάθεια για τη συνολική εξέλιξη, την ιδεολογικοπολιτική ενίσχυση και την ενεργό δράση. Το παρόν κείμενο προτίθεται να εκφράσει κάποιους προβληματισμούς σχετικά με τον ρόλο του Πολιτισμού και ειδικότερα της Τέχνης στη σύγχρονη κοινωνία, όπως και να τονίσει τη σημασία της κομματικής και καλλιτεχνικής μας δραστηριότητας στις παρούσες συνθήκες.
Η Τέχνη κατέχει σημαντικό ρόλο στην καλλιέργεια και τη διαμόρφωση της αισθητικής, της κριτικής σκέψης, της κοινωνικής αντίληψης. Αποτελεί μέσο έκφρασης, αντίστασης ή διαμαρτυρίας. Μπορούμε να αναρωτηθούμε πώς θα συμβάλουμε μέσα από την Τέχνη μας στον σύγχρονο κοινωνικό προβληματισμό, πώς συνομιλεί το έργο μας με το κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι και με ποιους τρόπους θα συνεισφέρουμε στην επίτευξη του κοινωνικού ρόλου της Τέχνης. Ερωτήματα χρήσιμα να τα σκεφτούμε ως εικαστικοί, αλλά και ως ενεργά μέλη του Κόμματος. Ποιος είναι ο ρόλος του καλλιτέχνη σήμερα; Τι μουσεία έχουμε; Ποια έργα κοσμούν τους δημόσιους χώρους; Σε ποιους απευθύνεται η σύγχρονη Τέχνη και πώς προωθείται στο ευρύτερο κοινό; Ποια είναι η σχέση της με την πολιτική, την οικονομία και την κοινωνία γενικά;
Ο Πολιτισμός αποτελεί έναν από τους κύριους τομείς δραστηριοποίησης της αστικής τάξης. Μπαίνει στο επίκεντρο της κυρίαρχης ατζέντας και συχνά γίνεται εργαλείο ενίσχυσης των εκάστοτε πολιτικών ή οικονομικών στόχων. Αυτό αντανακλάται στη μόδα, στον τρόπο διασκέδασης, στις τέχνες, στην ανάπτυξη των πόλεων και των δημόσιων χώρων τους. Δημιουργούνται νέες τάσεις στην αγορά, καθοδηγείται ο τρόπος ζωής και διαμορφώνονται αντιλήψεις με κύριο στόχο την αύξηση της κατανάλωσης και του κέρδους.
Η εμπορευματοποίηση και εργαλειοποίηση της Τέχνης δεν είναι καινούργια, όμως χρειάζεται να δούμε πώς λειτουργεί στις μέρες μας. Καλλιεργείται και προωθείται μια συγκεκριμένη κουλτούρα, ιδιαίτερα από τα Ιδρύματα Πολιτισμού, που ακολουθεί συγκεκριμένες πολιτικές γραμμές, όσο καλυμμένα ή απροκάλυπτα μπορεί να γίνεται αυτό. Οι θεματικές που προτείνουν ασχολούνται με κοινωνικά ζητήματα, τα οποία τοποθετούνται έξω από το ταξικό τους υπόβαθρο και κινούνται στη σφαίρα ενός «απολιτίκ» προοδευτισμού, απομονώνονται από τις υπόλοιπες κοινωνικές διεκδικήσεις, αυτονομούνται και ορίζονται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε άλλη πολιτική, οικονομική και κοινωνική συνθήκη. Ταυτόχρονα, εντείνεται η παρέμβαση στη διαμόρφωση και εμπορευματοποίηση του δημόσιου χώρου, στην ανάπλαση των γειτονιών της πόλης. Θα μπορούσαμε να πούμε πως βρίσκονται σε μια διαδικασία «παραγωγής πολιτισμού», ιδιαίτερα από τη στιγμή που κατέχουν και προωθούν μια εικόνα πρωτοπορίας στον τομέα αυτόν.
Από την άλλη μεριά, ο καλλιτέχνης είναι αναγκασμένος να ενσωματώνεται μέσα σε αυτό το πλαίσιο, είτε από την ανάγκη να είναι «μέσα στα πράγματα», να είναι ενεργός, να αναγνωρίζεται η καλλιτεχνική του αξία, είτε με την προσδοκία να αποκτήσει μια θέση στο «χρηματιστήριο» της Τέχνης. Πράγμα φυσικό και θεμιτό, από τη στιγμή που χρειάζεται να βιοποριστεί και έχει την πηγαία ανάγκη να επικοινωνήσει το έργο του στο κοινό, να συνομιλήσει με την υπόλοιπη καλλιτεχνική κοινότητα. Το ζήτημα είναι αν και κατά πόσο είναι συνειδητοποιημένος ως προς τον ρόλο που καλείται να παίξει.
Η θέση του καλλιτέχνη στην Ελλάδα σήμερα μοιάζει αρκετά υποβαθμισμένη, παρότι βρισκόμαστε σε μια φαινομενική «πολιτισμική έξαρση». Οι καλλιτέχνες βρίσκονται αντιμέτωποι με πολλές δυσκολίες. Η Τέχνη απευθύνεται στους λίγους. Λίγοι μπορούν να την αποκτήσουν, να την απολαύσουν, και λίγοι μπορούν εν τέλει να την παράγουν. Ας σκεφτούμε πόσο κοστίζει σε μια οικογένεια να επισκεφτεί ένα μουσείο, ή πόσο κοστίζει το εισιτήριο για τον κινηματογράφο και το θέατρο. Πόσοι άνθρωποι αποκλείονται έτσι από την παιδεία, την ενημέρωση, την ψυχική ανάταση, τον στοχασμό; Πόσοι καλλιτέχνες μπορούν να δημιουργήσουν απερίσπαστοι και να βιοποριστούν αποκλειστικά από το έργο τους, να αντεπεξέλθουν στις αυξανόμενες οικονομικές υποχρεώσεις και πόσοι ακόμα έχουν τη δυνατότητα να διατηρούν εργαστήρια, να παράγουν καλλιτεχνικό έργο ή να εκθέσουν απλά το έργο τους;
Στις συνθήκες που ζούμε, λοιπόν, πρέπει να στοχαστούμε για την ισχυροποίηση της δράσης μας, αλλά και τη συσπείρωση περισσότερων καλλιτεχνών γύρω από τη δράση αυτή. Πέρα από τη συνεπή μελέτη, η οποία είναι αδιαπραγμάτευτη συνθήκη για την εξέλιξη κάθε κομματικού μέλους, την ισχυροποίηση της ιδεολογικοπολιτικής συγκρότησης και της κινηματικής δράσης, θα πρέπει να δώσουμε βάρος σε μια καθολική προσέγγιση της σύγχρονης Τέχνης. Να ενημερωνόμαστε για τις τάσεις που κυριαρχούν, να συμμετέχουμε στις διαδικασίες διαμόρφωσης του πολιτισμού, να αναπτύσσουμε δεσμούς με τους συναδέλφους, να δίνουμε το «παρών» σε εγκαίνια εκθέσεων, να συμμετέχουμε οι ίδιοι, να είμαστε γενικά παρόντες στον χώρο. Η δράση μας πρέπει να ενισχυθεί με τη διοργάνωση ημερίδων, συζητήσεων και εικαστικών εργαστηρίων, με τη συμμετοχή ατόμων καταξιωμένων στον εικαστικό χώρο αλλά και στην Ιστορία της Τέχνης, με την κατάλληλη θεωρητική κατάρτιση, με εμπειρία στις διαλέξεις και στην επιμέλεια εκθέσεων. Επίσης, να παρακολουθούμε συστηματικά τις συζητήσεις που ανοίγονται από τα ιδρύματα Πολιτισμού και τους «πρωτοπόρους» στον χώρο της Τέχνης σήμερα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Επιπλέον, είναι αναγκαίο να συζητάμε αυτά τα ζητήματα, να τα επεξεργαζόμαστε και να κατέχουμε έναν οργανωμένο λόγο απέναντι στις διαδικασίες που διεξάγονται στον τομέα του Πολιτισμού, να μπορούμε να ανταποκριθούμε, να ανοίξουμε τη συζήτηση. Τέλος, είναι σημαντική η διοργάνωση εκθέσεων με υψηλού επιπέδου επιμέλεια, με θεματικές που απασχολούν τον σύγχρονο καλλιτέχνη, τη σύγχρονη κοινωνία, την κοινωνία που θέλουμε να φτιάξουμε.
Ολα τα παραπάνω μπορούν να συμβάλουν να ανοίξει ο δρόμος για την επαφή με συναδέλφους εικαστικούς, να δημιουργηθεί ένα γόνιμο έδαφος για πολιτική συζήτηση, για διεκδικήσεις και κινηματική δράση. Αν δεν αναπτυχθούν στενοί δεσμοί με τους συναδέλφους αλλά και μεταξύ των μελών της ΚΟΒ, αν δεν ανοιχτούν συζητήσεις για το εικαστικό έργο και τον κοινωνικό προβληματισμό, δεν μπορεί να σχηματιστεί καθαρή εικόνα για το τι συμβαίνει σήμερα, ούτε να ασκηθεί επιρροή, αλλά ούτε και να αυξηθεί η συμμετοχή σε συνελεύσεις ή σε μελλοντικούς αγώνες και διεκδικήσεις. Υπάρχουν αυτοί οι συνάδελφοι, προβληματίζονται, δυσκολεύονται, θέλουν να είναι ενεργοί. Ο αριθμός των οργανωμένων εικαστικών είναι μικρός και ο διαθέσιμος χρόνος είναι περιορισμένος. Αυτά από μόνα τους αποτελούν ζητήματα ως προς την επίτευξη των στόχων. Παρ' όλα αυτά, χρειάζεται συνολική προσπάθεια για την ενίσχυση της δράσης μας. Είναι καιροί κατάλληλοι και ευνοϊκοί για κριτική, δράση, αντίσταση, εικαστική έκφραση και προβληματισμό. Χρειάζεται να δημιουργηθεί ένα ενεργό και ισχυρό παρόν που θα μπορεί να επηρεάσει και να δημιουργήσει το μέλλον.
Στις μέρες μας βλέπουμε μια αλματώδη αύξηση, ποσοτικά και ποιοτικά, των πολεμικών συρράξεων σε παγκόσμιο επίπεδο. Συμμαχίες αλλάζουν άρδην και πρώην φίλοι μπορούν να γίνουν εχθροί σε ένα μέτωπο ή/και ταυτόχρονα να παραμείνουν φίλοι σε άλλο, πράγμα που δείχνει έμπρακτα πως το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα ή συμμάχους, παρά μόνο ακολουθεί το οικονομικό συμφέρον - όπου κέρδος και πατρίς.
Η κατάσταση θυμίζει αρκετά την κατάσταση προ του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και σε αυτό το πλαίσιο είναι σημαντική η μελέτη της έκδοσης του Κόμματος για τη Μικρασιατική Καταστροφή, όχι μόνο για να δούμε πώς έδρασαν οι αστικές τάξεις και οι κυβερνήσεις τους, όχι μόνο για τα αποτελέσματα της δράσης αυτής, αλλά και για να δούμε πώς έδρασε ή έπρεπε να δράσει το Κόμμα και να βγάλουμε πολύτιμα συμπεράσματα για το - ίσως όχι και τόσο μακρινό - μέλλον.
Αυτή η έντονη ενδοαστική διαμάχη έχει επηρεάσει και το ήδη αδύναμο Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα, είτε λόγω λάθους θεωρητικών αναλύσεων και αυταπατών είτε - και αυτό παίζει σημαντικό ρόλο - χρηματοδοτήσεων ή/και εξαγοράς, όπως κάνει η Ρωσία για παράδειγμα, ποδοσφαιρικών ομάδων, συνδέσμων ή ακόμα και κινημάτων που μπορούν να ανήκουν σε όλο το πολιτικό φάσμα (από δήθεν κομμουνιστικά μέχρι ακροδεξιά).
Τέτοια εμπειρία χρηματοδότησης για προώθηση συγκεκριμένων πολιτικών, για παράδειγμα, υπάρχει και από το Κόμμα Ευρωπαϊκής Αριστεράς (ΚΕΑ). Πριν κάμποσα χρόνια έτυχε να ταξιδέψω σε κάποια υποσαχάρια αφρικανική χώρα που σχεδόν καμία σχέση δεν έχει με την Ελλάδα. Με έκπληξη διαπίστωσα ότι διάφοροι φορείς και κόμματα της χώρας όχι μόνο γνώριζαν καλά την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα, αλλά υπεράσπιζαν σθεναρά την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ έναντι του ΚΚΕ, παραδεχόμενοι ότι δέχονταν «βοήθεια» από το ΚΕΑ και το ίδρυμα «Ρόζα Λούξεμπουργκ».
Εδώ μπορούμε να καταλάβουμε τον πόλεμο που δέχεται το Κόμμα σε διεθνές επίπεδο, την τρομερή δουλειά που κάνει το ίδιο, με την πολιτική μας να ξεπερνά κατά πολύ τα σύνορα αλλά και να καταλάβουμε ότι όχι πάντα, αλλά πολλές φορές οι αντιπαραθέσεις, τα εμπόδια, οι επιθέσεις που δεχόμαστε κάθε άλλο παρά αθώες είναι.
Στο ίδιο πλαίσιο έρχονται να ενταχθούν εν μέρει και τα γεγονότα του καλοκαιριού στη Σύρο και γενικά. Παρόλο που είμαστε «εμείς και εμείς», όπως λένε, πάντα θα υπάρχουν κάποιοι που λειτουργούν συναισθηματικά (και γι' αυτό εύκολο να πέσουν σε παγίδες), ευκολόπιστοι, αλλά και κάποιοι που δουλεύουν με σχέδιο.
Ενα ρατσιστικό σύνθημα, που φωνάχτηκε δήθεν ως κάτι αθώο και που αργότερα προσπάθησαν να το καλύψουν, εξαφανίζοντάς το από τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης (ΜΚΔ), έφτασε αργότερα να το φωνάζουν περήφανα οι ίδιοι που προσπάθησαν να το καλύψουν με δικαιολογίες, μπροστά στο δημαρχείο και μπροστά σε πλήθος κόσμου, ενώ ταυτόχρονα ξεδιπλωνόταν μια πανελλαδική επίθεση κατά του Κόμματος από διάφορες πλευρές και ενεργοποιούνταν ο αντιρατσιστικός νόμος. Εδώ να θυμηθούμε το κατά πόσο ενεργοποιήθηκε ο νόμος αυτός κατά των φασιστών, για τους οποίους η κυβέρνηση έλεγε ότι ψηφίστηκε, και το πώς για άλλη μια φορά η στάση του Κόμματος, όταν αυτός ψηφιζόταν, αποδείχθηκε σωστή.
Πολλοί, δήθεν φιλοπαλαιστινιακοί μετατράπηκαν εν μία νυκτί, χωρίς πολλές - πολλές δικαιολογίες, σε αντι-εβραίους, με γενικεύσεις, επιθέσεις στα ΜΚΔ κατά ολόκληρου του ισραηλινού λαού, άρνηση συμμετοχής σε εκδηλώσεις αλληλεγγύης προς τον παλαιστινιακό λαό επειδή δεν υιοθετήθηκαν ρατσιστικά συνθήματα και γενική και άκριτη υιοθέτηση εθνικιστικών παλαιστινιακών θέσεων. Αυτά μόνο τοπικά, σε μια τόσο μικρή κοινότητα όπως αυτή της Σύρου.
Η Κομματική Οργάνωση στο νησί, αν και ανέτοιμη αρχικά να δεχτεί μια επίθεση της έκτασης που δέχτηκε, έδρασε σωστά και κέρδισε έδαφος διαχωρίζοντας τη γραμμή της, ανοίγοντας πολιτική αντιπαράθεση, αλλά και ταυτόχρονα παρεμβαίνοντας ή δείχνοντας αλληλεγγύη όπου και όπως χρειαζόταν. Καταφέραμε να κάνουμε τη φωνή μας να ακουστεί και να αναπαραχθεί σε πολύ μεγαλύτερο κύκλο από αυτόν που έχουμε, και ταυτόχρονα να συσπειρώσουμε γύρω μας πολλές, ακόμα και από τις πιο «χαλαρές» επιρροές μας κόντρα σε ένα κύμα ακρότητας και μίσους που έδειχνε να τροφοδοτείται και να θεριεύει χωρίς σταματημό. Παρ' όλα αυτά, ο αρχικός αιφνιδιασμός μας δείχνει ότι πρέπει να δουλέψουμε ακόμα περισσότερο την ετοιμότητά μας στη λήψη αποφάσεων και δράσης η οποία πρέπει να είναι ευέλικτη, πολυεπίπεδη και συχνά με μια δόση φαντασίας / δημιουργικότητας.
Η Σύρος δεν είναι «απλά ένα νησάκι» όπου δεν συμβαίνει τίποτα. Το αντίθετο, πολλά συμβαίνουν και πολλά μπορούν να συμβούν ανά πάσα στιγμή. Αυτό το είδαμε και το περασμένο καλοκαίρι αλλά και παλιότερα, με τη δημιουργία και τις επιθέσεις ακροδεξιών ομάδων, με επιθέσεις εναντίον εργαζομένων που διεκδικούσαν τα δικαιώματά τους ή οργανωμένους τραμπούκους σε πορείες, ακόμα και οργανωμένα και προσχεδιασμένα έκτροπα κατά τη διάρκεια Δημοτικών Συμβουλίων. Υπάρχουν δυνάμεις που δουλεύουν υπόγεια, ξεχωριστές αλλά με διαύλους επικοινωνίας μεταξύ τους, πράγμα που άρχισε από τον καιρό που η τότε κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ υπέγραφε συμφωνίες με την κυβέρνηση των ΗΠΑ, μετατρέποντας την Ελλάδα από την Αλεξανδρούπολη μέχρι τη Σούδα σε ένα απέραντο ορμητήριο αμερικανικών συμφερόντων και αμερικανικά πολεμικά πλοία επισκέπτονταν το νησί.
Μόνο και μόνο αυτά τα γενικά παραδείγματα δείχνουν πόσο σοβαρά είναι τα πράγματα - την ώρα που κάποιοι παίζουν μικροπολιτικά παιχνίδια για να βγάλουν κάτι παραπάνω, θα λέγαμε, από τα «προς το ζην». Μας δείχνουν πόση δουλειά έχουμε μπροστά μας, με ποιους έχουμε να τα βάλουμε και τι πρέπει να κάνουμε, όσο κι αν τα πράγματα φαίνονται ήσυχα επιφανειακά.
Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, πρέπει να φροντίσουμε ως Κόμμα και ως Οργάνωση όχι μόνο να είμαστε ανοιχτοί στην κριτική και αυτοκριτική, αλλά να την ενθαρρύνουμε κιόλας. Αυτή ειδικά η κομμουνιστική αρετή μπορεί να μας βοηθήσει να εντοπίζουμε και να αλλάζουμε άμεσα - πράγμα σημαντικότατο σε κρίσιμες καταστάσεις - λάθος αποφάσεις και κατευθύνσεις.
Η διαφύλαξη της σωστής λειτουργίας του Κόμματος στις σημερινές, σχετικά απλές συνθήκες είναι αυτό που θα δώσει το «βήμα» στις αυριανές, πιο πολύπλοκες. Πολλά από τα λάθη που εντοπίσαμε στις αναλύσεις μας για τα σοσιαλιστικά κράτη ξεκίνησαν από μικρές παρεκκλίσεις, λάθη, καταπατήσεις καταστατικών αρχών. Τώρα λοιπόν είναι η ώρα ο καθένας μας ξεχωριστά και όλοι ως σύνολο να είμαστε αυστηροί με τον εαυτό μας και να χτίσουμε ένα Κόμμα ακόμη πιο δυνατό, ακόμη πιο σταθερό σε κάθε δοκιμασία, έτοιμο στο κάλεσμα της Ιστορίας για τον Σοσιαλισμό!
Χαιρετίζω με θαυμασμό την τιτάνια προσπάθεια του Κόμματος να έχει πάντα άκρως επικαιροποιημένη και βαθιά επεξεργασμένη θέση. Με αυτήν την παρέμβαση επιδιώκω να φωτίσω ορισμένες πλευρές της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ). Η ΤΝ συνιστά την προσομοίωση επιμέρους λειτουργιών της ανθρώπινης νόησης από πληροφοριακά συστήματα, δηλαδή από μηχανισμούς επεξεργασίας και διαχείρισης πληροφοριών. Ηδη έχουν επιτευχθεί υψηλού επιπέδου προσομοιώσεις σε τομείς όπως η οπτική και ακουστική αναγνώριση, η επεξεργασία φυσικής γλώσσας και η παραγωγή ομιλίας, ενώ ο πλέον αναπτυγμένος και καθοριστικός τομέας σήμερα αφορά την παραγωγή κειμένου μέσω των Μεγάλων Γλωσσικών Μοντέλων (ΜΓΜ).
Τα ΜΓΜ εμφανίζουν αναδυόμενες ικανότητες, δηλαδή δυνατότητες που δεν έχουν ρητά προγραμματιστεί, όπως η εκτέλεση σύνθετων οδηγιών και η παραγωγή λόγου με δομή σχεδίου δράσης. Αυτές οι ιδιότητες εδράζονται στον τεράστιο όγκο δεδομένων που αξιοποιείται κατά την εκπαίδευση των μοντέλων και αντανακλούν τη διαλεκτική μετάβαση από την ποσότητα στην ποιότητα, καθώς η συσσώρευση δεδομένων οδηγεί στη γένεση νέων, ανώτερων λειτουργιών. Επιπλέον, τα ΜΓΜ μπορούν να συσχετίζουν πληροφορίες που εκ πρώτης όψεως φαίνονται ασύνδετες, παράγοντας συνθέσεις νέας γνώσης. Ηδη χρησιμοποιούνται συστήματα ικανά να παράγουν επιστημονικές δημοσιεύσεις αξιοποιώντας αυτή τη δυνατότητα σύνδεσης και γενίκευσης. Ωστόσο, ο πυρήνας της νέας κοινωνικής γνώσης, που αποτελεί συστατικό στοιχείο της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, παράγεται από τη διαλεκτική σχέση του ανθρώπου με το φυσικό του περιβάλλον μέσω της κοινωνικής εργασίας, η οποία ενσωματώνει την προϋπάρχουσα συλλογική εμπειρία και θεωρία. Με άλλα λόγια, ακόμη κι αν η ΤΝ καταφέρει στο μέλλον να συσχετίσει όλες τις επιμέρους πληροφορίες της κοινωνικής γνώσης, θα περιοριστεί στη μηχανιστική εφαρμογή αρχών που ήδη γνωρίζει, χωρίς ικανότητα δημιουργικής υπέρβασης.
Αυτό αποτελεί και το θεμελιώδες όριο της ΤΝ: Μπορεί να προσομοιώνει την κοινωνική εργασία, αλλά όχι να την αντικαθιστά. Ο άνθρωπος, ως μέλος της κοινωνίας, θα τροφοδοτεί πάντοτε τα συστήματα ΤΝ με νέα δεδομένα. Τα συστήματα αυτά θα παραμείνουν εργαλεία στη φαρέτρα του, όπως συμβαίνει και σήμερα. Στο πλαίσιο αυτό, η καπιταλιστική επιδίωξη για την αποκαλούμενη «Προηγμένη Γενική Νοημοσύνη» δεν μπορεί να ιδωθεί ουδέτερα. Πρόκειται για το νέο νεοφασιστικό «Αγιο Δισκοπότηρο» που υπόσχεται την πλήρη αντικατάσταση της εργατικής δύναμης, προετοιμάζοντας έναν «νεο-σκλάβο», ένα τεχνικό, πειθαρχημένο και πλήρως ελέγξιμο υποκατάστατο του ανθρώπου. Η ιστορική πραγματικότητα, όμως, υπενθυμίζει ότι ο άνθρωπος, μέσα από την κοινωνική του εργασία, είναι εκείνος που δάμασε τη φύση και πέτυχε τεράστια άλματα. Η ΤΝ αποτελεί εργαλείο αυτού του ανθρώπου και όχι υποκατάστατο της δημιουργικής του δύναμης.
Ο κλάδος της ΤΝ αναπτύσσεται σε τρεις βασικούς τομείς: Τις υποδομές, τα μοντέλα και την αξιοποίησή τους. Στον τομέα των υποδομών παρατηρείται αθροιστική συγκέντρωση κεφαλαίων σε εταιρείες παραγωγής επεξεργαστών, σε τεράστια κέντρα δεδομένων, καθώς και σε συναφείς δραστηριότητες, όπως η Ενέργεια και οι σπάνιες γαίες. Στον τομέα των μοντέλων, ο ανταγωνισμός για την ανάπτυξη πιο αποδοτικών ΜΓΜ είναι ιδιαίτερα έντονος, ενώ παράλληλα εμφανίζονται μικρότερα και εξειδικευμένα μοντέλα με ευνοϊκή σχέση κόστους και χρόνου επεξεργασίας. Στην αξιοποίηση των μοντέλων, η συνεχής βελτίωση των δυνατοτήτων τους εκτοξεύει την παραγωγικότητα και την αυτοματοποίηση, αγγίζοντας όχι μόνο απλές ή μεσαίας εξειδίκευσης εργασίες αλλά και ιδιαίτερα σύνθετες λειτουργίες. Κράτη, τράπεζες και μεγάλα μονοπώλια Ενέργειας και Μεταφορών επενδύουν ήδη σε τέτοιες λύσεις, καταδεικνύοντας τον ρόλο που επιδιώκουν να παίξουν στην επόμενη φάση εντατικοποίησης της εκμετάλλευσης.
Η ΤΝ αποτελεί πράγματι ένα τεράστιο εργαλείο στα χέρια της ανθρωπότητας. Μπορεί να αυξήσει την παραγωγικότητα, να αυτοματοποιήσει μηχανιστικές διαδικασίες, να μεταφέρει γνώση με νέους ρυθμούς τόσο στην Εκπαίδευση όσο και στην παραγωγή, να επιταχύνει υπολογιστικά συστήματα που με τη σειρά τους αυξάνουν την αποδοτικότητα, ακόμα και να συμβάλει στη βελτίωση συστημάτων υγιεινής και ασφάλειας στους χώρους δουλειάς. Ομως στα χέρια των καπιταλιστών όλα αυτά μετατρέπονται σε όπλο για το περαιτέρω ξεζούμισμα της εργατικής τάξης. Αντί να μειωθεί ο εργάσιμος χρόνος, ο εργαζόμενος καλείται να κάνει περισσότερα. Αντί να μετεκπαιδευτεί αξιοποιώντας τις νέες τεχνολογικές δυνατότητες, οδηγείται στην ανεργία. Αντί να δημιουργηθεί πιο ασφαλές εργασιακό περιβάλλον, οι τεχνολογίες αξιοποιούνται για έλεγχο και πειθαρχία, όχι μόνο στους χώρους δουλειάς αλλά και συνολικά στην κοινωνία.
Οι ίδιες καινοτομίες που αυξάνουν την παραγωγικότητα, όπως ο ψηφιακός μετασχηματισμός, η αυτοματοποίηση και τα ΜΓΜ, ενσωματώνονται με ανάλογο τρόπο και στη στρατιωτική μηχανή των καπιταλιστικών κρατών. Συστήματα αναγνώρισης πολεμικών στόχων, αυτοματοποίηση στη διαχείριση πληροφοριών, μηχανισμοί εκπαίδευσης στρατιωτικών συστημάτων: Η ΤΝ μετατρέπεται σε εργαλείο πολέμου. Το ίδιο τεχνολογικό υπόβαθρο που αξιοποιείται για την εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης του εργάτη χρησιμοποιείται για την αύξηση της καταστροφικής ισχύος του συστήματος. Εδώ αποκαλύπτεται το μίσος της αστικής τάξης απέναντι στους λαούς: Κάθε τεχνολογικό άλμα χρησιμοποιείται για να ξεζουμίσει όσους εργάτες μπορεί και να εξοντώσει τους υπόλοιπους.
Το ερώτημα αν η ΤΝ μπορεί να αποτελέσει λύση για την αποφυγή των καπιταλιστικών κρίσεων απαντάται κατηγορηματικά αρνητικά. Η ΤΝ, όπως κάθε νέα τεχνολογία, μετατρέπεται σε νέο πεδίο ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Οι τεράστιες επενδύσεις οδηγούν σε ακόμη μεγαλύτερη συγκεντροποίηση κεφαλαίου και, αντί να επιλύεται η κρίση υπερσυσσώρευσης, αυτή οξύνεται, καθώς η αύξηση της παραγωγικότητας την επιταχύνει. Η ΤΝ δεν αποτελεί διέξοδο για τον καπιταλισμό - λειτουργεί ως καταλύτης της επόμενης κρίσης.
Οι εξελίξεις αυτές αναδεικνύουν ακόμα πιο καθαρά την αναγκαιότητα συνειδητής, οργανωμένης παρέμβασης και στους κλάδους ανάπτυξης και υλοποίησης συστημάτων ΤΝ. Είναι καθήκον του Κόμματος να αναδείξει τις πραγματικές δυνατότητες που προσφέρει η τεχνολογία για τη βελτίωση της ζωής των εργαζομένων, και ταυτόχρονα να αποκαλύψει τον τρόπο με τον οποίο ο καπιταλισμός τη μετατρέπει σε εργαλείο ενίσχυσης της εκμετάλλευσης και της καταστολής. Απαιτείται να βαθύνει η ταξική κατανόηση της χρήσης των νέων τεχνολογιών και να ενισχυθεί ο εργατικός έλεγχος σε όλες τις υλοποιήσεις, ενώ πρέπει να μπλοκάρεται κάθε έργο που συνδέεται με πολεμική προετοιμασία.
Τέλος, πρέπει να γίνει απόλυτα σαφές ότι μόνο η εξουσία της εργατικής τάξης μπορεί να αξιοποιήσει την ΤΝ προς όφελος της κοινωνικής πλειοψηφίας, μετατρέποντας τα τεχνολογικά επιτεύγματα σε παράγοντες ανακούφισης στο σήμερα, σε στήριγμα του αγώνα για το αύριο και σε θεμέλιο μιας μελλοντικής σοσιαλιστικής - κομμουνιστικής οργάνωσης της παραγωγής.
Το κείμενο των Θέσεων του 22ου Συνεδρίου εύστοχα θέτει προβληματισμούς, επισημάνσεις γύρω από τη λειτουργία του Κόμματος, την ανάγκη αντιστοίχισης της οργανωτικής με την ιδεολογική - πολιτική του ισχυροποίηση. Γιατί δυνατό ΚΚΕ σημαίνει στην πράξη Κόμμα με ισχυρές Οργανώσεις, επιβλητική παρουσία στην εργατική τάξη, αλλά και Κόμμα αποφασισμένο, με ενιαία αντίληψη για τη διεκδίκηση της εξουσίας κατ' εφαρμογή του Προγράμματός του.
Το πεδίο ανάπτυξης αυτών των καθηκόντων είναι απαιτητικό, σε έναν κόσμο όπου υπάρχουν νέες δυνατότητες βελτίωσης της ζωής (π.χ. Τεχνητή Νοημοσύνη), όμως οι αντιφάσεις του κεφαλαιοκρατικού συστήματος απειλούν την ανθρωπότητα με γενικευμένο πολεμικό, ακόμα και πυρηνικό ολοκαύτωμα. Ο καπιταλισμός ζει με δανεικό χρόνο, προσπαθεί μέσα από τη σχετική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων να επιβιώσει, παλεύει όμως με αντιφάσεις ανεπίλυτες, που είναι δεδομένες σήμερα που διανύει το ιμπεριαλιστικό του στάδιο.
Αυτά αποτυπώνονται σε έναν βαθμό και στο ελληνικό πολιτικό σύστημα, το οποίο στο πλαίσιο της ανασύνθεσής του προσπαθεί να εξασφαλίσει ότι θα έχει συνέχεια σε περίπτωση έκτακτων οικονομικών ή πολεμικών συνθηκών. Σίγουρα οφείλουμε να εξασφαλίσουμε να μην έχει καμία συνέχεια το συγκεκριμένο σάπιο πολιτικό σύστημα και οι εκπρόσωποί του.
Σωστά οι Θέσεις σημειώνουν τη δυνατότητα ανάπτυξης ενός μεγαλύτερου ρεφορμιστικού ρεύματος στο μέλλον. Ας μην ξεχνάμε ότι ο συγκεκριμένος χώρος μπορεί να ηττάται σε εκλογικές μάχες, όμως επιβιώνει μέσω πληθώρας κομματιδίων, επιβιώνει και μέσω πλευρών της πολιτικής της ΝΔ. Τα όποια πολιτικά συμπεράσματα βγήκαν από μερίδα κόσμου για τον ΣΥΡΙΖΑ φαντάζουν μάλλον ρηχά, αφού μπορεί να αμφισβητούν ένα κόμμα ή μεμονωμένα πρόσωπα, αλλά όχι την εφαρμοζόμενη πολιτική. Επιβιώνουν και σε εργαζόμενους που συναντάμε, απόψεις περί εναλλαγής κυβέρνησης, ανάγκης δικαιότερου καπιταλισμού, αυταπάτες για τον ρόλο της ΕΕ.
Από το προηγούμενο Συνέδριο λοιπόν είδαμε σοβαρές αλλαγές στο πολιτικό σύστημα, οι οποίες αναπτύσσονται σχετικά αδύναμα στις Θέσεις. Λόγου χάρη, αξίζει να προβληματιστούμε γιατί παρά το γεγονός ότι το Κόμμα πρωταγωνίστησε με το ξέσπασμα του εγκλήματος των Τεμπών σε όλη τη λαϊκή κινητοποίηση και πρωτοβουλία, πολιτικά κέρδη αποκόμισαν (με πονηρούς και άτιμους τρόπους) νεοφασιστικά, δημαγωγικά μορφώματα όπως η Πλεύση και άλλοι. Θα χρειαστεί να γίνουμε πιο αποτελεσματικοί όχι μόνο στην απόκρουση διαφόρων δυνάμεων που λειτουργούν ως αναχώματα, αλλά στον επιθετικό απεγκλωβισμό συνειδήσεων από όλους αυτούς.
Το πρόβλημα είναι ότι δεν έχουμε ακόμα προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες. Και δεν εννοώ τις αντεπαναστατικές γενικά, αλλά τις αντεπαναστατικές συνθήκες όπως εκφράζονται το 2025. Η πρόοδος του Κόμματος σε διάφορους δείκτες (συνδικαλιστική παρέμβαση, εκλογικές μάχες κ.ά.) είναι μια υπόθεση στην οποία πρέπει πλέον να κάνουμε άλματα. Είναι επίκαιρη η ρήση του Κλαούζεβιτς ότι σε έναν πόλεμο για να έχεις τολμηρούς στόχους πρέπει να είσαι αποφασισμένος να κάνεις τολμηρά βήματα. Ποια είναι όμως τα τολμηρά βήματα;
Αρχικά, να εξασφαλίσουμε ότι αντιλαμβανόμαστε ως μέλη του Κόμματος τον ρόλο μας, ο οποίος απορρέει από τους προγραμματικούς μας στόχους και επιβεβαιώνεται με τα μεθοδολογικά εργαλεία του μαρξισμού - λενινισμού. Το ΚΚΕ δεν ιδρύθηκε για να έχει συνδικαλιστικούς στόχους, αλλά για τον πολιτικό σκοπό της εργατικής εξουσίας στην Ελλάδα.
Η τυπική ενασχόληση με το Πρόγραμμα του Κόμματος και τις επεξεργασίες που το συνοδεύουν αντανακλά ίσως και μια τυπική κατανόηση των όσων παλεύουμε. Και αυτό είναι το πιο επικίνδυνο, διότι σε πιο δύσκολες συνθήκες μπορεί να καταστήσει το Κόμμα ευάλωτο στις προκλήσεις του αντιπάλου, ειδικά αν η πίεση συνδυαστεί με τις υπαρκτές δυσκολίες που γεννά η μακροχρόνια παραμονή σε «αστική νομιμότητα». Πρέπει να συμφωνήσουμε τα μέλη του Κόμματος για το κατά πόσο παλεύουμε για γενικότητες ή για το αν παλεύουμε για έναν συγκεκριμένο τύπο κράτους, διακυβέρνησης, οικονομίας. Πρέπει να κινηθούμε από τα γενικά στα συγκεκριμένα, να εξειδικεύσουμε την αντίληψή μας για τον σοσιαλισμό που υπήρξε και θα υπάρξει.
Οι Θέσεις, με το μάτι στραμμένο στην εσωκομματική λειτουργία, επισημαίνουν την έλλειψη πίστης που εκφράζεται σε ορισμένες περιπτώσεις. Οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε αυτό το πρόβλημα υπό το φως της στρατηγικής μας. Δεν είμαστε κόμμα αντιπολίτευσης, ούτε κόμμα διαμαρτυρίας, είμαστε κόμμα εξουσίας και σοσιαλιστικής διακυβέρνησης, και όλες οι προσπάθειές μας πρέπει να το αντανακλούν αυτό.
Μετά από 70 χρόνια οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ και πάνω από 4 δεκαετίες στην Ανατολική Ευρώπη, έχουμε εφόδια για να καταρτίσουμε έναν πιο συγκεκριμένο οικονομικό και πολιτειακό χάρτη για το τι θεσμούς, τι διαδικασίες θα ενσωματώνει η σοσιαλιστική εξουσία στην Ελλάδα. Να δώσουμε μια ακόμα πιο ζωντανή εικόνα της μελλοντικής κοινωνίας που θα κατακτήσουμε. Στο πεδίο της οικονομίας, με αφετηρία την ήδη υπάρχουσα μελέτη του Κόμματος για την Τεχνητή Νοημοσύνη, να εξετάσουμε πώς θα μπορούσε να δομηθεί ένα νέο σοσιαλιστικό υπόδειγμα, που με ορθολογικό τρόπο θα δώσει λύσεις σε χρόνιες παθογένειες της ελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας (χαμηλή παραγωγικότητα, εκρηκτική ανισομετρία κλάδων).
Ουσιαστικά το Κόμμα να προωθήσει παράλληλα δύο στόχους. Τη διαπαιδαγώγηση στη βάση των υπαρχουσών επεξεργασιών και των κλασικών έργων και την παραγωγή πρωτότυπων μαρξιστικών έργων και αναλύσεων.
Στο πλαίσιο αυτό, να υπάρχει και συγκεκριμένη μελέτη (όπως έχει τεθεί ήδη από το 21ο Συνέδριο) για τις χώρες που κυβερνώνται από κόμματα που γεννήθηκαν κατά την άνοδο του ΔΚΚ, όπως η Κίνα, η ΛΔ Κορέας, η Κούβα, το Βιετνάμ. Οι συγκεκριμένες χώρες και λόγω της προεπαναστατικής τους κατάστασης (αδύναμη ανάπτυξη καπιταλισμού, απουσία ισχυρής εργατικής τάξης) παρουσιάζουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τα οποία αξίζει να φωτίσουμε, καθώς και να μελετήσουμε πού και σε ποιο σημείο άλλαξαν πορεία και τι χαρακτηριστικά έχουν σήμερα. Ας μην ξεχνάμε ότι τα συγκεκριμένα κράτη, έστω τυπικά, πορεύονται ακόμα με τα σύμβολά μας.
Τολμηρά και με πνεύμα συντροφικό να εξετάσουμε σε κάθε ΚΟΒ αν σε περίοδο πολεμικής προετοιμασίας και με δυσκολίες για τη συστημική διαχείριση μπορούμε να είμαστε αποτελεσματικοί ως κομμουνιστές στους χώρους μας. Να στοχεύουμε σε μεγάλα βήματα, όχι μικρά και ασφαλή, να δημιουργούμε κλίμα και πραγματικότητα αντίπαλου δέους στον χώρο μας. Να επιθεωρήσουμε τις δυνάμεις μας με πνεύμα αντίστοιχο με τις κομμουνιστικές αξίες της συλλογικότητας, της ανιδιοτελούς αγάπης, της κριτικής και αυτοκριτικής. Ετσι θα καταπολεμήσουμε την αποστράτευση, την απογοήτευση, καθώς και τον κίνδυνο της διεύρυνσης χωρίς ποιοτικούς όρους (όπως στην περίπτωση της ΚΝΕ, όπου επισημαίνονται αρνητικά στοιχεία στη διαπαιδαγώγηση και στάση των μελών).
Η νέα Ελλάδα του Σοσιαλισμού δεν είναι παραπομπή σε ένα αβέβαιο μέλλον. Εμείς θα την οικοδομήσουμε, εμπνεόμενοι από τις αρχές και την Ιστορία του τιμημένου ΚΚΕ, διασφαλίζοντας τελικά ότι το Κόμμα μας θα απαντήσει θετικά στο επαναστατικό κάλεσμα της Ιστορίας.