Ιδιαίτερα, όταν την εξουσία του τη διαχειρίζεται η σοσιαλδημοκρατία, με το γνωστό της ιστορικά βρώμικο ρόλο και με κύριο χαρακτηριστικό της την υποκρισία, τότε αυτές οι δυνατότητες αποπροσανατολισμού και πολιτικής στρεψοδικίας φτάνουν στο απόγειό τους.
Κλασικό παράδειγμα αποτελεί, κοντά στα τόσα, και η πρόσφατη εγκύκλιος του υπουργείου Εσωτερικών, σύμφωνα με την οποία οι δημόσιοι υπάλληλοι καλούνται να δηλώσουν τα ήδη δηλωμένα μέχρις ενός στην Εφορία, εισοδήματά τους.
Ετσι, το αστικό κράτος των Βαρδινογιάννηδων, των Λάτσηδων, των μεγαλοκαναλαρχών, των μεγάλων και μικρών τζακιών, διά των εκπροσώπων του της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, θέλει να παρουσιαστεί ως ταγός της ηθικής και ως υπέρμαχος της φορολογικής ισοτιμίας και ισοπολιτείας. Οι εκπρόσωποι της άρχουσας τάξης, που μετέτρεψαν τη χώρα μας σε έναν απέραντο «τζόγο» των λογής λογής οικονομικών και πολιτικών «καζίνο», ανακάλυψαν αίφνης την πηγή της φοροδιαφυγής.
Αναγόρευσαν, λοιπόν, τους δημόσιους υπαλλήλους σε εν δυνάμει φοροφυγάδες, οι οποίοι συλλήβδην θα πρέπει να δηλώσουν τους υποτιθέμενους άδηλους πόρους τους μέσα από την εφαρμογή του «πόθεν έσχες» του αίσχους.
Ούτε κατά διάνοια δεν εφαρμόζεται και σ' εκείνους τους δημόσιους υπάλληλους με τις δύο και τρεις θέσεις, πολλές φορές ασυμβίβαστες μεταξύ τους, οι οποίοι, όντες υπηρέτες πολλών αφεντάδων, φροντίζουν για την αέναη λειτουργία του καπιταλιστικού συστήματος και, φυσικά, και για το δικό τους προσπορισμό αντίστοιχων των υπηρεσιών τους ποσών.
Μια ματιά να ρίξει κανείς, είτε σ' εκείνο το τμήμα των καθηγητών πανεπιστημίου που δραστηριοποιούνται ως συμβουλάτορες υπουργών και παρατρεχάμενων, είτε σε στελέχη δημόσιων επιχειρήσεων που υπηρετούν και σε ιδιωτικούς τομείς, είτε σε μικροκλίμακες που ακουμπούν και τις δύο βαθμίδες Τοπικής Αυτοδιοίκησης, είναι αρκετή για να ξεχωρίσει εκείνο το τμήμα δημοσίων υπαλλήλων - ευτυχώς μικρό - που έχει ταχθεί πολλαπλώς έμμισθα στο πλευρό της αστικής διαχείρισης και στην απομύζηση των πλατιών λαϊκών στρωμάτων.
Το ψευδεπίγραφο «πόθεν έσχες» δεν αφορά, σε καμιά περίπτωση, τα παραπάνω παρασιτικά στρώματα, είτε των αστών, είτε των υπηρετών τους. Πολύ περισσότερο, διά της αναξιοπιστίας του, τους δίνει το δικαίωμα να νομιμοποιήσουν τις όποιες παρανομίες τους, σύμφωνα με τους δικούς τους αστικούς νόμους.
Εχουμε, λοιπόν, το φαινόμενο μια κυβέρνηση χωμένη «μέχρι τα μπούνια» στη διαφθορά, που αντικειμενικά υπάρχει στην αστική διαχείριση, να θέλει να αποκτήσει, διά της εγκυκλίου της, προφίλ δίκαιου κριτή και τιμητή της δικής μας υπόληψης, λες και ζούμε κάτω από τον ίδιο ουρανό. Ερχεται ξετσίπωτα να κλέψει από το δικό μας όνειρο, το δικό μας καθαρό κούτελο, ίσως και αφέλειά μας και να μας εκβιάσει ως συνενόχους και συνοδοιπόρους των βαστάζων που η ίδια δημιουργεί. Αυτών, που αποτελούν τα υποστυλώματά της στους χώρους του δημοσίου και τα «βαποράκια» της άρχουσας τάξης, της οποίας τα συμφέροντα πρωτίστως η ίδια εκπροσωπεί.
Πολύ σωστά επομένως, η πλειοψηφία των δημοσίων υπαλλήλων, αυτών που δεν μπορούν να κρύψουν τίποτα, αφού εκ του νόμου τα δηλώνουν ΟΛΑ, αντέδρασε δυναμικά, αρνούμενη το τσαλαπάτημά της και το γεγονός να αποτελέσει το άλλοθι του υποτιθέμενου φιλολαϊκού προφίλ μιας αντιλαϊκής κυβέρνησης, το φερετζέ της βαθιά ταξικής της πολιτικής υπέρ του μεγάλου ντόπιου και πολυεθνικού κεφαλαίου.
Αποτελεί ταξική απάντηση η άρνηση στην υποταγή και, ταυτόχρονα, μπορεί να συνοδευτεί με το ξεδίπλωμα των αγώνων για τη διεκδίκηση και των άλλων αιτημάτων μας.
Κι όλα αυτά, όχι με την αυταπάτη ότι μπορεί να τα πράξει μια τέτοια κυβέρνηση - θεραπαινίδα του κεφαλαίου. Αλλά με το δεδομένο ότι μπορούν ως σημεία αναφοράς να συσπειρώσουν δυνάμεις, να βοηθήσουν στο να αλλάξουν συσχετισμούς, να αποτελέσουν στόχους πάλης, να επιβληθούν κάποια από αυτά με τη δύναμη του κινήματος, να συνδράμουν από τη μεριά τους στη δημιουργία του μετώπου, που θα αποτελέσει και την ταφόπλακα υπό ιστορικές προϋποθέσεις για το «πόθεν έσχες» του καπιταλισμού και των παραπληρωμάτων του.