Κοινός τόπος των ομιλιών ήταν οι αναφορές στις επιπτώσεις του πολέμου τις οποίες ήδη βιώνουν οι εργαζόμενοι, αλλά και στη σημαντική ώθηση που έχει δώσει στους αγώνες των σωματείων η αλλαγή συσχετισμών στο Εργατικό Κέντρο Πειραιά, με τις πρωτοβουλίες που έχει αναλάβει για τη στήριξη των αγώνων αυτών και για την οργάνωση παρεμβάσεων που αφορούν συνολικά τη ζωή των εργατικών οικογενειών, όπως οι μάχες που δίνονται ενάντια στους πλειστηριασμούς και στα «καζάνια του θανάτου». Χαιρετισμό στις εργασίες του Συνεδρίου απηύθυνε ο Γιώργος Στεφανάκης, πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Αθήνας.
Το Συνέδριο ολοκληρώθηκε με αποφάσεις:
- Για συμμετοχή στην Πανελλαδική Σύσκεψη του ΠΑΜΕ στις 4 Απρίλη.
- Να στηθεί στην είσοδο του κτιρίου του Εργατικού Κέντρου τιμητική πλάκα για τους 12 συνδικαλιστές που ζούσαν ή κατάγονταν από τον Πειραιά και ήταν ανάμεσα στους 200 εκτελεσμένους κομμουνιστές της Καισαριανής.
- Να δυναμώσει η έμπρακτη αλληλεγγύη στον κουβανικό λαό.
Από τις εργασίες του Συνεδρίου επέλεξαν να «λάμψουν» διά της απουσίας τους σε αυτήν την κρίσιμη για την εργατική τάξη περίοδο οι παρατάξεις ΕΠΑΚ (ΠΑΣΚΕ), ΕΑΚ (ΣΥΡΙΖΑ) και «Ταξική Εργατική Συσπείρωση» (ΤΕΣ). Απείχαν δηλαδή από την ουσιαστική συζήτηση που αναπτύχθηκε για την οργάνωση της πάλης στους χώρους δουλειάς!
Παρουσιάζοντας την εισήγηση στο Συνέδριο ο Μάρκος Μπεκρής, πρόεδρος του ΕΚΠ, χαρακτήρισε τις εξελίξεις ραγδαίες και επικίνδυνες, καθώς οι πόλεμοι πολλαπλασιάζονται λόγω της όξυνσης των ανταγωνισμών για τον έλεγχο των δρόμων μεταφοράς εμπορευμάτων, Ενέργειας και των αγορών. «Οσα συμβαίνουν δεν είναι "εξαιρέσεις", αλλά ο τρόπος που λειτουργεί ο καπιταλισμός, με θύματα για άλλη μια φορά τους λαούς», ανέφερε και στάθηκε στις ευθύνες της κυβέρνησης, που - όπως είπε - έχοντας διαλέξει πλευρά συμμετέχει ενεργά στους σχεδιασμούς του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, και συνεχίζοντας στην ίδια ρότα των προηγούμενων κυβερνήσεων έχει μετατρέψει τη χώρα σε ορμητήριο πολέμου προκειμένου να υπηρετηθούν τα συμφέροντα των επιχειρηματικών ομίλων και των ιμπεριαλιστικών συμμαχιών. Και «αυτοί που μας έφεραν εδώ, τώρα παριστάνουν τους "προστάτες"».
Αναφερόμενος στον Πειραιά, τόνισε χαρακτηριστικά πως «βρίσκεται στην πρώτη γραμμή. Το λιμάνι, η Ναυπηγοεπισκευαστική Ζώνη, οι υποδομές logistics των ΝΑΤΟικών στην ιχθυόσκαλα, η Σαλαμίνα με τον ναύσταθμο, τα καζάνια του θανάτου - που πλέον είναι και καζάνια του πολέμου - σε Πέραμα και Δραπετσώνα, όλα μετατρέπονται σε κρίκους της πολεμικής αλυσίδας και σε πιθανούς στόχους αντιποίνων.
Αυτό είναι το πραγματικό περιεχόμενο της λεγόμενης "γεωστρατηγικής αναβάθμισης": Να ζει ο λαός πάνω σε ένα καζάνι που βράζει. Αυτήν την κατάσταση ζουν στη Σούδα, που αποτελεί διαρκή στόχο αντιποίνων, αλλά και στην Κύπρο, όπου η απαράδεκτη απόφαση της κυβέρνησης ήταν να στείλει δυνάμεις των Ενόπλων Δυνάμεων για να φυλάνε τις βρετανικές βάσεις».
Παράλληλα η πολεμική εμπλοκή συνθλίβει τα δικαιώματα των εργαζομένων και είναι προφανές ότι στον πόλεμο δεν χάνουν όλοι, ούτε «είμαστε όλοι από την ίδια πλευρά», τόνισε ο Μ. Μπεκρής.
Επεσήμανε ότι το ερώτημα που τίθεται σε κάθε χώρο δουλειάς, «τι μπορούμε να κάνουμε;», δεν μπορεί να μείνει αναπάντητο, αλλά «πρέπει να γίνει απόφαση και δράση». Πρέπει να δυναμώσει η πάλη ενάντια «σε αυτούς που μας εξοντώνουν σε περιόδους "ειρήνης" στους χώρους δουλειάς (...) και τώρα μας θέλουν και κρέας για τα κανόνια τους στους πολέμους τους».
Το σύνθημα «έξω από τον πόλεμο» - πρόσθεσε - δεν είναι γενικό και αόριστο. Σημαίνει να μην αξιοποιείται καμία υποδομή της χώρας για τις ανάγκες των ιμπεριαλιστικών πολέμων. Να μη φύγει κανένας φαντάρος και αξιωματικός εκτός συνόρων. Να επιστρέψουν όλες οι στρατιωτικές αποστολές που βρίσκονται στο εξωτερικό. Να σταματήσει κάθε στήριξη σε πολεμικές επιχειρήσεις. Να κλείσουν οι βάσεις του θανάτου. Να μη φορτώνεται πολεμικό υλικό από τους εργαζόμενους.
Αυτή η κατεύθυνση είναι ήδη αγώνας που δίνεται, συνέχισε ο πρόεδρος του ΕΚΠ. «Στέλνουμε στα τσακίδια λοιπόν το αφήγημα για εθνική ομοψυχία και ενότητα, γιατί υπάρχουμε εμείς που παράγουμε τα πάντα και καλούμαστε να ζήσουμε με έναν μισθό που δεν φτάνει ούτε μέχρι τα μέσα του μήνα, και την ίδια ώρα οι μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι που θησαυρίζουν.
Μας λένε να κάνουμε "υπομονή". Μας κοροϊδεύουν με αυξήσεις - ψίχουλα. Μας ζητάνε να αποδεχτούμε δουλειά χωρίς όρια, χωρίς δικαιώματα, χωρίς Συλλογικές Συμβάσεις.
Τους απαντάμε καθαρά: Δεν θα πληρώσουμε εμείς τα σπασμένα των πολέμων και της ανάπτυξής τους».
Αναφερόμενος στη δράση του Εργατικού Κέντρου Πειραιά, τόνισε ότι δεν έμεινε θεατής των εξελίξεων αλλά βρέθηκε στην πρώτη γραμμή της οργάνωσης της πάλης, και ότι οι αγώνες που έχουν δοθεί μέχρι τώρα δείχνουν πως «δεν είναι ανίκητοι. Δεν είναι παντοδύναμοι. Οταν οι εργαζόμενοι οργανώνονται, όταν συντονίζονται, όταν βάζουν στο στόχαστρο τον πραγματικό αντίπαλο, μπορούν να βάζουν εμπόδια, να καθυστερούν, να ανατρέπουν».
Γι' αυτό κυβέρνηση και εργοδοσία επιστρατεύουν «δυνάμεις μέσα στο ίδιο το συνδικαλιστικό κίνημα που παίζουν βρώμικο ρόλο». Τις δυνάμεις του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού, αλλά και τις δυνάμεις που εμφανίζονται «αντιπολιτευτικές» αλλά στην πράξη οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα: Στην υποταγή του κινήματος.
Η πλειοψηφία της ΓΣΕΕ έχει καταντήσει μηχανισμός στήριξης της εργοδοσίας και της κυβέρνησης. Σιωπά για τον πόλεμο και την εμπλοκή της χώρας. Σιωπά για την ακρίβεια και τα εργοδοτικά εγκλήματα. Είναι αυτές οι δυνάμεις «που σήμερα λείπουν από την αίθουσα, προσπαθώντας να απαξιώσουν τη δράση του ΕΚΠ για να κρύψουν τον βρώμικο ρόλο τους και την ανικανότητά τους».
Υπάρχουν και δυνάμεις που λένε ότι «μπορεί να υπάρξει "πιο δίκαιο κράτος", "πιο φιλολαϊκή ανάπτυξη", ότι με μια κυβερνητική εναλλαγή θα αλλάξει η κατάσταση. Θέλουν το εργατικό κίνημα να περιμένει, να ελπίζει, να γίνεται ουρά. Αυτό είναι τυχοδιωκτισμός, που πέρα από αδιέξοδος στις σημερινές συνθήκες είναι και επικίνδυνος. Γιατί κρύβει την αλήθεια. Οτι το κράτος, ανεξάρτητα από το ποιος το διαχειρίζεται, υπηρετεί την ίδια κατεύθυνση: Την κερδοφορία των επιχειρηματικών ομίλων. Οτι ο πόλεμος, η εκμετάλλευση, η φτώχεια, δεν είναι εξαιρέσεις αλλά ο κανόνας».
Από όλη αυτήν την πείρα, επεσήμανε ο Μ. Μπεκρής, βγαίνει το καθαρό συμπέρασμα ότι το συνδικαλιστικό κίνημα ή θα είναι με τους εργαζόμενους ή με τα αφεντικά. 'Η θα συγκρούεται ή θα συμβιβάζεται. 'Η θα οργανώνει την πάλη ή θα την υπονομεύει, πετώντας και καμιά επαναστατική κορόνα.
Σήμερα, τόνισε, χρειάζεται ένα εργατικό κίνημα «που δεν θα παζαρεύει τα δικαιώματά μας. Δεν θα περιμένει "σωτήρες". Δεν θα γίνεται ουρά κυβερνήσεων. Ενα κίνημα που θα βάζει στο στόχαστρο την πραγματική αιτία: Το κέρδος, την εξουσία των μονοπωλίων, το κράτος που τα υπηρετεί. Θα παλεύει για αυξήσεις στους μισθούς, για Συλλογικές Συμβάσεις, για μέτρα προστασίας, για να μην εμπλέκεται η χώρα στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους.
Αλλά ταυτόχρονα θα ανοίγει δρόμο. Θα αμφισβητεί συνολικά αυτήν την πορεία και το καπιταλιστικό σύστημα, που έχει ως θεό το κέρδος και μπροστά σε αυτό δεν έχει κανένα δισταγμό».
Κλείνοντας την εισήγηση υπογράμμισε:
«Το Συνέδριό μας πρέπει να αποτελέσει σταθμό, δεν είμαστε εδώ σήμερα για να ανταλλάξουμε την πείρα μας, είμαστε εδώ για κάνουμε αυτήν την πείρα οδηγό και να δώσει ώθηση στην οργάνωση της πάλης. Να στείλει μήνυμα ότι οι εργαζόμενοι του Πειραιά δεν σκύβουν το κεφάλι. Αυτό μας φέρνει μπροστά σε αυξημένα καθήκοντα, να δυναμώσουμε τα σωματεία μας, να τα μαζικοποιήσουμε, να φτιάξουμε νέα εκεί που δεν υπάρχουν. Σε αυτό εγγυητής είναι και έχει φανεί ειδικά τον τελευταίο χρόνο το ΕΚΠ, που έχει κάνει βήματα στην οργάνωση και στον συντονισμό της πάλης των εργαζομένων.
(...) Αυτός είναι ο δρόμος που προτείνουμε, αυτός είναι ο δρόμος που υπηρετεί το Εργατικό Κέντρο Πειραιά, αυτός είναι ο δρόμος που φωτίζει και η πείρα των αγώνων, ο δρόμος των 200 εκτελεσμένων στη Καισαριανή, ένας δρόμος που δεν εγκλωβίζεται σε ψεύτικα διλήμματα και λέει καθαρά:
'Η τα κέρδη τους ή οι ζωές μας. 'Η εμείς ή αυτοί».