Συμφωνώ με τις εισηγητικές Θέσεις της ΚΕ για το 22ο συνέδριο.
Δεδομένου ότι η όξυνση των αντιθέσεων του καπιταλιστικού συστήματος μπορεί να προκαλέσει μεγάλη κίνηση μαζών, δυνατότητες ακόμη και εξεγέρσεων, αλλά και συνθηκών επαναστατικής κατάστασης, σωστά και επόμενα κεντρικό θέμα του Συνεδρίου είναι το Κόμμα και η ιδεολογική του θωράκιση, είναι η προετοιμασία του υποκειμενικού παράγοντα, ως καθοδηγητής της πάλης του λαού για τον σοσιαλισμό.
Απαιτείται λοιπόν προετοιμασία και πάλη για την ενίσχυση του ρεύματος αμφισβήτησης. Το Κόμμα, από τα απλά κομματικά μέλη μέχρι την ΚΕ, πρέπει να έχουμε κομμουνιστική στάση ζωής, κομμουνιστική ηθική, διεθνιστική αλληλεγγύη, να μην διαχωρίζουμε την κομματική από την προσωπική μας ταυτότητα, να συνάδουν τα λεγόμενά μας με τα έργα μας και σε περίοδο «ειρήνης» και σε περίοδο πολέμου, να είμαστε φιλικοί και ευγενείς στις μεταξύ μας συντροφικές επαφές, να είμαστε παράδειγμα προς μίμηση μέσα στον καπιταλισμό που σαπίζει, ώστε να κερδίσουμε την εμπιστοσύνη από κόσμο που ακόμη δεν αντιλαμβάνεται ότι η ίδια η ιδεολογία μας αφτιασίδωτη είναι έμπνευση.
Πώς θα συνεπάρουμε τα πλήθη αν δεν καλύψουμε τις απορίες τους; Οφείλουμε λοιπόν να γνωρίζουμε σε βάθος το αντικείμενο στο οποίο αναφερόμαστε, να έχουμε κομμουνιστική θωράκιση και γνώση που είναι απαραίτητα στοιχεία της δουλειάς μας. Προς αυτήν την κατεύθυνση θα βοηθούσαν μαθήματα σε επίπεδο ΚΟΒ και ΟΒ με υλικό από ΚΟΜΕΠ, από τη βιβλιοθήκη της «Σύγχρονης Εποχής», από άλλες ίσως πηγές. Στις κομματικές σχολές να συμμετέχουν όλα τα κομματικά μέλη και όχι μόνο τα νέα μέλη και στελέχη.
Είναι αναγκαία η καθημερινή ενημέρωση και καθοδήγησή μας από τον «Ριζοσπάστη». Εδω σημειώνω ότι επειδή η ροή της ζωής, οι υποχρεώσεις, η εργασία, η πολιτική δραστηριότητα δεν αφήνουν χρόνο για ενημέρωση και διάβασμα και, ελλείψει του ραδιοφωνικού «902» που κάλυπτε τουλάχιστον τις ώρες της μετακίνησης, χρειάζεται μεταξύ στελεχών και μελών να ανταλλάσσονται σε σταθερή βάση και όχι μόνο σε έκτακτες περιπτώσεις άρθρα από ΚΟΜΕΠ, τον «Ριζοσπάστη» ή και video από τον «902», ώστε να υπάρχει η βέλτιστη δυνατή ενημέρωση στον δεδομένα περιορισμένο χρόνο.
Είναι σημαντικό να βελτιωθεί το ιδεολογικό μας επίπεδο, δίνοντας έμφαση στην αυτομόρφωση, αφού τα βιβλία μπορούν να δώσουν απάντηση σε απορίες, να αποτελέσουν τη βάση για τα καθημερινά ζητήματα. Ετσι, η σύγκλιση των θέσεών μας με αυτές της ΚΕ θα γίνεται όχι μόνο από τυφλή εμπιστοσύνη προς αυτήν, αλλά ύστερα από κριτική σκέψη. Το στοιχείο αυτό θα βοηθήσει τόσο στον έλεγχο προς τα πάνω, όσο και στη γενικότερη θωράκιση του Κόμματος σε πιθανή περίοδο παρανομίας. Προς αυτήν την κατεύθυνση θα βοηθήσει και η συμμετοχή μας σε εκδηλώσεις του Κόμματος πέραν των κεντρικών ή του τομέα ευθύνης μας.
Χρειάζεται να έχουμε μεστή και όχι στεγνή καθοδήγηση, ώστε να γίνουμε και εμείς καθοδηγητές στον χώρο δράσης μας. Σε περίπτωση ερωτημάτων ή προβληματισμών που δεν είναι δυνατόν να απαντηθούν σε μία ΚΟΒ, να υπάρχει μέριμνα από την καθοδήγηση ώστε να δίνεται απάντηση σε επόμενη ΚΟΒ. Να μην εμποδίζεται εμμέσως η κριτική προς τα πάνω μέσα στα όργανα, από μια τάση κακής νοούμενης κομματικότητας των στελεχών ή ακόμη και αφ' υψηλού καθοδήγησης. Να μην προκαλείται αποξένωση των κομματικών μελών γιατί τα κομματικά μέλη είναι αυτά που έρχονται σε απευθείας επαφή με κόσμο.
Στις εξορμήσεις, να μην μονοπωλείται η κουβέντα από έναν μόνο σύντροφο, αλλά να επιδιώκεται να «βγουν μπροστά» και άλλα κ.μ. που έχουν τη δυνατότητα, με τη στήριξη βέβαια των στελεχών.
Είναι αρνητικό το ότι δεν έχουν ακόμη πραγματοποιηθεί ως μάθημα σε ΚΟΒ σημαντικά άρθρα μελών της ΚΕ και του ΠΓ που έχουν δημοσιευθεί στην ΚΟΜΕΠ, και συνδέονται άμεσα με το αντικείμενο του 22ου Συνεδρίου. Για παράδειγμα, από 5/2017 «Από την Οκτωβριανή Επανάσταση στην οπισθοχώρηση από την επαναστατική στρατηγική» ή από 5/2016 το «ΚΚ ως διαλεκτική ενότητα επαναστατικής θεωρίας και πολιτικής πράξης». Ακόμη δεν αξιοποιήθηκε διάλεξη για τον «βρώμικο ρόλο της σοσιαλδημοκρατίας» από 12/23 στον προεκλογικό μας αγώνα.
Ενα ζήτημα που πρέπει να εξετάσουμε είναι ότι τμήμα του δυναμικού της ΚΝΕ δεν περνά τελικά στο Κόμμα. Κάποιες φορές αυτό οφείλεται στον όγκο των λοιπών υποχρεώσεών τους, σε προσωπικές αδυναμίες ή επιλογές για τις οποίες δεν ευθύνεται η Οργάνωση. Ωστόσο, θα ήθελα να σταθώ σε περιπτώσεις που στην αποξένωση αρχικά από την ΚΝΕ και τελικά από το Κόμμα συμβάλλει ο τρόπος λειτουργίας των ΟΒ, στην οικογενειακότητα, που κάποιες φορές ακολουθείται με σκοπό την ασφαλή πεπατημένη. Απομακρύνονται όμως έτσι μέλη της ΚΝΕ που θα μπορούσαν να δώσουν πολλά περισσότερα στο Κόμμα λόγω της μόρφωσής τους, αλλά κυρίως της κομμουνιστικής ηθικής τους. Αυτό είναι κάτι που θα πρέπει να το δούμε, να ακούμε τους συντρόφους μας με ανοιχτά αυτιά, να καταλαβαίνουμε τις ικανότητές τους και ανάλογα να τους μιλάμε.
Ενώ η ΚΕ, το ΠΓ, ο ΓΓ (με τη στήριξη όλου του Κόμματος) χαράσσουν πρωτοποριακή επαναστατική πολιτική, υπάρχει αδυναμία σε κάποια μεμονωμένα, δευτερεύοντα στοιχεία. Αναφέρομαι για παράδειγμα στην απουσία μας - τουλάχιστον σε πρώτη φάση στην επαρχία - από τις δράσεις ενάντια στον ελλιμενισμό του ισραηλινού κρουαζιερόπλοιου σε λιμάνια το φετινό καλοκαίρι, πιθανόν λόγω αδυναμίας έγκαιρης εξακρίβωσης των «τουριστών» που αυτό μετέφερε. Επίσης, χρειάστηκε μεγάλο διάστημα από το έγκλημα των Τεμπών ώστε όλοι μας και σε όλες τις ανάλογες πολιτικές μας δραστηριότητες να το εντάξουμε στην κουβέντα μας στην ίδια κατηγορία με άλλα εγκλήματα, όπως αυτό με τον Λασιθιώτη που δολοφονήθηκε στον καταπέλτη του πλοίου, στους πνιγμένους της Πύλου, στον διαμελισμό του λιμενεργάτη στην COSCO, στους τόσους άλλους νεκρούς εργάτες, στα καθημερινά δηλαδή εγκλήματα του καπιταλισμού.
Με κομμουνιστική παιδεία και ηθική, με ταύτιση λόγων και έργων, με θάρρος και απαίτηση από τον εαυτό μας, τους συντρόφους, το Κόμμα μας, με κριτική προς τα πάνω και αυτοκριτική, με δουλειά ώστε να είμαστε πιο θωρακισμένοι, πιο κομμουνιστές την κατάλληλη στιγμή να οδηγήσουμε το Κόμμα μας σε ηγετικό ρόλο με τον λαό μας στην σοσιαλιστική επανάσταση.
Οι Θέσεις της Κεντρικής Επιτροπής για το 22οΣυνέδριο του ΚΚΕ εντυπωσιάζουν με τη σαφή διατύπωση των νοημάτων και με την προσεγμένη ανάλυση των διεθνών, ευρωπαϊκών και εγχώριων οικονομικών και πολιτικών εξελίξεων.
Θα ήθελα να σταθώ σε τρία ζητήματα: στις σχέσεις με τα άλλα κομμουνιστικά κόμματα, στην πολιτική και στην ιδεολογική διαπάλη.
Αναφορικά με τις σχέσεις με τα άλλα κομμουνιστικά κόμματα, στο Πρώτο Κεφάλαιο, Α. 8. η κατάσταση των Διεθνών Συναντήσεων των Κομμουνιστικών και Εργατικών Κομμάτων (ΔΣΚΕΚ), δημιούργημα του ΚΚΕ προς τιμήν του, είναι μεν πολύ προβληματική λόγω διαφορών των κομμουνιστικών κομμάτων, αλλά το ΚΚΕ πρέπει να κάνει ό,τι μπορεί για τη συνέχισή τους και για την επίτευξη συνθέσεων στη βάση επαναστατικής στρατηγικής. Είναι το μόνο διεθνές φόρουμ και δεν μπορεί να αντικατασταθεί από διμερείς σχέσεις κομμάτων με τα οποία το ΚΚΕ συμφωνεί σε όλα, που και αυτές είναι σημαντικές. Η διάλυση της Ευρωπαϊκής Κομμουνιστικής Πρωτοβουλίας (ΕΚΠ) και η συγκρότηση της Ευρωπαϊκής Κομμουνιστικής Δράσης (ΕΚΔ) είναι ενδεικτική των διαφορών που υπάρχουν και θα υπάρχουν. Είναι αδιέξοδη η συνεχής διάσπαση και τα συνεχή σχίσματα. Και ναι μεν το ΚΚΕ είναι ένα σημαντικό πολιτικό κόμμα, αλλά τα υπόλοιπα κόμματα της ΕΚΔ είναι αδύναμα, με σωστή μεν τοποθέτηση, αλλά ανύπαρκτα στην πολιτική ζωή των χωρών τους και χωρίς ενδείξεις καλύτερης προοπτικής.
Στις πολιτικές διεργασίες στο πολιτικό σύστημα Πρώτο Κεφάλαιο Γ. 2., ορθά δίνεται έμφαση στη σοσιαλδημοκρατία, τον οπορτουνισμό και τη ρεφορμιστική ιδεολογία. Οπως σωστά σημειώνεται, μπορεί να υπάρχει πολυδιάσπαση στον οπορτουνισμό του ΣΥΡΙΖΑ και πολιτική αδυναμία στην κλασική σοσιαλδημοκρατία του ΠΑΣΟΚ, αλλά ο ρεφορμισμός (δυνατότητα μεταρρυθμίσεων προς όφελος των λαϊκών στρωμάτων στο πλαίσιο του καπιταλισμού) και ο οπορτουνισμός (τακτικισμοί για εφήμερα κέρδη διακυβέρνησης χωρίς σταθερές αρχές) είναι κυρίαρχες ιδεολογίες στην εργατική τάξη και στα μικροαστικά στρώματα και πρέπει να αποδομούνται από το επαναστατικό κίνημα για τη συγκρότηση της κοινωνικής συμμαχίας.
Πρέπει όμως να δοθεί και έμφαση στον αγώνα κατά της ακροδεξιάς που αποκτά ερείσματα στα λαϊκά στρώματα. Η ακροδεξιά τονίζει την υπονόμευση της εθνικής κυριαρχίας από τις υπερεθνικές οντότητες όπως η Ευρωπαϊκή Ενωση και από τον ρόλο των διακινητών στην παράτυπη μετανάστευση και παίζει το χαρτί του εθνικισμού. Η απάντηση του εργατικού κινήματος πρέπει να είναι η ανάδειξη του πατριωτισμού του λαϊκού κινήματος και της προδοτικής στάσης δεξιάς και ακροδεξιάς σε κρίσιμες καμπές της νεότερης ιστορίας. Επομένως ο αγώνας είναι τριπλός: κατά της δεξιάς, κατά του ρεφορμισμού/οπορτουνισμού, κατά της ακροδεξιάς.
Στις θέσεις του ΚΚΕ για την κομματική οικοδόμηση Δεύτερο Κεφάλαιο, Β. 1. 2. δίνεται έμφαση στη συνύφανση οικονομικής (συνδικαλιστικής), ιδεολογικής και πολιτικής δράσης. Οι αγώνες αυτοί διεξάγονται σε διαφορετικούς χώρους - οι οικονομικοί αγώνες στους χώρους εργασίας, οι ιδεολογικοί αγώνες στην κοινωνία των πολιτών, και οι πολιτικοί αγώνες στοχεύουν στο κράτος, αλλά διαπλέκονται.
Στους οικονομικούς αγώνες για καλύτερους όρους και συνθήκες εργασίας, το οικονομικό στοιχείο για καλύτερους όρους απασχόλησης, συνθήκες εργασίας και κατά των απολύσεων είναι κυρίαρχο αλλά οι αγώνες έχουν και ιδεολογική και πολιτική διάσταση. Ιδεολογική γιατί συγκρούονται νοήματα για τον ρόλο των συνδικάτων, πολιτική γιατί αμφισβητείται ή επιβεβαιώνεται η εξουσία του κεφαλαίου. Το ΚΚΕ πολύ ορθά δίνει έμφαση και στις τρεις διαστάσεις. Στην τρίτη, την πολιτική που αμφισβητείται η εξουσία του κεφαλαίου πρέπει να γίνεται συνείδηση στους εργαζόμενους ότι «μπορούν χωρίς αφεντικά», δηλ. ότι μπορεί να οργανωθεί και να λειτουργήσει η παραγωγική διαδικασία υπό τον έλεγχό τους και τη διαχείρισή τους.
Η ιδεολογική διαπάλη διεξάγεται πρωτίστως σε κρατικούς ιδεολογικούς μηχανισμούς όπως η εκπαίδευση, και από τα ΜΜΕ που λειτουργούν στην κοινωνία των πολιτών, στο κράτος (κρατικά ΜΜΕ), και από τα πολιτικά κόμματα. Τι σημαίνει ιδεολογική διαπάλη; Είναι από τη μεριά των αστών ιδεολόγων της κυρίαρχης τάξης (πολιτικά κόμματα, ΜΜΕ, εκπαιδευτικό σύστημα) η κινητοποίηση νοημάτων για νομιμοποίηση, απόκρυψη, διαιώνιση σχέσεων εκμετάλλευσης, καταπίεσης και αλλοτρίωσης. Σ' αυτό οι αστοί ιδεολόγοι βοηθιούνται από το πώς η πραγματικότητα εμφανίζεται αρχικά στη συνείδηση ως αποτέλεσμα του διαχωρισμού μεταξύ πραγματικότητας και εμφάνισης. Ο φετιχισμός των εμπορευμάτων και η τυπική ελευθερία και ισότητα στις συναλλαγές της αγοράς και στις εκλογές είναι ενδεικτικές περιπτώσεις. Οι αστοί ιδεολόγοι βοηθιούνται φυσικά και από το γεγονός του ελέγχου των κρίσιμων ιδεολογικών μηχανισμών.
Από τη μεριά των κυριαρχούμενων τάξεων κινητοποιούνται νοήματα από το επαναστατικό κόμμα και τα ΜΜΕ του για την αποδόμησή τους με την απονομιμοποίηση και αποκάλυψη των σχέσεων εκμετάλλευσης, καταπίεσης, αλλοτρίωσης και απόδειξη ότι μπορούν να αλλάξουν. Αλλά το ΚΚΕ και τα ΜΜΕ του πρέπει να συμμετέχουν όχι μόνο σε μια αποδόμηση, εντοπίζοντας τις αντιφάσεις, τις ασυνέπειες και τη διάσπαση του πεδίου αναφοράς που άλλα λέει και άλλα εννοεί των αστικών ιδεολογιών. Πρέπει επίσης να παρέχουν συνοχή στην κοινωνική ψυχολογία της αντίστασης και του αγώνα, να τη συνδέσουν με τις προοπτικές αλλαγής και να την εξελίξουν σε μια νέα αντίληψη του κόσμου. Σ' αυτό το Κόμμα και τα ΜΜΕ του βοηθιούνται από την ταξική πάλη που υπονομεύει συνεχώς την εμφάνιση της πραγματικότητας.
Η ιδεολογία διαποτίζει την κοινωνική ψυχολογία που προκύπτει από τις ταξικές υλικές και κοινωνικές συνθήκες. Κοινωνική ψυχολογία επικυρίαρχου και «φυσικού» διαχειριστή της οικονομίας και του κράτους από τη μεριά της αστικής τάξης, κοινωνική ψυχολογία αντίστασης και αγώνα από τη μεριά της εργατικής τάξης. Αλλά η ιδεολογία λειτουργεί και στο υπόστρωμα του τρόπου ζωής και του υλικού και πνευματικού πολιτισμού. Η προλεταριακή, επαναστατική ιδεολογία πρέπει να αξιοποιεί τον λαϊκό πολιτισμό αλλά και τον υψηλό πολιτισμό. Το ΚΚΕ έχει κάνει σημαντικά βήματα προς αυτή την κατεύθυνση με τις ημερίδες, τις συναυλίες και τα συμπόσια.
Το ίδιο ισχύει και στην πολιτική διαπάλη που διεξάγεται για τη διατήρηση ή απόσπαση και κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας. Σ' αυτό υπάρχει φυσικά και ιδεολογική διάσταση. Αλλωστε τα κόμματα παράγουν πολιτική ιδεολογία - συντηρητισμό, εθνικισμό, φιλελευθερισμό, σοσιαλισμό, κομμουνισμό. Θεωρώ ότι στον στρατηγικό στόχο της κατάκτησης της πολιτικής εξουσίας και με στρατηγική κατεύθυνση τη συγκρότηση κοινωνικής συμμαχίας εργατικής τάξης και αυτοαπασχολούμενων της πόλης και του χωριού, σε αντικαπιταλιστική, αντιμονοπωλιακή βάση, πρέπει να επιδιώκεται να γίνει ηγεμονική η συμμαχία αυτή από μια πολιτική, ηθική και πνευματική ηγεσία του ΚΚΕ που δημιουργεί πολιτικά υποκείμενα που εκφράζουν μια εθνική, λαϊκή, συλλογική βούληση.
Σε γενικές γραμμές συμφωνώ με τις Θέσεις για το Συνέδριο.
Με ποια κριτήρια αξιολογούνται τα επαγγελματικά στελέχη;
Πριν 22 χρόνια στην τελευταία ομιλία του Χ. Φλωράκη στο Μακεδονία Πάνε. σε μια συνάντηση που είχα μαζί του αναφέρθηκα στα λάθη σύμφωνα με την άποψή μου που έκανε. Του είπα ότι σαν κόμμα της εργατικής τάξης θα έπρεπε τα περισσότερα στελέχη να είναι εργαζόμενοι. Αντί αυτού πλαισιώθηκε από άτομα φοιτητές διανοουμένους και έτσι ακολούθησαν τα επόμενα λάθη. Δηλαδή η εκλογή Φαράκου για γραμματέας, η ίδρυση του Συνασπισμού, η συγκυβέρνηση Τζανετάκη και τέλος η διάσπαση. Δυστυχώς έβλεπα τα ίδια προβλήματα και αποστρατεύτηκα μετά από 50 χρόνια κομματικής ζωής, επειδή έβλεπα τα περισσότερα στελέχη να μην προέρχονται από την εργατική τάξη. Οι εργαζόμενοι που έγιναν επαγγελματικά στελέχη είναι ελάχιστοι και πολλοί από αυτούς δούλεψαν λίγο, μπήκαν στο σωματείο και μετά από λίγο έγιναν επαγγελματικά στελέχη. Δεν έχουν νιώσει ποτέ τι σημαίνει εργοστάσιο, σκαλωσιά, Σούπερ Μάρκετ, επόπτης, προϊστάμενος, εργοδότης και τον φόβο της απόλυσης. Ετσι φτάσαμε στην κατάργηση των Λαϊκών Επιτροπών, της ΠΑΣΕΒΕ και της ΠΑΣΥ χωρίς να ενημερωθεί η βάση, χωρίς εξήγηση μέσα σε κάποιο ντοκουμέντο του Κόμματος. Το ΠΑΜΕ που είναι παγκοσμίως καταξιωμένο σιγά - σιγά πάει να εξαφανίσει και τη θέση του έχουν πάρει τα «εργατικά σωματεία» και τα Εργατικά Κέντρα. Μήπως αυτός ο συμβιβασμός μας οδηγήσει κάπου αλλού; Μου θυμίζει κάπως τη δεκαετία του '70 όπου οι Μπερλίνγκουερ, Καρίγιο και Μαρσέ όπου τα κόμματα αυτά είχαν δύναμη από 25% έως 35% και σήμερα βρίσκεις ομαδούλες που ψάχνουν να βρουν την ταυτότητά τους. Ο σ. Φλωράκης μου απάντησε ότι κάποτε θα τον θυμηθώ. Μέχρι σήμερα δεν βρήκα απάντηση. Παρ' όλα αυτά παραμένω κομμουνιστής πάνω στις αρχές του Μαρξισμού Λενινισμού και τις άξιες που απέκτησα τόσα χρόνια μέσα στο Κόμμα..
Η τετραετία που πέρασε έφερε τεράστιες προκλήσεις τόσο για την δράση του Κόμματος, όσο και την κοινωνία. Εκτιμάμε ότι μέσα σε αυτές τις συνθήκες, το Κόμμα μας ανταποκρίθηκε στους καιρούς, βγήκε πιο δυνατό και ταυτόχρονα ανέβασε το κύρος του στις μάζες. Η περίοδος της πανδημίας μας έδειξε πόσο αναγκαία είναι η προσαρμογή της δράσης μας σε κάθε συνθήκη ώστε να μένει αδιάλειπτη η επαφή με τον κόσμο, η λειτουργία των ΚΟΒ και του κινήματος, η διεκδίκηση. Ομοίως τα μεγάλα τραγικά γεγονότα μας βρήκαν στην πρώτη γραμμή για την προστασία του λαού, αλλά και της ανάδειξης των ευθυνών του συστήματος και των μηχανισμών του, ενισχύσαμε μέσα από αυτό την κοινωνική συμμαχία σε γραμμή σύγκρουσης με το σύστημα. Μεγαλώσαμε έτσι τις ρωγμές σε αυτό το σάπιο σύστημα, εντάθηκε με τη συμβολή μας η αμφισβήτηση θεσμών καθώς και ο προβληματισμός για το ΝΑΤΟ, την ΕΕ και τα κόμματα που τα υπερασπίζονται.
Είναι σημαντικό να τονίζουμε ότι όλα αυτά δεν θα ήταν δυνατά να εκφραστούν εάν δεν είχε γίνει η δουλειά του μυρμηγκιού όλα τα προηγούμενα χρόνια. Υπάρχει ο κίνδυνος οι δικές μας δυνάμεις και ο περίγυρός μας, βλέποντας πως στα μεγάλα γεγονότα εκφράζονται διαθέσεις και αλλαγές στον συσχετισμό δύναμης, να υποβαθμίζουν τη σημασία της καθημερινής δουλειάς, τη συζήτηση με τον «Ριζοσπάστη» και το Πρόγραμμα του Κόμματος, την εξόρμηση με το κουπόνι, την οργάνωση εκδηλώσεων και δράσεων, όλα αυτά με επαναστατικούς όρους, από την προετοιμασία μέχρι την αξιοποίησή τους - τη μορφή και το περιεχόμενο.
Η απαξίωση αυτής της δουλειάς ενισχύεται από αλλαγές στην καθημερινότητα που αγγίζουν και τις δικές μας δυνάμεις καθώς και την πολύμορφη ιδεολογική παρέμβαση του συστήματος. Η μείωση του ελεύθερου χρόνου, η πίεση να απαντάμε γρήγορα και ευκαιριακά στον κόσμο που μας περιτριγυρίζει, η αύξηση των μετώπων πάλης, οι απότομες εξελίξεις, ο βομβαρδισμός από πληροφορίες και η αστική επιρροή στον τρόπο ζωής, πολύ εύκολα μπορούν να αποπροσανατολίσουν την δική μας δουλειά. Η μελέτη του «Ριζοσπάστη» και της ΚΟΜΕΠ, του μαρξιστικού βιβλίου και των επεξεργασιών μας, η συζήτηση γύρω από την στρατηγική μας, η συσπείρωση δυνάμεων για την σοσιαλιστική επανάσταση πάνε πίσω μπροστά στις παραπάνω δυσκολίες. Χωρίς αυτά όμως, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι οι ρωγμές που ανοίξαμε θα κλείσουν και οι διαθέσεις που εκφράστηκαν δεν θα μονιμοποιηθούν σε έναν πυρήνα οργάνωσης μέσα και γύρω από το Κόμμα με βάση την στρατηγική μας.
Από την άλλη, ο καπιταλισμός φέρνει ταυτόχρονα νέα πεδία αντιπαράθεσης. Η εισαγωγή της Τεχνητής Νοημοσύνης έχει εμφανίσει τόσο θεωρητικά - φιλοσοφικά όσο και πρακτικά και κοινωνικά ζητήματα. Η συζήτηση με τον κόσμο έχει νέες απαιτήσεις. Εκεί που υπήρχε φόβος αντικατάστασης της επαναλαμβανόμενης βαρετής χειροκίνητης εργασίας, τώρα υπάρχει ο φόβος και για την ζωντανή δημιουργική πνευματική εργασία. Οι εργαζόμενοι χωρίζονται από τη μία σε αυτούς που θα τους πετάξει στην ανεργία και τη μισοδουλειά και από την άλλη σε αυτούς που θα δουλεύουν ακόμα πιο εντατικά, μέχρι εξάντλησης δίπλα στις νέες τεχνολογίες. Ανοίγουν συζητήσεις πάνω στην κατεύθυνση της τεχνολογίας, στην εφαρμογή της σε προϊόντα και υπηρεσίες:
- Πώς θα γίνονται πιο ικανά τα κράτη να υπερασπίζονται το κεφάλαιο και το σύστημά του απέναντι στην εργατική τάξη και τον λαό
- Πώς θα ενισχύεται η ανταγωνιστικότητα και εκμετάλλευση μέσα στις επιχειρήσεις
- Πώς θα εμπορευματοποιούνται όλες οι ανθρώπινες δράσεις αλλά και να ελέγχονται και οι ίδιες οι διαθέσεις τους
- Πώς να δημιουργούνται πιο φονικά και καταστροφικά όπλα
Οι εργαζόμενοι ακροβατούν ανάμεσα στον παραλυτικό φόβο ενός ζοφερού μέλλοντος και της ψευδεπίγραφης ελπίδας ότι η τεχνολογία καταστρέφει ή ελευθερώνει, μια απόφαση που θα πάρουν και θα καθορίσουν δήθεν επίλεκτες ομάδες επιστημόνων και επενδυτών σε αυτό το σύστημα. Το πρόγραμμά μας και η κοσμοθεωρία μας είναι τα μοναδικά όπλα που μπορούν να φωτίσουν το στέρεο έδαφος να πάει μπροστά η ανθρωπότητα. Οι εξελίξεις αυτές επιβεβαιώνουν τον αντιδραστικό χαρακτήρα αυτού του συστήματος, ότι δεν έχει να προσφέρει τίποτα διαφορετικό παρά ένταση της εκμετάλλευσης και της αδικίας χωρίς όρια και πως είναι το ίδιο που βάζει εμπόδια στην ανάπτυξη της ανθρώπινης κοινωνίας. Σε αυτό το κομμάτι πρέπει να ανεβάσουμε τον πήχη μέσα στην ίδια την εργατική τάξη, στους μισθωτούς μηχανικούς και επιστήμονες, ότι έχουν την δύναμη να κατευθύνουν και να διευθύνουν την ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης, της τεχνολογίας χωρίς να υποτάσσονται στο κέρδος του καπιταλιστή αλλά με γνώμονα το κοινωνικό συμφέρον, αναδεικνύοντας ότι αυτό μπορεί να γίνει κανόνας όταν οι ίδιοι μαζί με όλη την εργατική τάξη γίνουν κυρίαρχοι στα μέσα παραγωγής. Αλλά και στο σήμερα να εκφραστεί με συγκεκριμένες διεκδικήσεις, π.χ. για τη μείωση του εργάσιμου χρόνου και την προστασία της κοινωνίας, αιτήματα που βρίσκονται σε σύγκρουση με τα παραπάνω σχέδια του κεφαλαίου.
Η αστική τάξη, οι εκπρόσωποί της, οι επιχειρηματίες και τα διευθυντικά στελέχη τους ξέρουν μια χαρά να περιγράφουν το ασταθές περιβάλλον, τις περιφερειακές απειλές και προκλήσεις, και απαιτούν από τους εργαζόμενους να στρατευτούν μαζί τους, σαν μια οικογένεια, σαν ο εργάτης και ο καπιταλιστής να είναι ένα. Κρύβουν εντέχνως:
1. Οτι οι ίδιοι παρεμβαίνουν και ευθύνονται για τις ίδιες τις εξελίξεις, διεκδικούν απέναντι σε άλλους καρχαρίες μερίδια αγορών, η ίδια η καπιταλιστική ανάπτυξη τους δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια επόμενη κρίση.
2. Οτι οι ίδιοι βγαίνουν κερδισμένοι στις πλάτες των άλλων, των ίδιων των εργαζομένων, του ελληνικού αλλά και άλλων λαών
3. Οτι υπάρχει και άλλος δρόμος πέρα από την υποταγή στους νόμους αυτού του συστήματος, αυτός της ανατροπής.
Πρέπει να αποκτήσουμε και να καλλιεργούμε αδιάλειπτα τα αντανακλαστικά και την ετοιμότητα να αποκαλύπτουμε και να απαντάμε σε όλα τα παραπάνω.
Επίσης, είναι σημαντικό να δρούμε με επαγρύπνηση, προστατεύοντας τον εαυτό μας, τις δυνάμεις μας από αχρείαστη και απερίσκεπτη έκθεση στον αντίπαλο, χωρίς αυτό να σημαίνει τον περιορισμό της δράσης μας σε καμία περίπτωση, αλλά κατάλληλη προετοιμασία, ενίσχυση των πολιτικών και προσωπικών δεσμών με τον λαό. Η επίθεση στο Κόμμα μας μεγαλώνει και θα γίνεται όλο και πιο ύπουλη, είτε μέσα από επιθέσεις πάνω στις θέσεις και στο Πρόγραμμά μας, είτε απευθείας στις δυνάμεις μας, από τα κομματικά μέλη, συνδικαλιστές, εκλεγμένους μέχρι και τους βουλευτές μας, όπως τις προτάσεις άρσης ασυλίας.
Βασικό ζήτημα του συνεδρίου είναι η λειτουργία του κόμματος και πώς αυτή αντιστοιχίζεται με το επαναστατικό του πρόγραμμα, δηλαδή πώς στην πράξη εκφράζεται η συμφωνία των κομματικών μελών και στελεχών με την πάλη σήμερα για σοσιαλισμό - κομμουνισμό.
Είναι σωστό ότι η αναβάθμιση της καθημερινής δουλειάς των οργανώσεων του κόμματος, ώστε αυτή να ανταποκρίνεται σε μεγαλύτερο βαθμό στους επαναστατικούς μας σκοπούς - στη στρατολογία στους χώρους που ιεραρχούμε, στην ανασύνταξη του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος και την οικοδόμηση της κοινωνικής συμμαχίας - περνάει μέσα από την αναβάθμιση της ιδεολογικής - μορφωτικής δουλειάς, τόσο καθοδηγητικά στις ΤΕ και τα ΤΓ όσο και στις ΚΟΒ. Είναι, για παράδειγμα, κρίσιμο σε ένα χώρο δουλειάς να έχουμε την ικανότητα να συζητάμε το μηχανισμό εκμετάλλευσης και να τον εξειδικεύουμε με βάση την επιχείρηση και τον κλάδο. Να μπορούμε να καταλαβαίνουμε πώς η μία ή η άλλη εξέλιξη (π.χ. 13ωρο, εμπλοκή στην πολεμική οικονομία) θα επιδράσει στους εργαζόμενους και να αναδεικνύουμε τις σύγχρονες δυνατότητες. Να μπορούμε να περιγράψουμε τη δικιά μας πρόταση για το πώς μπορεί να οργανωθεί ο κλάδος στο σοσιαλισμό στο πλαίσιο της κεντρικά σχεδιασμένης οικονομίας και να πείθουμε για την ανωτερότητά του. Χωρίς βέβαια να παραβλέπουμε ότι η ιδεολογική παρέμβαση δεν έχει να κάνει μόνο με ζητήματα που άπτονται άμεσα του χώρου εργασίας αλλά με όλο το φάσμα της ιδεολογικής σφαίρας (ζητήματα ιστορίας, φιλοσοφίας, κοσμοαντίληψης κ.λπ.). Ολα αυτά προϋποθέτουν ιδεολογικοπολιτικό εξοπλισμό στις ΚΟΒ και αντίστοιχο καθοδηγητικό προσανατολισμό και προσπάθεια.
Από την πείρα μας στον κλάδο της ιδιωτικής υγείας, μπορούμε να συμβάλλουμε στην αποκάλυψη των αδιεξόδων του καπιταλισμού μέσα από τη δράση στο κίνημα. Για παράδειγμα, μπορεί να αποκαλυφθεί στους εργαζόμενους η τεράστια κερδοφορία του κλάδου σε αντίθεση με τους πολύ χαμηλούς μισθούς. Επιπλέον, είναι ζητούμενο να ανοίξει η αντιπαράθεση με την πρόταση ΣΣΕ της πλειοψηφίας της ομοσπονδίας (ΟΣΝΙΕ), η οποία είναι πολύ πίσω από τις ανάγκες των εργαζομένων του κλάδου, ενώ προβλέπει και τη διευθέτηση του εργάσιμου χρόνου. Ομως είμαστε ακόμη αδύναμοι στο πώς ακουμπάει στον κλάδο η συνολική μας πρόταση και έχουμε ευθύνη για την πλατύτερη και πιο αποτελεσματική προβολή της. Είναι στοίχημα πόσοι περισσότεροι εργαζόμενοι στην ιδιωτική υγεία θα έρθουν σε επαφή με την πρότασή μας για αποκλειστικά δημόσια και δωρεάν υγεία και πιο συγκεκριμένα τι σημαίνει αυτό για τις συνθήκες εργασίας των εργαζομένων, τη δυνατότητα πρόσβασης του λαού σε υγεία, την ποιότητα των υπηρεσιών και το ίδιο το περιεχόμενο της δουλειάς του νοσηλευτή, της μαίας, του φυσικοθεραπευτή, του γιατρού.
Οσον αφορά τη στρατολογία, οι χαμηλοί ρυθμοί της δεν οφείλονται μόνο στην αντίληψη ότι η συζήτηση πάνω στο πρόγραμμα του κόμματος αφορά στενά μία μερίδα κοντινών επιρροών. Πολλές φορές σχετίζονται με την αδυναμία που νιώθει ο σύντροφος να ανοίξει αυτή τη συζήτηση ή/και στην έλλειψη προσανατολισμού ότι αυτό είναι ουσιαστικό καθήκον. Πλευρές οι οποίες φανερώνουν πως συχνά δεν είναι επαρκής η αφομοίωση του προγράμματος και των επεξεργασιών του κόμματος. Παράλληλα, άλλα φαινόμενα που συναντάμε στην οργανωμένη ζωή (μέλη με χαλαρότητα και ασυνέπεια στην εφαρμογή συλλογικών αποφάσεων, μη αξιοποίηση και υποτίμηση του «Ριζοσπάστη» και της ΚΟΜΕΠ κ.ά.) σχετίζονται με τον βαθμό αφομοίωσης των επαναστατικών σκοπών του κόμματος.
Σαφώς ο πήχης ανεβαίνει και καθοδηγητικά, ιδιαίτερα για τη συζήτηση σε ΤΕ και τα ΤΓ, ώστε να αποτυπώνεται στο περιεχόμενο των συνεδριάσεων η κατεύθυνση αφομοίωσης των επεξεργασιών του κόμματος και καθοδήγησης των ΚΟΒ με αυτές. Η βελτίωση της δουλειάς στις ΤΕ σίγουρα θα μεταφραστεί σε βελτίωση της δουλειάς στις ΚΟΒ. Σε αυτό το πλαίσιο η πολυχρέωση των Ιδεολογικών Επιτροπών των ΤΟ δεν βοηθάει και καθυστερεί τη δουλειά.
Η απαίτηση η καθημερινή δουλειά να αποκτήσει ανώτερο πολιτικό και ιδεολογικό περιεχόμενο αφορά και τη δουλειά στο κίνημα, η οποία αφελώς αρκετές φορές θεωρείται πιο εύκολη ή με λιγότερες απαιτήσεις. Εκτιμάμε στις Θέσεις ότι το επόμενο διάστημα υπάρχει δυνατότητα να δυναμώσει το ρεύμα του ρεφορμισμού και να οξυνθεί η καταστολή, με την καπιταλιστική κρίση να πλησιάζει και τα πολεμικά μέτωπα να γενικεύονται. Αυτό σημαίνει ότι η παρέμβαση στο κίνημα, για να κρατήσει και να διευρύνει δυνάμεις, πρέπει να απαντάει σε ζητήματα «προοδευτικών κυβερνήσεων», για το ρόλο των κρατικοποιήσεων στον καπιταλισμό, για τη στάση που πρέπει να κρατήσουν οι εργαζόμενοι απέναντι στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, να σπάει το φόβο και τις αυταπάτες. Χρειάζεται δηλαδή να πείθουμε για τη γραμμή πάλης που προτείνουμε, πράγμα το οποίο έχει σοβαρές ιδεολογικοπολιτικές προϋποθέσεις και απαιτήσεις, οι οποίες δεν είναι αυτονόητες. Απαιτεί, π.χ., προσπάθεια και σχέδιο να καταφέρουμε ένα σωματείο να συζητήσει για τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και να ξεφύγει από τη γραμμή ότι «αυτά δεν μας αφορούν».
Κλείνοντας, πιστεύω ότι η μελέτη για την οικονομία της Κίνας που προτείνεται στις Θέσεις για το 22ο Συνέδριο μπορεί να δράσει ενισχυτικά στην επιχειρηματολογία μας το επόμενο διάστημα. Το άρθρο για την οικονομία της Ρωσίας (ΚΟΜΕΠ 5-6/2022) είχε επίσης βοηθήσει. Η πλατιά διακίνηση των Θέσεων του Συνεδρίου δείχνει τη δυνατότητα το επόμενο διάστημα να συζητήσουμε με ακόμα περισσότερους εργαζόμενους με το πρόγραμμα και τους επαναστατικούς σκοπούς του Κόμματος.
1. Παρά τις άριστες προθέσεις και τον ταξικό προσανατολισμό του ΚΚΕ, οι επιστημονικές θέσεις όπως παρουσιάζονται στο «Πανδημία: Ο καπιταλισμός στη Δύση του» και στον «Ριζοσπάστη», δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα. Εδώ το ζήτημα δεν είναι μία συγκεκριμένη επιστήμη, όπως η ιατρική, αλλά η ίδια η λογική.
2. Οι θέσεις αυτές δεν αντιστοιχούν ούτε καν σε έναν επιστημονικοφανή φερετζέ, αλλά είναι απ' ευθείας αντιγραφή του πολιτικού αφηγήματος της μερίδας της αστικής τάξης που διαχειρίστηκε την πανδημία.
Συγκεκριμένα:
Η φαρμακευτικές ΔΕΝ είχαν μελετήσει στις κλινικές δοκιμές το αν εμβόλια σταματάνε τη μετάδοση του ιού, και ΔΕΝ είχαν μελετήσει αν προστατεύουν από θάνατο. Για την ακρίβεια οι κλινικές δοκιμές ακυρώθηκαν προς το τέλος του 2021, όταν το εμβόλιο χορηγήθηκε σε όλους όσους συμμετείχαν στις δοκιμές.
Ποιος υποστήριζε ότι τα εμβόλια σταματάνε τη μετάδοση; Ο Μπάιντεν, ο Σβάμπ, ο Μητσοτάκης.
Στις 10/10/2022, στην Ειδική Επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την πανδημία, η εκπρόσωπος της «Pfizer Janine Small», σε Ερώτηση του ευρωβουλευτή Rob Roos, αν η εταιρεία είχε ελέγξει το αν τα εμβόλια σταματάνε την μετάδοση του ιού, απάντησε πως OXI (για την ακρίβεια οι εταιρείες ουδέποτε ισχυρίστηκαν πως τα εμβόλια σταματάνε τη μετάδοση του ιού, αφού εξάλλου δεν είχαν μελετήσει κάτι τέτοιο).
Τότε, πώς το Τμήμα Υγείας της ΚΕ υποστήριζε ότι τα εμβόλια αποδεδειγμένα σταματάνε τη μετάδοση (Πανδημία σελ. 93). Με ποια στοιχεία;
Εκ των υστέρων κάποιοι υποστηρίζουν ότι τα εμβόλια βοήθησαν. Με ποια στοιχεία;
Μια σειρά από τους αστούς ειδικούς της περιόδου δήλωναν ότι ακολουθώντας το πρωτόκολλο καταγραφής του ΠΟΥ κάθε θανόντας που είχε θετικό τεστ καταγράφονταν σαν από τον ιό. Βέβαια, αυτή η εκ των υστέρων παραδοχή είναι υστερόβουλη, και συγκεκριμένα γιατί η Ελλάδα έχει από τα υψηλότερα ποσοστά θνησιμότητας, παγκόσμια. Για να φτιάξει ο Μητσοτάκης την εικόνα του, παραδέχεται τη διαφορά ανάμεσα στο «από Covid» και το «με Covid». Οπότε αν τα νούμερα ήταν πειραγμένα, πώς το 2022 μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι τα εμβόλια μείωσαν τους θανάτους;
Αν δεν ξέραμε αν τα εμβόλια σταματάνε τη μετάδοση, τότε πώς δικαιολογείται το να εμβολιαστεί κάποιος για να προστατευτεί κάποιος άλλος;
Κ.λπ. κ.λπ.
Στα κείμενα του Κόμματος υπάρχουν, γενικά, σημαντικά λογικά κενά και εξ ορισμού αντιφάσεις. Κατά την άποψή μου αυτό είναι αποτέλεσμα του ανακατέματος της ταξικότητας του ΚΚΕ με τα παραμύθια της αστικής τάξης. Για παράδειγμα, ενώ σωστά καταγγέλλεται η ανύπαρκτη φαρμακοεπαγρύπνηση (βλέπε ταξικότητα), ταυτόχρονα επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά ο ισχυρισμός ότι τα εμβόλια είναι ασφαλή. Είναι προφανές ότι ο παραπάνω ισχυρισμός είναι παράλογος: Γιατί ναι μεν με το «μάτι» βλέπουμε ότι δεν πέθαναν οι μισοί από τους εμβολιασμένους, χωρίς όμως φαρμακοεπαγρύπνηση δεν μπορείς να ξέρεις αν έχουν πεθάνει κάποιοι από τα εμβόλια και πόσοι είναι αυτοί. Το «ανύπαρκτη φαρμακοεπαγρύπνηση» αλλά «ασφαλή εμβόλια» είναι το αντίστοιχο του «ολίγον έγκυος».
Θα μπορούσε τώρα κάποιος να ισχυριστεί ότι η επιστημονική αδυναμία δεν αποτελεί πολιτικό ζήτημα - εξάλλου το ΚΚΕ είναι πολιτικό κόμμα, όχι ερευνητικός οργανισμός - και πως το ΚΚΕ είχε τη σωστή πολιτική στάση και αυτό είναι που μετράει. Ας δούμε γιατί αυτός ο ισχυρισμός θα ήταν παραπλανητικός.
Ενα σημαντικό ζήτημα αφορά το πρωτόκολλο αντιμετώπισης της πανδημίας. Το παραμύθι της αστικής τάξης επαναλαμβάνει συνεχώς ότι ο καθολικός εμβολιασμός και η 2χρονη καραντίνα είναι ό,τι προβλέπει η επιστήμη. Στην έκδοση «Πανδημία...» σελ. 98-99 η γραμμή αυτή υποστηρίζεται με τις αναφορές στην ΕΣΣΔ και την αντιμετώπιση της ευλογιάς και της πολιομυελίτιδας. Η εξαπάτηση εδώ γίνεται προφανής μόλις τεθεί η ερώτηση: και πώς αντιμετώπισαν οι Σοβιετικοί την πανδημία γρίπης το 1977 - 1979; Εμβολιάζοντας μόνο όσους το είχαν ανάγκη και χωρίς να κλειδώσουν σπίτι του κανέναν! Μάλιστα, στην καπιταλιστική Δύση μέχρι, σχεδόν, χτες το πρωτόκολλο αντιμετώπισης ήταν αντίστοιχο με των Σοβιετικών και τo ακριβώς αντίθετο από αυτό που εφαρμόστηκε τώρα! Στο «Πανδημία...» σελ. 139, υποσημείωση 33, γίνεται αναφορά σε έκθεση του βρετανικού υπουργείου Υγείας από το 2011. Η έκθεση, λοιπόν, αυτή, σε άλλο σημείο της, επιχειρηματολογεί γιατί στην αντιμετώπιση ενός κορονοϊού ΔΕΝ υπάρχει όφελος από την χρήση μάσκας από το γενικό κοινό, ΔΕΝ έχει νόημα ο καθολικός εμβολιασμός, ΔΕΝ έχει αποτέλεσμα η καραντίνα, ΔΕΝ έχει νόημα η απαγόρευση των συναθροίσεων.
Τα παραπάνω φέρνουν στην επιφάνεια ένα βασικό ζήτημα: Στην πανδημία εφαρμόστηκε, εν μια νυκτί, ένα πρωτόκολλο, ουσιαστικά, βιολογικού πολέμου. Για αυτό υπάρχει μία πιθανή πολιτική εξήγηση:
Η Κίνα πρώτη εφάρμοσε πρωτόκολλο βιολογικού πολέμου. Η Δύση ακολούθησε. Το σύνολο των μέτρων δεν είχαν στόχο την προστασία της υγείας. Ηταν αντικαθρέφτισμα των μέτρων της Κίνας, ακριβώς όπως θα έκανε μία χώρα με τα στρατεύματά της - αν ο εχθρός μετακινήσει το στρατό στα σύνορα το κάνεις και εσύ για να είσαι έτοιμος για κάθε ενδεχόμενο. Αν βγάλει τα πυρηνικά έξω, επίσης. Και αν η αντίπαλη χώρα ετοιμάζεται για παγκόσμιο βιολογικό πόλεμο (όλοι καραντίνα, καμία είσοδος και έξοδος από τη χώρα, υπερεξουσίες της εκτελεστικής εξουσίας, κ.λπ.), αντίστοιχα. Ισως δεν είναι τυχαία χρονική σύμπτωση το ότι το ζήτημα ολοκληρώθηκε όταν οι δύο πλευρές πέρασαν σε φάση συμβατικού πολέμου στην Ουκρανία.
Σε αυτήν την περίπτωση, δηλαδή σε προετοιμασία παγκόσμιου πολέμου, με βάση το Πρόγραμμα, το ΚΚΕ δεν θα έπρεπε σε καμία περίπτωση να συνταχθεί πίσω από την αστική τάξη. Αυτό δεν είναι μόνο για ιδεολογικούς λόγους αλλά και πρακτικούς. Αν η δική μας αστική τάξη δεν μπορεί να πειθαρχήσει την εργατική, τότε πιθανά να αποδεχθεί την ήττα της, και ο πόλεμος να μη γίνει.
Πρόταση: Η νέα ΚΕ να επανεξετάσει την πολιτική του Κόμματος στην περίοδο της πανδημίας με τα εξής βασικά θέματα:
Είναι σωστά τα επιστημονικά δεδομένα επί των οποίων στηρίχθηκαν οι πολιτικές επιλογές;
Αν ό,τι έχει εμφανιστεί ως επιστημονικό είναι τελικά η αστική πολιτική διαχείριση, πώς έγινε και αυτή πέρασε μέσα στο Κόμμα;
Αν τα πραγματικά επιστημονικά δεδομένα είναι τελικά εντελώς διαφορετικά, ποια θα ήταν σωστή η πολιτική στάση του ΚΚΕ με βάση τα σωστά επιστημονικά δεδομένα;
Κλείνοντας να πούμε ότι η συζήτηση δεν είναι για το αν συντασσόμαστε με την επιστήμη. Αυτό είναι δεδομένο. Το ζήτημα είναι η κυριαρχία του μονοπωλίου. Αν το μονοπώλιο μας σερβίρει μοσχαρίσιες μπριζόλες από τρελές αγελάδες, εμείς δεν θα τις φάμε μόνο και μόνο επειδή η κατανάλωση κρέατος έπαιξε ιστορικό ρόλο στη διαμόρφωση του ανθρώπου, έτσι δεν είναι;
Εδώ και χρόνια καλλιεργείται στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα η βαθιά αυταπάτη ότι η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας αποτελεί έναν «σοσιαλιστικό πόλο» παγκόσμιας αντίστασης, έναν κρατικό σχηματισμό που ανταγωνίζεται τις ΗΠΑ και τη Δύση από «αριστερή» και «προοδευτική» σκοπιά, ένα πρότυπο ανάπτυξης που, έστω με ιδιαιτερότητες, υπηρετεί την υπόθεση της εργατικής τάξης. Ωστόσο, ο μαρξισμός - λενινισμός δεν κρίνει τα κοινωνικά συστήματα με βάση τη ρητορική αυτοχαρακτηρισμού ή τις γεωπολιτικές αντιθέσεις, αλλά με βάση το σε ποια τάξη ανήκει η οικονομική και πολιτική εξουσία. Ποια τάξη, δηλαδή, κατέχει τα μέσα παραγωγής και με ποιο σκοπό οργανώνεται η παραγωγή. Με αυτό το κριτήριο - και όχι με την εργαλειοποίηση σοσιαλιστικών συμβόλων που εξωραΐζουν και συγκαλύπτουν την ταξική πραγματικότητα - η Κίνα αποτελεί καπιταλιστικό κράτος.
Το μεγαλύτερο μέρος του ΑΕΠ παράγεται από επιχειρήσεις που λειτουργούν με βάση κριτήρια κερδοφορίας και ανταγωνιστικότητας στην αγορά. Ο ιδιωτικός τομέας συνεισφέρει πάνω από το 60% του συνολικού ΑΕΠ και καταγράφονται περισσότερο από 57 εκατομμύρια ιδιωτικές επιχειρήσεις σε εθνικό επίπεδο. Στις μεγαλύτερες κινεζικές εταιρείες η μισθωτή εργασία αξιοποιείται με πλήρως επιχειρηματικούς όρους, ανεξάρτητα από την τυπική ιδιοκτησία, ενώ η ταχύτατη συσσώρευση ιδιωτικού πλούτου έχει οδηγήσει την Κίνα σε μία από τις πρώτες θέσεις διεθνώς ως προς τον αριθμό δισεκατομμυριούχων. Η ταξική πόλωση βαθαίνει: ένα μικρό ανώτατο στρώμα ιδιοποιείται τη μερίδα του λέοντος του κοινωνικού πλούτου, ενώ εκατοντάδες εκατομμύρια εργαζόμενοι βιώνουν εξαντλητικά ωράρια και συνεχή πίεση για «ανταγωνιστικότητα». Αυτά δεν αποτελούν «παροδικές αστοχίες» μέσα σε σοσιαλιστική οικοδόμηση. Συνιστούν τον ίδιο τον πυρήνα των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής.
Το ιστορικό σημείο καμπής που επισφράγισε αυτή την πορεία ήταν η «μεταρρύθμιση και το άνοιγμα της οικονομίας προς τις καπιταλιστικές σχέσεις και την παγκόσμια αγορά» της δεκαετίας του 1980, συνδεδεμένη με την ιδεολογία του Ντενγκ Σιαοπίνγκ. Η γνωστή φράση του, «δεν έχει σημασία αν η γάτα είναι άσπρη ή μαύρη, αρκεί να πιάνει ποντίκια», δεν ήταν απλώς σχήμα λόγου, αλλά συμπύκνωση μιας συνολικής ιδεολογικής αντίληψης: η μορφή των παραγωγικών σχέσεων - ο πυρήνας δηλαδή του σοσιαλισμού - υποβιβάστηκε σε τεχνικό ζήτημα. Η αγορά, το κέρδος και ο νόμος της αξίας έγιναν «εργαλεία ανάπτυξης». Ο καπιταλισμός, όμως, όταν υιοθετηθεί ως τρόπος οργάνωσης της παραγωγής, αναπτύσσει τη δική του νομοτέλεια και τελικά επικρατεί. Η ιστορική πείρα της ΕΣΣΔ, ιδιαίτερα με τις αποφάσεις του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΣΕ το 1956 και την επακόλουθη «μεταρρύθμιση Κοσίγκιν» το 1965, αποδεικνύει ότι όταν ο νόμος της αξίας, η αγορά και η κερδοφορία αποτελέσουν ρυθμιστές της παραγωγής, ο σοσιαλισμός δεν «διορθώνεται», αλλά ακυρώνεται. Η εφαρμογή καπιταλιστικών μεθόδων στην προσπάθεια επίλυσης υπαρκτών προβλημάτων της σοσιαλιστικής οικοδόμησης δεν οδήγησε στην αναβάθμιση και τον εκσυγχρονισμό της. Αντίθετα, την εκτροχίασε, ανοίγοντας τον δρόμο για την παλινόρθωση του καπιταλισμού.
Από λενινιστική σκοπιά, η εικόνα είναι ακόμη πιο καθαρή. Ο Λένιν χαρακτήρισε τον ιμπεριαλισμό ως το ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού, όπου κυριαρχεί η εξαγωγή κεφαλαίων, η δράση μονοπωλίων και η επέκταση σε τρίτες χώρες για πρώτη ύλη, αγορές και σφαίρες επιρροής. Η Κίνα ταιριάζει ολοένα και περισσότερο σε αυτή την περιγραφή: κινεζικά μονοπώλια και χρηματοπιστωτικοί κολοσσοί εξαγοράζουν λιμάνια, υποδομές και μεταλλευτικά αποθέματα σε Ασία, Αφρική και Ευρώπη, ενώ η χώρα συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωση νέων ιμπεριαλιστικών μπλοκ, όπως οι BRICS. Αυτές δεν είναι «παράπλευρες δραστηριότητες» ενός σοσιαλισμού «με ιδιαιτερότητες» αλλά χαρακτηριστικά μιας δύναμης που λειτουργεί ως ανερχόμενος ιμπεριαλιστικός πόλος στο παγκόσμιο σύστημα.
Σε αυτό το τοπίο, το ΚΚΕ έχει αναδείξει με συνέπεια - κόντρα στο κυρίαρχο ρεύμα και με μεγάλο ιδεολογικό κόστος - τις αντιφάσεις και τον πραγματικό χαρακτήρα του κινεζικού μοντέλου, επιμένοντας ότι η ύπαρξη κρατικών μονοπωλίων, η αύξηση του ΑΕΠ και η γεωπολιτική ισχυροποίηση δεν αποτελούν κριτήρια σοσιαλισμού. Το ταξικό κριτήριο πρέπει να παραμένει αδιαπραγμάτευτο: αν ο κοινωνικός πλούτος παράγεται από την εργατική τάξη αλλά ιδιοποιείται από τάξη καπιταλιστών - έστω και «κρατικών» - τότε μιλάμε για καπιταλισμό.
Η αναπαραγωγή της αυταπάτης περί «σοσιαλιστικής Κίνας» έχει σοβαρότατες συνέπειες για το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα: θολώνει τη σημασία της εργατικής εξουσίας, μετατρέπει τον σοσιαλισμό σε γεωπολιτική ταυτότητα, αποπροσανατολίζει τις εργατικές - λαϊκές μάζες σε μια λογική «επιλογής ιμπεριαλιστή», όπου η ταξική πάλη αντικαθίσταται από γεωπολιτικά στρατόπεδα. Με αυτόν τον τρόπο, η ταξική αυτοτέλεια εγκαταλείπεται και στη θέση της εμφανίζεται η ψευδαίσθηση ότι ο σοσιαλισμός μπορεί να «ωριμάσει» μέσα στην αγορά και στις καπιταλιστικές σχέσεις.
Το κίνημα δεν έχει τίποτα να κερδίσει όσο αποδέχεται τον καπιταλισμό μεταμφιεσμένο ως «σοσιαλισμό», γιατί έτσι ακυρώνεται η ίδια η ουσία της επαναστατικής πάλης. Αντιθέτως, εγκλωβίζεται σε μια λογική επιλογής «λιγότερο επιθετικού» ιμπεριαλιστή, αντί της σύγκρουσης με τον καπιταλισμό συνολικά ως σύστημα. Πραγματικός διεθνισμός δεν είναι η στοίχιση πίσω από έναν ιμπεριαλιστικό πόλο που συγκρούεται με έναν άλλο (βλέπε ΗΠΑ, ΝΑΤΟ, ΕΕ εναντίον Ρωσίας, Κίνας). Είναι η κοινή πάλη των εργαζομένων σε όλες τις χώρες ενάντια στο κεφάλαιο, όποια μορφή η προσωπείο κι αν φέρει αυτό.
Η υπεράσπιση αυτής της αλήθειας δεν είναι, ασφαλώς, ούτε εύκολη, ούτε δημοφιλής. Αποτελεί όμως βασικό όρο επιβίωσης για το κομμουνιστικό κίνημα. Ας την πούμε, λοιπόν, ξεκάθαρα: Ο πολυδιαφημισμένος «σοσιαλισμός με κινέζικα χαρακτηριστικά» δεν είναι σοσιαλισμός, αλλά μια κρατικά οργανωμένη μορφή καπιταλισμού, όπου η αγορά και το κέρδος καθορίζουν την παραγωγή, ενώ τα κομμουνιστικά σύμβολα χρησιμοποιούνται ως ιδεολογικό περίβλημα για να αποκρυφτεί η ταξική ουσία του συστήματος.
Η Ιστορία επαναλαμβάνεται «την πρώτη φορά σαν τραγωδία και τη δεύτερη σαν φάρσα», έγραφε ο Μαρξ στη «18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη». Οσοι δεν μπόρεσαν ή δεν θέλησαν να δουν εγκαίρως την πορεία που οδηγούσε στην παλινόρθωση του καπιταλισμού στην ΕΣΣΔ και τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης βρέθηκαν μπροστά στην αλήθεια όταν ήταν ήδη αργά. Σήμερα, 35 χρόνια μετά την επικράτηση της αντεπανάστασης, καλούμαστε να βγάλουμε πολύτιμα συμπεράσματα που πρέπει να αποτελέσουν οδηγό για το παρόν και κυρίως το μέλλον του κομμουνιστικού κινήματος. Το γενικό δίδαγμα είναι περισσότερο από σαφές: Ο σοσιαλισμός δεν οικοδομείται με ευχές, ιδεολογικές αυταπάτες και γεωπολιτικές ψευδαισθήσεις, αλλά με καθαρό ταξικό κριτήριο και επαναστατική στρατηγική.
Τον τελευταίο χρόνο έχει ξεκινήσει μια πλούσια εσωοργανωτική συζήτηση στο Κόμμα και την ΚΝΕ με αφορμή τις Αποφάσεις της ΚΕ, το μάθημα «Ανάπτυξη για ποιον» κ.λπ., που μας βοηθάει να βγάλουμε συμπεράσματα για το πώς μπορούμε ποιοτικά να αναβαθμίσουμε την καθοδηγητική δουλειά μας.
Ξεχωρίζει μια θετική πείρα που υπάρχει, όχι ενιαία και παντού, αλλά χρειάζεται να γενικευτεί, όσον αφορά την προετοιμασία της συζήτησης στα καθοδηγητικά όργανα και στις οργανώσεις βάσης. Εκεί που δώσαμε βάση καθοδηγητικά να γίνει μελέτη, μαζεύτηκαν ερωτήσεις, κάναμε συνεργασίες σε περιπτώσεις που ήταν απαραίτητο για να καλυφθούν κενά, βοήθησαν ώστε να προσανατολιστεί η συζήτηση και να διαμορφωθούν εισηγήσεις και παρεμβάσεις οι οποίες θα πατάνε πάνε στο ιδεολογικοπολιτικό επίπεδο και τον προβληματισμό των συντρόφων, στις ιδιαιτερότητες του χώρου ευθύνης τους.
Εγιναν βήματα όσον αφορά το περιεχόμενο της συζήτησης, κατά βάση στα καθοδηγητικά όργανα, που πολλές φορές μπροστά στα καθημερινά καθήκοντα μένει πίσω, και περιοριζόμαστε σε μια συζήτηση τύπου «κάναμε αυτό, δεν κάναμε αυτό». Είναι αυτό που λέμε πώς η καθημερινή μας δράση θα δεθεί με την αφομοίωση και την ανάδειξη του Προγράμματος του Κόμματος. Π.χ. στη συζήτηση για τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο στις ΟΒ, που αφορά άμεσα τη δράση που αναπτύσσουμε σήμερα και πώς συζητάμε με τον περίγυρό μας, αναδείχθηκαν πολλά θεωρητικά και γνωστικά κενά. Αυτό έγινε περιεχόμενο συζήτησης του ΤΓ, αναπτύχθηκε προβληματισμός στους γραμματείς των ΟΒ, των ΚΟΒ που παρακολούθησαν. Αντίστοιχα, με αφορμή τις Θέσεις της ΚΕ για το 22ο Συνέδριο, προσπαθήσαμε στα καθοδηγητικά όργανα να μαζέψουμε τις ερωτήσεις και να τις απαντήσουμε, που αναδείκνυε τις δυσκολίες και τα κενά που έχει ο καθένας. Θα μπορούσε ένας τέτοιος τρόπος δουλειάς να πάρει μόνιμα χαρακτηριστικά προκειμένου να παίρνονται τα απαραίτητα μέτρα για την ενίσχυση της δικιάς μας ικανότητας πρώτα και κύρια να αναδεικνύουμε το Πρόγραμμα και στη συνέχεια των συντρόφων που καθοδηγούμε;
Μέσα από τις ερωτήσεις και τη συζήτηση που έγινε στα καθοδηγητικά όργανα της ΚΝΕ:
Αρχικά, φαίνεται ότι υπάρχουν κενά σε γνώσεις και έννοιες που αφορούν τον μηχανισμό της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, πως ο καπιταλισμός στη σημερινή εποχή διαπνέεται από οξυμένους ανταγωνισμούς και αντιθέσεις, τα οποία υπάρχει απαίτηση να είναι αφομοιωμένα. Υπάρχει μια ορισμένη δυσκολία, σε ζητήματα που αφορούν τις νομοτέλειες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και την εργατική εξουσία, τη σοσιαλιστική επανάσταση και πώς εγγράφεται η δραστηριότητα του υποκειμενικού παράγοντα στην αλλαγή των αντικειμενικών συνθηκών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί και η αντιπαράθεση με τον μεταμοντέρνο ατομικό δικαιωματισμό και η αδυναμία που αντιμετωπίσαμε συνολικά να κατανοήσουμε θεμελιακές μαρξιστικές φιλοσοφικές αρχές. Σαφώς η εικόνα αυτή επεκτείνεται και γίνεται πολύ πιο έντονη στα υπόλοιπα μέλη στην ΚΝΕ. Προκύπτει, δηλαδή, η ανάγκη να κάνουμε άλματα στην αυτομόρφωση, αλλά και να δουλεύουμε με τα ντοκουμέντα και τις επεξεργασίες του Κόμματος ως μόνιμο εργαλείο στην καθοδηγητική μας δουλειά σε όλα τα επίπεδα οργάνων.Πολλές φορές παρατηρείται, ειδικά στους νέους ηλικιακά συντρόφους, ότι ενώ μπορούν να απαντήσουν σωστά «με μια φράση» σε μια ερώτηση που τους τίθεται, δεν μπορούν αυτή να την τεκμηριώσουν, να την αναλύσουν, να αναπτύξουν επιχειρήματα, σαν να την έχουν μάθει «παπαγαλία» (π.χ. πού οφείλεται η οικονομική κρίση; στην υπερσυσσώρευση κεφαλαίου, τι είναι ο ιμπεριαλισμός; το ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού). Αυτό μας δείχνει πού πρέπει να εστιάσουμε σαν Κόμμα στην καθοδηγητική μας δουλειά.
Αναδείχθηκε, επίσης, η ελλιπής επαφή μας με τον «Ριζοσπάστη» και την ΚΟΜΕΠ, καθώς υπάρχουν πολλές διευκρινιστικές ερωτήσεις εκ των υστέρων όσον αφορά τις εξελίξεις και τους ανταγωνισμούς, που ο κομματικός Τύπος σταθερά έχει πλούσια αρθρογραφία, όπως και πάνω στη θέση μας για μια σειρά ζητήματα, όπως το μεταναστευτικό, τις ελληνοτουρκικές σχέσεις κ.τ.λ. Οι ερωτήσεις αυτές στις ΟΒ ήταν πολλαπλάσιες. Πώς θα βελτιώσουμε το περιεχόμενο των εισηγήσεων, των συζητήσεων στην ΟΒ, θα τροφοδοτήσουμε με επιχειρήματα, αν εμείς πρώτα και κύρια δεν παρακολουθούμε και δεν μελετάμε τις εξελίξεις, πώς θα διαπαιδαγωγήσουμε και θα προετοιμάσουμε έναν νέο σύντροφο να γίνει μέλος του Κόμματος αν δεν αποτελούμε παράδειγμα;
Τέλος, εκεί που η καθοδηγητική βοήθεια από το Κόμμα προς την ΚΝΕ είναι σταθερή, δηλαδή υπάρχει καταμερισμός συγκεκριμένων συντρόφων από την αντίστοιχη κομματική οργάνωση που καθοδηγούν πρώτα και κύρια τα στελέχη που είναι χρεωμένα στην ΚΝΕ και επιδιώκουν να αναπτύσσουν αυτή την καθοδηγητική σχέση και άμεσα με τα μέλη της ΟΒ στην περιοχή ευθύνης τους, έχει αποτύπωμα στην αφομοίωσή τους, στη διαπαιδαγώγηση και στην ανάπτυξη του ιδεολογικού υπόβαθρου. Η καθοδηγητική βοήθεια του Κόμματος χρειάζεται να είναι πολυεπίπεδη και ολόπλευρη, σημαίνει:
Να παρακολουθεί τις συνελεύσεις και τα γραφεία των ΟΒ, αντίστοιχα των καθοδηγητικών οργάνων της ΚΝΕ, με την κατάλληλη προετοιμασία, παίρνοντας υπόψη την εμπειρία και το ιδεολογικοπολιτικό επίπεδο των νέων συντρόφων. Π.χ. στη συζήτηση της απόφασης για τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο βοήθησε ότι οι παρεμβάσεις ήταν έτσι προετοιμασμένες ώστε να επαναφέρουν πλευρές του Προγράμματος του Κόμματος (δηλαδή, πώς καθορίζεται ο χαρακτήρας του πολέμου, τι είναι ο ιμπεριαλισμός, πώς διαμορφώνεται η επαναστατική κατάσταση και ποιος ο ρόλος του υποκειμενικού παράγοντα, για να γίνει αντιληπτό γιατί σήμερα διαμορφώνουμε αυτά τα καθήκοντα).
Να γίνονται συνεργασίες με τα κομματικά μέλη χρεωμένα στην ΚΝΕ όπου θα γίνεται ανταλλαγή απόψεων για τις δυσκολίες, για τη δράση στον χώρο ευθύνης, να γίνονται και από κοινού συνεργασίες με τα μέλη των ΟΒ αν κρίνουμε ότι βοηθάει.
Να συντονίζεται, ειδικά στις εδαφικές, η δράση των οργανώσεων βοηθώντας όχι μόνο η ΟΒ την ΚΟΒ αλλά και το αντίστροφο, στους χώρους που ξεχωρίζουμε για την οικοδόμηση στη νεολαία ή σε περιπτώσεις από τον περίγυρό μας. Και αυτό να εντάσσεται στον σχεδιασμό των γραφείων των ΚΟΒ. Τι θα έκανε μια ΚΟΒ αν στην περιοχή της δεν υπήρχε αντίστοιχη οργάνωση βάσης της ΚΝΕ, δεν θα διαμόρφωνε σχέδιο παρέμβασης στη νεολαία της περιοχής για να τη δημιουργήσει; Σε αυτό φυσικά χρειάζεται να συμβάλλουν καλύτερα και τα στελέχη χρεωμένα στην ΚΝΕ παρακολουθώντας σταθερά τα όργανα του Κόμματος και συμβάλλοντας ουσιαστικά στη συζήτηση. Η κοινή δράση στις εκλογικές μάχες, στη διακίνηση των θέσεων είναι τέτοια παραδείγματα, που τα μέλη των ΟΒ έπαιρναν θάρρος από το κλίμα ενθουσιασμού που διαμορφωνόταν στην ΚΟΒ, πείρα και αυτοπεποίθηση από τον τρόπο συζήτησης με τον περίγυρο.
Είναι ανάγκη μαζί με την «επιθεώρηση» των κομματικών δυνάμεών μας στο 22ο Συνέδριο - με στόχο την αποφασιστική και ολόπλευρη ισχυροποίηση του Κόμματος - να εξετάσουμε (με βάση το 19ο) τη στρατηγική μας ετοιμότητα, για μια σειρά θεωρητικά-ιδεολογικά ζητήματα για τον ιμπεριαλισμό και την επανάσταση σήμερα.
1. Ο καπιταλισμός και την περίοδο αυτή αποδεικνύει καθημερινά αφενός τις ασυμφιλίωτες και διαρκώς οξυμένες του αντιθέσεις, την στροφή «στην αντίδραση σε όλη τη γραμμή» και αφετέρου τον ιστορικά ξεπερασμένο χαρακτήρα του. Αποδεικνύει όμως - προς το παρόν - και την «ανθεκτικότητά» του και την ικανότητά του να ενσωματώνει με διάφορους τρόπους τους λαούς αλλά και τις επαναστατικές τους πρωτοπορίες, παρά τα λαϊκά ξεσπάσματα σε διάφορες χώρες. Να μελετήσουμε βαθύτερα τις εξελίξεις στον ιμπεριαλισμό και την επίδραση στον υποκειμενικό παράγοντα της επανάστασης με στόχο ουσιαστικές απαντήσεις σε ζητήματα όπως:
- Οι ρίζες της (πολυπόθητης) επαναστατικής κατάστασης, σε τελευταία ανάλυση, βρίσκονται αντικειμενικά στις αντιθέσεις του τρόπου παραγωγής. Η αντανάκλαση αυτών των αντιθέσεων στην κοινωνική συνείδηση και στην ανάπτυξη ταξικής συνείδησης δεν είναι αυτόματη, ευθύγραμμη. Οι εξελίξεις επιδρούν αντιφατικά (δημιουργώντας νέες δυσκολίες, νέες δυνατότητες), κάτι που απαιτεί περισσότερη μελέτη (π.χ. επίδραση σ' αυτή των νέων εργασιακών σχέσεων, της ΤΝ, του πολέμου κ.ά.) τόσο για την αξιοποίηση των «ρωγμών» και του κύματος αμφισβήτησης-αγανάκτησης που δημιουργούν όσο και της απόκρουσης των πρόσθετων δυσκολιών - εμποδίων.
- 35 χρόνια από τις ανατροπές των σοσιαλιστικών χωρών, με τις δεκάδες πολεμικές συγκρούσεις, τη μεγάλη κρίση του 2008, ή την πανδημία, δεν είχαμε (γιατί;) εμφάνιση αντικειμενικών παραγόντων «επαναστατικής κατάστασης» σε κάποια χώρα. Ουσιαστικά η τελευταία επανάσταση (που πήρε σοσιαλιστικό χαρακτήρα και κρατήθηκε) τα τελευταία χρόνια ήταν μόνο στην Κούβα. Ας σκεφτούμε βαθύτερα το γιατί και ας διδαχτούμε και από αυτή!
- Οι προοπτικές ενός ιμπεριαλιστικού πολέμου μεγάλης κλίμακας ήδη έχουν πολύπλευρες - τραγικές συνέπειες στους λαούς (θάνατοι, προσφυγιά, φτώχεια κ.ά.). Βαραίνουν όμως αποφασιστικά και στη διαμόρφωση της κοινωνικής συνείδησης. Στις χώρες που εξελίσσεται, δεν φαίνονται σήμερα προοπτικές διαμόρφωσης «επαναστατικής κατάστασης», αλλά μεγαλύτερης υποταγής των λαών, διάλυσης, ενσωμάτωσης ή απαγόρευσης των ΚΚ κ.ά. Δεν είναι απαραίτητο να είναι αυτός ο «μεγάλος σκηνοθέτης της επανάστασης», αλλά μπορεί να πάμε προς παραπέρα υποχώρηση. Να γιατί θα πρέπει να δυναμώσει άμεσα - αποφασιστικά το αντιιμπεριαλιστικό κίνημα ειρήνης στη χώρα με όλα τα χαρακτηριστικά που του δίνουμε και ως ο κρίκος για την προώθηση της στρατηγικής μας!
- Τη δεκαετία του '90 μετά τις ανατροπές έμειναν όρθια για χρόνια, πολλά και ισχυρά ΚΚ που σήμερα διαλύθηκαν ή εκφυλίστηκαν. Ηταν νομοτελειακή αυτή η εξέλιξη μόνο λόγω ιδεολογικής τους παρέκκλισης; Το παραπέρα αδυνάτισμα - διάλυση του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος δημιουργεί πρόσθετα εμπόδια στον δικό μας επαναστατικό δρόμο για τα επόμενα χρόνια, δεδομένου ότι δεν εμφανίζονται σημάδια ανάκαμψής του, ιδιαίτερα στις μεγάλες καπιταλιστικές χώρες.
- Η ανάγκη του παραδείγματος στα όσα υποστηρίζουμε είναι αποφασιστικός παράγοντας. Η πορεία καπιταλιστικοποίησης της Κίνας είναι σοβαρά αρνητικός παράγοντας. Οι εξελίξεις στην Κούβα δημιουργούν πλήθος θεωρητικά ζητήματα. Ηταν η μόνη χώρα που άντεξε στην καπιταλιστική παλινόρθωση. Ας σκεφτούμε βαθύτερα το γιατί καθώς και γιατί σήμερα προχωρά «σε υποχωρήσεις». Είναι απλά αντικειμενικές δυσκολίες και άρα αναγκαία τα βήματα προς τα πίσω ή ιδεολογική υποχώρηση; Και τελικά κατά πόσο μία χώρα με τέτοιο καπιταλιστικό περίγυρο,(δολοφονικός αποκλεισμός κ.λπ.) μπορεί να αντέξει και να χαράξει τον σοσιαλιστικό δρόμο; Φυσικά η σοσιαλιστική επανάσταση δεν είναι απομονωμένο φαινόμενο σε μία χώρα, εκδηλώνεται κατά «κύματα» σε ομάδες χωρών, το ζήτημα είναι να προβλέψεις πού αυτά εμφανίζουν σήμερα μεγαλύτερες πιθανότητες να ξεσπάσουν.
- Στον ταξικό συσχετισμό στη χώρα μας βαραίνουν υπέρ του κεφαλαίου επιπλέον -ας το πάρουμε σοβαρά υπόψη- οι αναβαθμισμένες σε ρόλο βάσεις, η εμπλοκή της σε ευρύτερους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς, η μετατροπή της σε ενεργειακό κόμβο, η στρατηγική συμφωνία με ΗΠΑ, Ισραήλ κ.α. Με βάση αυτά με ποια στοιχεία (πρόβλεψη) μπορεί να θεωρηθεί η χώρα μας ως - πιθανά - «ο αδύνατος κρίκος» το επόμενο διάστημα;
- Στην τακτική μας, πριν τη διαμόρφωση επαναστατικής κατάστασης (και όχι απλά περιμένοντας την), πρέπει να επιλέγεται ο σωστός κρίκος (ποιον θεωρούμε σήμερα;) για το τράβηγμα ολόκληρης της αλυσίδας (σύνδεση της τακτικής δηλαδή με τον στρατηγικό στόχο), λαμβάνοντας υπόψιν κάθε φορά το εν εξελίξει επίπεδο του συσχετισμού κοινωνικών - πολιτικών δυνάμεων και της ταξικής συνείδησης. Το Κόμμα να είναι έμπρακτα σε ετοιμότητα, για να αξιοποιήσει όλες τις μορφές πάλης ανάλογα με τις συνθήκες ανάπτυξης της ταξικής πάλης. (Πόσο άραγε έχει γίνει αυτό κατανοητό στις γραμμές μας π.χ. για δράση σε μη νόμιμες συνθήκες, σε μη ειρηνικό δρόμο περάσματος και πώς θα είναι αυτός στον 21ο αιώνα;).
Συνοπτικά με βάση τα παραπάνω υπάρχουν δύο κίνδυνοι: Ο ένας είναι η μοιρολατρία, που οδηγεί στην απογοήτευση, αποστράτευση, στον ρεφορμισμό. Ο άλλος ο βερμπαλισμός και ο βολονταρισμός, η «φυγή προς τα μπρος», η μετατροπή της επιθυμίας σε πραγματικότητα, που και αυτός μετά από ένα χρονικό διάστημα οδηγεί στα ίδια αποτελέσματα. Αρα αυτό που χρειάζεται είναι το ατσάλωμα των γραμμών μας, με βάση τον επαναστατικό ρεαλισμό, δηλαδή τη «συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης», (που περιέχει και την αισιοδοξία που παρέχει η γνώση) και την ξεκάθαρη θέση ότι ο δρόμος μας είναι «μακρύς και δύσκολος», με πολλά «επεισόδια», τόσο για να πάρουμε την εξουσία, όσο και να την κρατήσουμε (κυρίως) αλλά και στη συνέχεια να οικοδομήσουμε αυτό που προστάζει η ιστορική εξέλιξη!
2. Μεγάλο βάρος από την πλευρά της αστικής τάξης δίνεται στα ζητήματα της ιστορίας με πολλούς τρόπους (πλήθος βιβλίων ακόμη και από εφημερίδες, εκπομπές, ταινίες, θέατρο, λογοτεχνία, συνέδρια, ογκώδης παρέμβαση στο διαδίκτυο και ΜΚΔ κ.ά.). Κοντά στο «αναθεωρητικό ρεύμα της ιστορίας» (αιχμή στα ΑΕΙ) το τελευταίο διάστημα έχουμε στροφή στην ωμή αντικομμουνιστική παρέμβαση που μας ξαναγυρνά σε παλιότερες εποχές. Και εδώ μπαίνει το μεγάλο καθήκον να απαντάμε άμεσα και ολοκληρωμένα στον ορυμαγδό της προπαγάνδας αξιοποιώντας όλες τις διαθέσιμες δυνάμεις.
Να μας απασχολήσει αποφασιστικά το ζήτημα εάν (και γιατί) οι νέες επεξεργασίες μας δεν έχουν φτάσει στο μεγάλο κομμάτι των κομματικών μελών, εάν έχουν αφομοιωθεί και κυρίως αν δουλεύονται πλατιά στον λαό. Κάθε καθυστέρηση είναι επικίνδυνη!
Η επεξεργασία του Δοκιμίου της Ιστορίας 1974-1991 να είναι αποτέλεσμα μεγαλύτερης συλλογικής προσπάθειας, με οργάνωση π.χ. σχετικών ημερίδων και ευρύτερου διαλόγου στις γραμμές μας και στην κοινωνία. Ταυτόχρονα να μελετηθεί η συγγραφή δοκιμίου για την Ιστορία της ΚΝΕ.