Τετάρτη 14 Οχτώβρη 2015
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σελίδα 9
ΝΕΟΛΑΙΑ (ΤΕΤΡΑΣΕΛΙΔΟ)
Για να μην κατακλύσει η ζούγκλα τους ανθρώπινους συνοικισμούς

Εκδήλωση για τη ζωή και το έργο του λογοτέχνη Θέμου Κορνάρου, με ομιλήτρια την Ελένη Μηλιαρονικολάκη, μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ

Φόρο τιμής στον λογοτέχνη Θέμο Κορνάρο αποτέλεσε η εκδήλωση που έγινε στο Φεστιβάλ, στο Στέκι Πολιτισμού, την Παρασκευή το βράδυ, με τίτλο: «Για να μην κατακλύσει η ζούγκλα τους ανθρώπινους συνοικισμούς». Το συγκεκριμένο αφιέρωμα εντάσσεται στην προετοιμασία για το 5o επιστημονικό συνέδριο της ΚΕ του ΚΚΕ, το οποίο θα πραγματοποιηθεί στα 100 χρόνια του Κόμματος, το 2018, με θέμα τη συμβολή του ΚΚΕ στη λογοτεχνία.

Οι ηθοποιοί Λίλα Καφαντάρη και Γιώργος Τσαγκαράκης απέδωσαν χαρακτηριστικά αποσπάσματα από τα έργα του «Σπιναλόγκα», «Στρατόπεδο Χαϊδαρίου», «Στάχτες και Φοίνικες», εισάγοντας τον κόσμο στο έργο του.

Η εκδήλωση ξεκίνησε μέσα από μία συγκριτική προσέγγιση της ζωής του λεπροκομείου της Σπιναλόγκας μέσα από το ομώνυμο έργο του Κορνάρου και το μπεστ σέλερ της Βικτόρια Χίσλοπ, που όπως επισήμανε ο Ντίνος Τζαβάρας, φοιτητής Φιλολογίας και μέλος της Πολιτιστικής Επιτροπής του ΚΣ της ΚΝΕ, «είναι δύο ριζικά διαφορετικές προσεγγίσεις πάνω στο ίδιο φαινόμενο, τον εγκλεισμό των λεπρών στη Σπιναλόγκα. Είναι τόσο διαφορετικές γιατί ουσιαστικά αντικατοπτρίζουν δύο προσεγγίσεις στη λογοτεχνία, την αστική από τη μία και την προλεταριακή από την άλλη».

Στη συνέχεια το λόγο πήρε η Ελένη Μηλιαρονικολάκη, μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ και υπεύθυνη του Τμήματος Πολιτισμού. Παρουσιάζονται αποσπάσματα της ομιλίας της.

Δεν ανήκει στο μουσείο της λογοτεχνίας

«Εικοσιένα ολόκληρα χρόνια πέρασε στις φυλακές και τις εξορίες, τα περισσότερα απ' όλους τους ομότεχνούς του με κάποια μικρά διαστήματα ανάπαυλας. Ολα αυτά τα χρόνια τού παρουσίαζαν κάθε πρωί το μικρό χαρτί με τη δήλωση μετάνοιας. Η απάντησή του ήταν πάντα: Δεν υπογράφω. Αν και πέρασε έγκλειστος τα περισσότερα χρόνια της νιότης και της ωριμότητάς του, αν και αφιέρωσε στον αγώνα για την κοινωνική απελευθέρωση την προσωπική ζωή και την υγεία του κι έκανε τη μεγαλύτερη θυσία κάθε δημιουργού, αυτή του έργου του, έμεινε όρθιος ως το τέλος».

Η ομιλήτρια επεσήμανε: «Ο Κορνάρος δεν ανήκει στο μουσείο της λογοτεχνίας. Το φλογερό, πρωτοπόρο, πλούσιο σε διδάγματα και βαθιάς γνώσης της ανθρώπινης ψυχής έργο του είναι οδηγός μάχης για τα δύσκολα της ταξικής πάλης, ένα απόλυτα απαραίτητο πολεμοφόδιο για τις αποσκευές των κομμουνιστών και γενικότερα κοινωνικών αγωνιστών, ειδικά για τις νεότερες γενιές που δυστυχώς δεν τον γνωρίζουν ούτε καν ως όνομα».

Στη συνέχεια, αναφέρθηκε αναλυτικά στη ζωή του και σε όλα του τα έργα, ξεκινώντας από το ανατρεπτικό του βιβλίο «Αγιο Ορος, οι άγιοι χωρίς μάσκα», που έγραψε το 1933 και στις αντιδράσεις που αυτό προκάλεσε. Και συνέχισε: «Ετσι και το έργο του "Σπιναλόγκα", που έγραψε την ίδια χρονιά, έχοντας κάποια στιγμή επισκεφτεί και συμβιώσει αρκετό διάστημα με τους άπορους - όπως τονίζει - λεπρούς σαν συντάκτης τοπικής εφημερίδας, το πετάει κατάμουτρα στον τάχα πολιτισμένο αστικό κόσμο, που καταδικάζει την εργατική τάξη, όταν πια της "έχουν πιπιλίσει όλη τη δύναμη και την έχουν κάνει πανικά, τσιμέντα και λογής λογής εμπορεύματα", όταν δηλαδή δεν μπορεί να παράγει άλλο υπεραξία, να πεθάνει από την πείνα, τη δίψα και την ψείρα πριν η λέπρα προφτάσει να διαλύσει το κορμί της. ΕΡΓΑΤΕΣ! φωνάζει: Αυτό που θα δείτε είναι το κατάντημα που περιμένει όλους μας, ύστερα απ' το ξάφρισμα της δύναμής μας, αν δεν προλάβουμε να σηκώσουμε σιδερένια κι ανελέητη γροθιά...».

Τα βιβλία του προετοιμάζουν τους αυριανούς μαχητές της ταξικής πάλης

Και συνέχισε παρακάτω: «Η τόσο ενοχλητική στην κυρίαρχη τάξη συγγραφική και δημοσιογραφική δραστηριότητά του από τις στήλες μάλιστα του "Ριζοσπάστη", αλλά και το γεγονός ότι την περίοδο εκείνη γίνεται μέλος του ΚΚΕ ήταν το ασφαλές διαβατήριο, για να εξοριστεί ανάμεσα στους πρώτους - το Σεπτέμβρη του 1936 - από τη δικτατορία του Μεταξά». Πρώτα στη Φολέγανδρο, στη συνέχεια στην Ακροναυπλία, όπου συμμετέχει στην οργάνωση της καθημερινής ζωής των κρατουμένων και ειδικά στην επιμορφωτική δουλειά κάνοντας διαλέξεις για ανώτερη έκθεση.

Η ομιλήτρια στάθηκε στο βιβλίο του «Στρατόπεδο του Χαϊδαρίου», σημειώνοντας: «Το βιβλίο αυτό, που το πρώτο του σχεδίασμα είχε ξεκινήσει μέσα στο στρατόπεδο πάνω σε λινατσόπανα, δεν είναι απλά μια συγκλονιστική μαρτυρία, ένα ιστορικό ντοκουμέντο. Οποιος το διαβάσει μόνο σαν τέτοιο, έχει χάσει την ουσία του. Το βιβλίο είναι ένα μάθημα προετοιμασίας των αυριανών μαχητών της ταξικής πάλης. Οχι με τόνο διδακτικό, ούτε με εξιδανίκευση κάποιων ηρώων - προτύπων. Οι μελλοθάνατοι, οι δυνατοί αυτοί αγωνιστές του λαού που πιάστηκαν ολόρθοι πολεμώντας, δεν στέκονται σαν αγάλματα σε βάθρο, αλλά παρουσιάζονται με όλες τις ανθρώπινες αδυναμίες, που θεριεύουν σε καταστάσεις απομόνωσης και βασανισμού: τις αντιπαραθέσεις, τους καυγάδες, ακόμη και τους αναμεταξύ τους ξυλοδαρμούς, αλλά και τις χοντροκομμένες προλήψεις που καλλιεργεί η διαρκής αναμονή της ζαριάς του θανάτου, κάνοντάς τους να τρέχουν κάθε πρωί στους εξηγητές ονείρων και κάθε βράδυ να συνωστίζονται γύρω από μια εφημερίδα που μπήκε παράνομα, για να μάθουν αν υπήρξε νέο χτύπημα κατά των Γερμανών, επομένως και εκτελέσεις. Αυτοί όμως είναι οι ίδιοι που με αποφασιστικότητα δίνουν τη συγκατάθεσή τους στη συνέχιση των αντάρτικων επιθέσεων κατά των καταχτητών κάθε φορά που ρωτιόντουσαν από την κομματική καθοδήγηση, παρότι αυτό σήμαινε το δικό τους θάνατο. Ξέρανε πως δεν έπρεπε να γονατίσουν μπροστά στα μάτια του ελληνικού λαού που μάχονταν με ολοένα και μεγαλύτερη αυταπάρνηση και δυναμισμό.

Ο Κορνάρος, με άλλα λόγια, μας δείχνει πως ο άνθρωπος είναι δημιούργημα των κοινωνικών σχέσεων και συνθηκών. Αυτές καθορίζουν τη σκέψη και τη συμπεριφορά του. Μας δείχνει όμως και πώς μπορούμε συνειδητά να παρέμβουμε ακόμη και στις πιο ζοφερές καταστάσεις, βοηθώντας τον να νικήσει τις ταπεινές παρορμήσεις του, να νικήσει την απελπισία, το φόβο, τον πόνο, την παραίτηση, ακόμη και το θάνατο».

Παρακάτω αναφέρθηκε στο βιβλίο του «Στάχτες και Φοίνικες» που, ολοκλήρωσε το 1957, ξεκίνησε όμως να το γράφει στη Μακρόνησο κεντώντας το με καρφίτσα στα περιθώρια περιοδικών της οκάς.

«Το θέμα αυτού του βιβλίου - κάτι ανάμεσα σε χρονικό και μυθοπλασία - είναι βέβαια η Μακρόνησος και είναι αλήθεια ότι οι εικόνες του για τη θηριωδία, το μαρτύριο, την ταπείνωση, αλλά και το ανθρώπινο μεγαλείο είναι από τις πιο δυνατές της λογοτεχνίας μας. (Θα λέγαμε μάλιστα πως πιο ρεαλιστικά και ανάγλυφα από άλλα αντίστοιχα έργα αναδείχνει και το σκοπό αυτού του πειράματος, που δεν ήταν απλά η απόσπαση της δήλωσης μετάνοιας και η εξουδετέρωση των αντιπάλων, αλλά ο ολοσχερής εξευτελισμός των υψηλότερων ανθρώπινων ιδανικών με την τέλεια αποκτήνωση των αγωνιστών, με την μετατροπή τους σε βασανιστές).

Το πραγματικό περιεχόμενο όμως του βιβλίου είναι η αντανάκλαση της ταξικής πάλης στη συνείδηση των ανθρώπων, ειδικά στην περίπτωση που ο συσχετισμός δύναμης έχει γείρει συντριπτικά υπέρ της αστικής τάξης και το αίσθημα της ήττας, της απογοήτευσης, της παραίτησης και ακόμη χειρότερα της εχθρότητας απέναντι σ' αυτούς που λίγα χρόνια πριν είχαν θεοποιηθεί, τους κομμουνιστές, έχει κυριεύσει πλατιά λαϊκά στρώματα, κάνοντάς τα να ψάχνουν στα τυφλά την αιτία και τους υπαίτιους των δεινών τους . "Η Αθήνα έχασε τα συλλοϊκά της και άρχισε να τρώει τα ίδια τα παιδιά της!" γράφει, ενώ σε άλλο σημείο υπογραμμίζει πως "το πιο απαίσιο βασανιστήριο δεν ήτανε τα καφτά λάδια και τα πυρωμένα σίδερα. Ητανε το να λάβεις γράμμα από τους δικούς σου! Παρακαλούσες να σε ξεχάσει η Μάνα, κ' η αδερφή, κ' η γυναίκα" γιατί πίεζαν με ακόμη πιο οδυνηρούς και αποτελεσματικούς τρόπους τους αγωνιστές να συνθηκολογήσουν».

Ξέφτισε, τρίφτηκε η λέξη Ειρήνη, ντρέπομαι πια να τη χρησιμοποιώ

Σε ορισμένα σημεία των έργων του της ωριμότερης περιόδου - από το 1945 και μετά - εκφράζεται μια έμφαση στον εθνικο-ανεξαρτησιακό χαρακτήρα της πάλης σε βάρος του ταξικού, όπως άλλωστε και γενικότερα στην κομματική λογοτεχνία εκείνων των χρόνων, ως αποτέλεσμα της στρατηγικής του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Ομως το ταξικό κριτήριο δεν εγκαταλείπει ποτέ αυτόν τον εργάτη - συγγραφέα, ούτε μετά το 20όΣυνέδριο, που κήρυξε το ειρηνικό πέρασμα στο σοσιαλισμό και την άμβλυνση της ταξικής πάλης. Ενα μεγάλο μέρος του τελευταίου βιβλίου του «Το ξεκίνημα μιας γενιάς» του 1962 είναι αφιερωμένο στο ξεκαθάρισμα ενός θέματος που και σήμερα ταλανίζει το εργατικό κίνημα: Στο ότι δεν υπάρχουν καλοί και κακοί εργοδότες. Το σημαντικό είναι ότι αυτό γίνεται σε μια περίοδο δεξιάς οπορτουνιστικής στροφής του κόμματός μας, που με απόφαση του 8ου συνεδρίου του το 1961 διαχώριζε λαθεμένα την αστική τάξη της χώρας σε εθνική και ξενόδουλη.

Ο Κορνάρος δεν ξεπέφτει ούτε στον αόριστο, αταξικό ανθρωπισμό, που ήταν του συρμού εκείνη την περίοδο. Το ανθρώπινο μεγαλείο που εξυμνεί σ' όλο το έργο του, όπως και στο συναρπαστικό χρονικό του για τη γενική απεργία το Μάη του '36 στη Θεσσαλονίκη, είναι του εργάτη, του μεροκαματιάρη, των κολασμένων της Γης στον τιτάνιο κι ασυμφιλίωτο αγώνα τους με τους εκμεταλλευτές τους, για να καταργήσουν τη βαρβαρότητα της ταξικής αδικίας και να ημερέψει ο κόσμος. Είναι χαρακτηριστική η απάντησή του από τους τόπους εξορίας το 1949 στο Νικηφόρο Βρεττάκο, που του ζήτησε να γράψει δυο λόγια για την Ειρήνη, με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου του «Δύο άνθρωποι μιλούν για την ειρήνη του κόσμου»: "Για όλο τον κόσμο μπορεί να ξημερώσει σύντομα μια ήσυχη μέρα. Για μας θ' αρχίσει τότε μια σκληρή δουλειά που θα κρατήσει ώσπου να λευτερώσουμε τον ανθρώπινο νου από της άγνοιας τα κόκκαλα...Σ' αυτή τη σύγκρουση δε χρειαζόμαστε τόση την αγάπη και την ημεράδα, όσο τη δύναμη του άγιου Μίσους"... "Ξέφτισε, τρίφτηκε η λέξη Ειρήνη, ντρέπομαι πια να τη χρησιμοποιώ". Και καθόλου δεν είχε άδικο. Μερικά χρόνια αργότερα, όταν επισκέφτηκε το Βερολίνο, όπως γράφει σε αδημοσίευτα χειρόγραφά του με εντυπώσεις από τη Δυτική Γερμανία, συνάντησε έναν από τους πιο αδίστακτους δολοφόνους, αρχιβασανιστές στο στρατόπεδο του Χαϊδαριού, τον Κόβατς, να κυκλοφορεί ελεύθερος στους δρόμους της γερμανικής πρωτεύουσας.

Δεν μας παραξενεύει έτσι που η οπορτουνιστική λογοτεχνική κριτική επέδειξε ιδιαίτερη αυστηρότητα και μεροληψία απέναντι στο έργο του Κορνάρου, υπερτονίζοντας ανύπαρκτες και υπαρκτές αδυναμίες - απόλυτα δικαιολογημένες στις συνθήκες διαμόρφωσης και εργασίας ενός συγγραφέα που "γραφείο του υπήρξε πάντα η πυρωμένη κάννη ενός κανονιού", όπως ο ίδιος σημειώνει - και αποσιωπώντας τα βαθύτερα, δυνατότερα και χρησιμότερα στην ταξική πάλη νοήματα του έργου του. Η κουλτουριάρικη οπορτουνιστική διανόηση ποτέ δεν κατάφερε να μπει στη γεμάτη αστραπές, ποίηση και ευαισθησία ψυχή αυτού του κομμουνιστή επαναστάτη δημιουργού».


Κορυφή σελίδας

Τετρασέλιδα του «Ρ»
Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org