Οπως είπε «υπάρχουν προβλήματα με τις επενδύσεις συμπεριλαμβανομένου αυτού της γραφειοκρατίας» γι' αυτό θα υπάρξει νομοσχέδιο που θα προβλέπει ρυθμίσεις έτσι ώστε σε «ζητήματα που δεν άπτονται του περιβάλλοντος ή της αρχαιολογίας να δίνουμε το δικαίωμα στον επενδυτή να προχωρήσει με δικό του ρίσκο». Παράλληλα σημείωσε ότι η κυβέρνηση προσανατολίζεται στη «δημιουργία κεντρικής αδειοδοτικής αρχής» προσθέτοντας πως «τα κονδύλια θα αξιοποιηθούν, θέλουμε όμως να διαμορφωθεί ένα καλύτερο κλίμα». Παράλληλα για τα τεχνικά έργα ανέφερε ότι υπάρχει πρόβλημα ρευστότητας αφού «οι τεχνικές εταιρείες δεν έχουν εγγυητικές επιστολές» οπότε «αναγκαζόμαστε να αναβάλλουμε τους διαγωνισμούς και έχουμε μικρότερες απορροφήσεις».
Το ΕΣΠΑ «έχει όρους και προϋποθέσεις για την τροφοδοσία του μεγάλου κεφαλαίου που προωθούν τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις» επισήμανε σε σύντομη παρέμβασή της η Δ. Μανωλάκου, τονίζοντας ότι αυτό φαίνεται και από τις ανατροπές που επιχειρούνται στις εργασιακές σχέσεις και τη μείωση των μισθών. Θύμισε ότι με βάση τα στοιχεία της ίδιας της ΕΕ «ένα μεγάλο ποσοστό επιστρέφει στα ευρωπαϊκά μονοπώλια, περίπου στο 40%». Συνολικά επισήμανε ότι με το πρόγραμμα ουσιαστικά «ενισχύονται οι μεγάλοι». Ενδεικτικά ανέφερε ως παράδειγμα ότι στο πλαίσιο του ΕΣΠΑ «η απογραφή των δασών εντάχθηκε σε επιχειρησιακό πρόγραμμα, θα το αναλάβουν ιδιωτικές επιχειρήσεις και όχι οι αρμόδιες δημόσιες υπηρεσίες» τονίζοντας «η καταγραφή του δασικού πλούτου ενέχει κινδύνους για αποχαρακτηρισμό και απώλεια δασικών εκτάσεων». Εθεσε μάλιστα το ερώτημα του «γιατί να ενισχυθούν ιδιώτες και να μην ενισχυθεί η αρμόδια υπηρεσία που έχει την πείρα και τη γνώση, απλά χρειάζεται πρόσθετο προσωπικό» ιδιαίτερα μάλιστα από τη στιγμή που η λύση αυτή θα είχε μικρότερο κόστος.