Κυριακή 3 Ιούνη 2007
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σελίδα 4
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ"
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
ΠΟΙΟΙ ΚΑΙ ΠΩΣ ΑΓΟΡΑΖΟΥΝ ΒΙΒΛΙΑ
Τα βιβλιοπωλεία, οι πελάτες τους και η αστική στατιστική

Ερευνα του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου

Γρηγοριάδης Κώστας

Το Νοέμβρη του 2005 το περιοδικό «Highlights» («Χαϊλάιτς») παρουσίασε έρευνα για την «πολιτιστική συμπεριφορά των Ελλήνων» που ανέθεσε στην εταιρεία «Μέτρον Ανάλυσις» με χρηματοδότηση από το Ιδρυμα Σ. Νιάρχου. Πρόσφατα, το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου επέλεξε επίσης («μετά από διαγωνισμό» όπως ευλόγως διευκρινίζει) την παραπάνω εταιρεία στατιστικών ερευνών με θέμα αυτή τη φορά «την καταναλωτική συμπεριφορά του κοινού των βιβλιοπωλείων». Η έρευνα παρουσιάστηκε στις 19/5 στην 4η Διεθνή Εκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης.

Δύο έρευνες «πολιτιστικής - καταναλωτικής συμπεριφοράς» μέσα σε λιγότερο από δύο χρόνια, μία γενική και μία εξειδικευμένη, μία από ιδιωτικό φορέα και μία από φορέα εποπτευόμενο από το κράτος, δείχνει μία τάση «χαρτογράφησης» του πολιτιστικού «τοπίου» με όργανο την αστική στατιστική. Αντικειμενικά, η τάση αυτή αναπτύσσεται εντός του πλαισίου που έχουν διαμορφώσει οι βασικές παράμετροι της πολιτικής της ΕΕ για τον πολιτισμό τα τελευταία χρόνια, με αιχμή πάντα τη σύνδεσή του με τη «στρατηγική της Λισαβόνας» για αύξηση της ανταγωνιστικότητας του ευρωπαϊκού κεφαλαίου, με τις γνωστές βασικές αρνητικές συνέπειες στον πολιτισμό: την «ομογενοποίηση» και εμπορευματοποίησή του.

Βέβαια, δεν μπορεί να υπάρξει σαφής απόδειξη σύνδεσης αυτής της στατιστικής «τάσης» με τη γενικότερη πολιτιστική πολιτική της ΕΕ, ωστόσο, δε θα ήταν εκτός πραγματικότητας η σκέψη ότι η «πρεμούρα» των ελληνικών κυβερνήσεων των τελευταίων χρόνων να εφαρμόσουν τις πολιτιστικές «επιταγές» της ΕΕ ευνοεί/ αντανακλά την κινητικότητα που παρατηρείται στο εγχώριο πολιτιστικό πεδίο εκ μέρους του κεφαλαίου. Και οι εν λόγω έρευνες είναι μία πλευρά αυτής της κινητικότητας.

Οι «συγχύσεις»

Παρουσιάζοντας την πρώτη έρευνα το 2005 ο «Ρ» εκτιμούσε ότι η «ουδέτερη» αντιμετώπιση των φορέων των σχετικών ερευνών «δεν μπορεί να κρύψει το αντικειμενικό στοιχείο οποιασδήποτε έρευνας: ότι οι απαντήσεις είναι ανάλογες των ερωτήσεων». Πρόσθετε, ότι αυτό το στοιχείο εντοπιζόταν σε εκείνη την έρευνα σε «γενικές» ερωτήσεις, όπως ποια λέξη εκφράζει τη στάση της πολιτείας για τον πολιτισμό. «Και μόνο το γεγονός ότι η έρευνα αντιμετωπίζει τον πολιτισμό απογυμνωμένο από τα ταξικά χαρακτηριστικά του, την καθιστά ως ακόμη ένα τεκμήριο της αστικής στατιστικής» σημείωνε ο «Ρ», ωστόσο κατέληγε ότι «όπου οι ερωτήσεις είναι περισσότερο ξεκάθαρες, τα αποτελέσματα είναι ενδεικτικά για το γνωστό, επικίνδυνα χαμηλό πολιτισμικό επίπεδο της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού».

Αυτή η διαπίστωση είναι ισχυρή και για την πρόσφατη έρευνα. Μάλιστα, ενισχύεται ακόμη περισσότερο επειδή αυτή τη φορά επιχειρείται και μία κοινωνικο-οικονομική προσέγγιση, η οποία όμως εμπεριέχει «συγχύσεις» που καθρεφτίζουν το πεπερασμένο της αστικής στατιστικής. Ετσι στις «επαγγελματικές κατηγορίες» των ερωτηθέντων διαχωρίζονται οι μισθωτοί από τους εργάτες («ειδικευμένοι ή ανειδίκευτοι» όπως λέει η έρευνα) εννοώντας ως εργάτες μόνο τους χειρώνακτες. Η σύγχυση εδώ είναι τεράστια. Η μισθωτή εργασία καθορίζεται από τη θέση της στην παραγωγή. Δεν είναι «επαγγελματική κατηγορία», αλλά εμπεριέχει επαγγελματικές κατηγορίες στις οποίες οπωσδήποτε εντάσσονται και οι χειρώνακτες.

Αυτόν τον... «προχωρημένο» διαχωρισμό τον κάνει η «European Society of Opinion and Marketing Research» (ευρωπαϊκός φορέας ερευνών μάρκετινγκ) τον οποία επικαλείται η έρευνα και που υπολογίζει την κοινωνικοοικονομική θέση «με βάση το εκπαιδευτικό επίπεδο και το επάγγελμα του κύριου εισοδηματία του νοικοκυριού» και όχι με την ταξική του θέση στην κοινωνία.

Η ίδια «σύγχυση» ισχύει και για τις «νοικοκυρές» οι οποίες εννοούνται ως «επαγγελματική κατηγορία». Να σημειωθεί - αν και δεν είναι του παρόντος να αναλυθεί - πως το σύστημα επιχειρεί εντέχνως να κατηγοριοποιήσει «επαγγελματικά» το τμήμα του πληθυσμού που είναι εκτός παραγωγής, με τις «νοικοκυρές» να είναι το σημείο αιχμής αυτής της προσπάθειας. Αν όμως ισχύει η παραπάνω δική τους κατηγοριοποίηση, τότε η αντίφαση είναι προφανής, αφού οι «νοικοκυρές» δεν αποτελούν τον «κύριο εισοδηματία του νοικοκυριού». Το μοντέλο που καλλιεργείται εντέχνως από τα κυρίαρχα ΜΜΕ, της «συνειδητής νοικοκυράς» που «άφησε την καριέρα της για να μεγαλώσει τα παιδιά της», είναι το αντιδραστικό ιδεολογικό υπόβαθρο αυτής της κατηγοριοποίησης. Διότι προσπαθεί να «αμβλύνει» την ακόμη δυσμενέστερη θέση της γυναίκας των λαϊκών στρωμάτων στον καπιταλισμό και τον αποκλεισμό της από την παραγωγή με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε κοινωνικό - οικονομικό επίπεδο.

Ταξική «πόρτα»

Οπως είπαμε όμως, εκεί που τα πράγματα είναι περισσότερο ξεκάθαρα, μπορούν να εξαχθούν κάποια συμπεράσματα. Η έρευνα έγινε το Μάρτη του 2007, με 1.000 επισκέπτες σε 78 επιλεγμένα, από το ΕΚΕΒΙ, βιβλιοπωλεία σε 16 νομούς της χώρας, συμπεριλαμβανομένης της Αττικής και της Θεσσαλονίκης, με χρήση έντυπου ερωτηματολογίου.

Η μέση ηλικία των ερωτηθέντων είναι 39 ετών. Το 95% είναι απόφοιτοι λυκείου. Το 58% είναι απόφοιτοι ανώτερης ή ανώτατης σχολής και το 10% έχουν κάνει μεταπτυχιακά. Το 56% είναι γυναίκες. Οι γυναίκες κυριαρχούν ακόμη περισσότερο στην επαρχία (62%) και στα ανεξάρτητα (εκτός εμπορικών «αλυσίδων») και μη αμιγή (που πωλούν και άλλα είδη εκτός βιβλίων) βιβλιοπωλεία (60%).

Στις «επαγγελματικές κατηγορίες» (σ.σ. πάντα με τα κριτήρια της έρευνας) κυριαρχούν οι μισθωτοί (45%), ακολουθούν οι ελεύθεροι επαγγελματίες (21%) και οι φοιτητές - σπουδαστές (16%). Πολύ πιο κάτω είναι οι... νοικοκυρές (7%), οι συνταξιούχοι (6%) και οι άνεργοι (3%). Απουσιάζουν παντελώς οι εργοδότες, οι αγρότες και οι χειρώνακτες εργάτες με βάση τη συμβατική ταξινόμηση της έρευνας.

Ακόμη και με τα δικά τους κριτήρια βλέπουμε ότι τα τμήματα της εργατικής τάξης που υφίστανται σε ακόμη πιο οξυμένη μορφή τις συνέπειες του συστήματος (γυναίκες στο σπίτι, συνταξιούχοι, άνεργοι) περνούν με φειδώ την πόρτα του βιβλιοπωλείου. Αυτό φυσικά δε σημαίνει πως είναι αναγκαστικά χαμηλού μορφωτικού επιπέδου, άρα ο κυρίαρχος λόγος είναι οικονομικός. Το ίδιο ισχύει για τους αγρότες και τους χειρώνακτες εργάτες, αν και μέρος των αιτιών για την απουσία «δείγματός» τους από την έρευνα είναι πολύ πιθανό να αφορά και το μορφωτικό επίπεδο, το οποίο όμως και πάλι σχετίζεται με την οικονομική βάση.

Η απουσία εργοδοτών δεν εμπίπτει φυσικά σε αυτή την ανάλυση. Ωστόσο και αυτός ο όρος παραμένει συγκεχυμένος. Λογικά δεν εννοείται εδώ το μεγάλο κεφάλαιο, οι εκπρόσωποι του οποίου έχουν και μόρφωση και χρήμα και δραστηριοποιούνται στον πολιτισμό με διάφορες μορφές.

Η διαπίστωση λοιπόν της έρευνας ότι οι ερωτηθέντες είναι «μεσαίας, ως επί το πλείστον, κοινωνικής διαστρωμάτωσης (το 35% ανήκουν στη μεσαία προς κατώτερη και το 31% στη μεσαία προς ανώτερη κοινωνικο-οικονομική βαθμίδα, σύμφωνα με την κατά συνθήκη τυποποίηση της ESOMAR, ενώ και το υπόλοιπο ποσοστό είναι ισόρροπα μοιρασμένο)» αντανακλά «κλασικές» αστικές θεωρητικές ερμηνείες που θεωρούν ως βασικά στοιχεία της κοινωνικής διαστρωμάτωσης... τα παρελκόμενά της. Πιο απλά, μπορεί να θεωρεί έναν δάσκαλο (μισθωτός) ως... μεσαία τάξη λόγω του κοινωνικού «στάτους» που κατέχει σε ένα χωριό ή και λόγω της μόρφωσής του σε σχέση με έναν, επίσης μισθωτό, εργάτη γης.

Κυρίαρχες οι «αλυσίδες» βιβλιοπωλείων

Να διευκρινιστεί παρενθετικά ότι η κριτική στη συγκεκριμένη έρευνα δε σημαίνει ότι η εργατική και η μικροαστική τάξη της χώρας... «γεμίζει» τα βιβλιοπωλεία. Η έρευνα αφορά αυτούς που πάνε στα βιβλιοπωλεία, οι οποίοι όμως είναι τραγικά λίγοι. Στην έρευνα του 2005 διαπιστώθηκε ότι το 82% των ερωτηθέντων δε διαβάζει ποτέ βιβλία. Ερευνα του ΕΚΕΒΙ το 2004 έδειξε ότι μόλις το 25,4% των ερωτηθέντων διάβασε από 1 - 9 βιβλία ανά έτος, ενώ το 43,8% δε διαβάζει ούτε ένα βιβλίο το χρόνο.

Ενδιαφέρον στοιχείο της πρόσφατης έρευνας είναι ότι ο χρόνος που αφιερώθηκε από τους ερωτηθέντες στα βιβλιοπωλεία ήταν λίγος (53,7% λιγότερο από 15', 85% λιγότερο από 30') που μπορεί να ιδωθεί και ως ένα στοιχείο ποιότητας ζωής (ελεύθερος χρόνος και δυνατότητα διαχείρισής του από τους εργαζόμενους). Το 70% είχε αγοράσει «κάτι» και το 46% είχε αγοράσει βιβλία. Στο «κάτι» διευκρινίζεται ότι «ειδικότερα σε 14 συγκεκριμένα μη αμιγή βιβλιοπωλεία, στα οποία η συμμετοχή του βιβλίου στο σύνολο της κίνησής τους ήταν γνωστό εκ των προτέρων ότι είναι μάλλον χαμηλή, οι ερευνητές ρωτούσαν τους πελάτες στην έξοδο εάν στην επίσκεψη τους είχαν ενδιαφερθεί και για βιβλία ανεξάρτητα από το εάν τα είχαν αγοράσει ή όχι. Στα βιβλιοπωλεία αυτά, τέθηκε ο de facto περιορισμός, το 70% των συνεντεύξεων να γίνουν με επισκέπτες που είχαν σαφώς ενδιαφερθεί για βιβλία κατά την επίσκεψή τους. Αυτό σημαίνει πως μπορεί το ποσοστό αυτών που είχαν αγοράσει «κάτι» άλλο εκτός από βιβλία να είναι υψηλότερο.

Οι περισσότεροι ήξεραν από πριν τι ήθελαν να αγοράσουν και το 81% από αυτούς αγόρασαν μόνο τα βιβλία που σκόπευαν να αγοράσουν. Το 63% αγόρασε μόνο ένα βιβλίο. Το 37% δύο ή περισσότερα.

Οι συχνότεροι επισκέπτες 45 - 54 ετών και τη μεγαλύτερη επισκεψιμότητα παρουσιάζουν τα μεγάλα ανεξάρτητα (εκτός αλυσίδων) βιβλιοπωλεία και οι αλυσίδες βιβλιοπωλείων. Γεγονός που δείχνει εμμέσως την αυξανόμενη «προσβασιμότητα» αυτών των βιβλιοπωλείων στο κοινό. Ως προς αυτό θυμίζουμε ότι το τελευταίο διάστημα έχουμε «εισβολή» πολυεθνικών του χώρου στην Ελλάδα και ανάλογη ανάπτυξη μεγάλων εκδοτικών που συνοδεύεται και από παράλληλες εμπορικές δραστηριότητες εντός των βιβλιοπωλείων, όπως καφενεία.

Οι μισοί αγόρασαν από 1 έως 13 βιβλία την τελευταία χρονιά, και οι άλλοι μισοί από 13 βιβλία και πάνω (μέσος όρος βιβλίων, ανά άτομο, τη χρονιά: 22). Η έρευνα ορθώς σημειώνει ότι «όσοι αγοράζουν, αγοράζουν αρκετά περισσότερα βιβλία από τους υπόλοιπους, ανεβάζοντας το μέσο όρο υψηλότερα από την "ενδιάμεση τιμή" του δείγματος».

Προτιμήσεις: Σύγχρονη λογοτεχνία (ελληνική 48,2%, ξένη 44,2%), ιστορία - βιογραφίες (32,4%), κλασική λογοτεχνία (ελληνική 28,1%, ξένη 26,8%), κοινωνικά - πολιτικά (21,6%), ψυχολογία (20,5%), τέχνη (14,5%), αρχαία Ελλάδα (12%). Στις αλυσίδες βιβλιοπωλείων η προτίμηση για την ξένη λογοτεχνία είναι υψηλότερη, αντιθέτως με τα βιβλιοπωλεία της επαρχίας που είναι υψηλότερη για τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία.

Μεταξύ άλλων, η έρευνα διαπιστώνει ότι υπάρχει πολύ χαμηλή διείσδυση «των εναλλακτικών σημείων πώλησης όπως οι υπεραγορές και τα super market, τα περίπτερα, οι πλασιέ, κλπ. με ποσοστά κάτω του 5%. Συμπερασματικά, τα βιβλιοπωλεία φαίνεται να κρατούν πιστό το κοινό τους». Βέβαια, η έρευνα αφορούσε πελάτες των βιβλιοπωλείων και δεν έγινε έξω από τα σούπερ μάρκετ, πολλά από τα οποία αφιερώνουν μεγάλο χώρο στην πώληση βιβλίων.

Το 39,1% θέλει αναγνωστήρια - καφέ στα βιβλιοπωλεία και το 19,2% μεγαλύτερη πληρότητα τίτλων. Η έρευνα εκτιμά πως αυτό «αποδεικνύει τη λειτουργία του χώρου του βιβλιοπωλείου ως χώρου συνάντησης και επικοινωνίας από την πλευρά του κοινού, γεγονός που αποτελεί θετική ένδειξη σε γενικότερο κοινωνικό επίπεδο». Δεν ξεκαθαρίζεται όμως αν η έλλειψη αυτών των δύο στοιχείων σχετίζεται άμεσα και σε τι ποσοστό με το βιαστικό πέρασμα από τα βιβλιοπωλείο που προκύπτει πιο πάνω.

Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι αυτή η έρευνα, παρά τις «συγχύσεις» της, αναδεικνύει ακόμη μία πλευρά των, ταξικής φύσης, προβλημάτων της πρόσβασης στον πολιτισμό - εν προκειμένω στο βιβλίο - ακόμη και στον τρόπο που έστω και το μικρό εκείνο κομμάτι της εργατικής τάξης τον προσεγγίζει.


Γρηγόρης ΤΡΑΓΓΑΝΙΔΑΣ


Κορυφή σελίδας

Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org