Κυριακή 15 Μάη 2005
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σελίδα 18
ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Ηλεκτρονικές επικοινωνίες για ποιον;

Οι γενικότερες εξελίξεις στην τεχνολογία των ηλεκτρονικών επικοινωνιών αυξάνουν σημαντικά τις δυνατότητες για συνδυασμένη ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών. Δημιουργούν προϋποθέσεις αύξησης της παραγωγικότητας και επομένως μείωσης του εργάσιμου χρόνου, αναβάθμισης των υπηρεσιών Υγείας και Εκπαίδευσης, εύκολης πρόσβασης του εργαζόμενου στις δημόσιες υπηρεσίες.

Η αναγκαιότητα ανάπτυξης των ηλεκτρονικών επικοινωνιών είναι επομένως αυτονόητη. Εξίσου προφανείς είναι και ορισμένες ανάγκες που μπορούν να αποτελέσουν στόχους ανάπτυξης των ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε επιμέρους τομείς. Για παράδειγμα, στον τομέα της Υγείας η αξιοποίηση της τηλεϊατρικής για απομακρυσμένες νησιωτικές περιοχές, η διασύνδεση των νοσοκομείων, των ερευνητικών ινστιτούτων, των πανεπιστημίων, κλπ.

Θα μπορούσε κανείς να συνεχίσει αναδεικνύοντας σε κάθε επιμέρους τομέα ανάλογες ανάγκες και στόχους. Ομως, το στρατηγικό ερώτημα σχετικά με το μέλλον των ηλεκτρονικών επικοινωνιών είναι αν το καθολικό και βασικό δικαίωμα στην επικοινωνία πρέπει να αποτελεί εμπόρευμα ή, αντίθετα, πρέπει να κατοχυρωθεί ως κοινωνικό αγαθό.

Με άλλα λόγια, το ζήτημα είναι από ποιον και προς όφελος ποιου θα αναπτυχθούν οι ηλεκτρονικές επικοινωνίες. Σήμερα στη χώρα μας και στην ΕΕ η απάντηση δίνεται με γνώμονα τα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου. Στο πλαίσιο των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, η αύξηση των δυνατοτήτων που γεννά η νέα τεχνολογία στη σφαίρα της παραγωγής και του εμπορίου (αύξηση παραγωγικότητας, διασύνδεση, διαχείριση και οργάνωση μονάδων παραγωγής, επαφή με πελάτες και προμηθευτές, κλπ.) αποτελεί πεδίο ανταγωνισμού των μονοπωλιακών ομίλων και των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.


Η ΕΕ, βλέποντας να χάνει έδαφος στον ανταγωνισμό με τις ΗΠΑ, έχει χαράξει τους δικούς της στρατηγικούς στόχους, τους οποίους επιχειρεί να εμφανίσει σαν καθολικούς και υπερταξικούς.

Η ευρωενωσιακή στρατηγική, που συμπυκνώνεται στις κατευθύνσεις της Λισαβόνας, στην οδηγία-πλαίσιο της «απελευθέρωσης» των επικοινωνιών 2002/21/ΕΚ και στο πλαίσιο «i-2010» για την Κοινωνία της Πληροφορίας, προσπαθεί να αντιμετωπίσει προβλήματα υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου και πτώσης του μέσου ποσοστού κέρδους στην ευρωενωσιακή αγορά και στόχο έχει:

  • Να αυξήσει τις επενδύσεις στην καινοτομία και στην αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών στην παραγωγή, δηλαδή να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών μονοπωλίων
  • Να επιβάλει μια ενιαία αγορά στο συγκεκριμένο τομέα, χωρίς φραγμούς στην κίνηση του μεγάλου κεφαλαίου και με γρήγορη διάχυση της σχετικής τεχνογνωσίας και της αντίστοιχης κατάρτισης των εργαζομένων
  • Να τονώσει τη λαϊκή κατανάλωση σχετικών υπηρεσιών με μοχλό την κρατική αγορά και στο όνομα της αναβάθμισης της ποιότητας ζωής του πολίτη
  • Να συμπιέσει την τιμή της εργατικής δύναμης μέσα απ' την αναδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων, την πλατιά εφαρμογή της μερικής, προσωρινής ελαστικής απασχόλησης και την αφαίρεση ασφαλιστικών- συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων των εργαζομένων
  • Να αξιοποιήσει τη νέα τεχνολογία για την καταστολή του λαϊκού κινήματος.
Οι αντιφάσεις της «απελευθέρωσης»

Στην ουσία, η στρατηγική της ΕΕ επιχειρεί να διαχειριστεί ορισμένες εγγενείς και μόνιμες αντιθέσεις και αντιφάσεις του πλαισίου της καπιταλιστικής απελευθέρωσης, απ' τη σκοπιά των συμφερόντων του μονοπωλιακού κεφαλαίου. Συγκεκριμένα, προσπαθεί να διαχειριστεί:

  • Τις αντιθέσεις ανάμεσα στο ευρωενωσιακό και στο εθνικό επίπεδο, που προκύπτουν και απ' τα ιδιαίτερα συμφέροντα της άρχουσας τάξης κάθε κράτους-μέλους. Ας θυμηθούμε ενδεικτικά τη δρομολόγηση διαδικασιών της Επιτροπής εναντίον του Βελγίου, της Ελλάδας και του Λουξεμβούργου, για τη μη έγκαιρη συμμόρφωσή τους στο πλαίσιο των σχετικών Οδηγιών της ΕΕ
  • Τον ανταγωνισμό ανάμεσα στις ηγετικές επιχειρήσεις κάθε εγχώριας αγοράς (με πρωταγωνιστές τις μετοχοποιημένες πρώην κρατικές επιχειρήσεις) και στις εισερχόμενες ανταγωνίστριές τους για την κατοχύρωση μεριδίων αγοράς. Εδώ το κράτος επιχειρεί απ' τη μια να διασφαλίσει τα συμφέροντα των μετόχων (συχνά ισχυρών ξένων θεσμικών) των πρώην κρατικών ηγετικών επιχειρήσεων, αλλά και να τις αξιοποιήσει σε ένα βαθμό σαν μοχλούς κυβερνητικής παρέμβασης. Απ' την άλλη, όμως, ενδιαφέρεται να προσελκύσει ιδιωτικές και ιδιαίτερα ξένες επενδύσεις στο συγκεκριμένο τομέα. Ο ανταγωνισμός οξύνεται στο βαθμό που στην πράξη λειτουργεί μόνο ένα δίκτυο μετάδοσης το οποίο κατέχει η ηγετική δύναμη.
  • Την αντίφαση ανάμεσα στην ανάγκη του κεφαλαίου για γρήγορη διάδοση της χρήσης και αξιοποίησης της νέας τεχνολογίας απ' την εργατική τάξη και στην επιβράδυνση της διάδοσης εξαιτίας της εμπορευματοποίησης των σχετικών υπηρεσιών, της πολιτικής συμπίεσης της τιμής της εργατικής δύναμης, της αύξησης των ταξικών φραγμών στη μόρφωση, του ρόλου της πατέντας λογισμικού. Οι πατέντες λογισμικού ευνοούν τη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση κεφαλαίου, ενώ παράλληλα περιορίζουν τη χρήση της πληροφορικής αφού υποχρεώνουν το χρήστη να πληρώνει και για τις πιο απλές χρήσεις.


Τα εργαλεία εφαρμογής της συγκεκριμένης κοινοτικής στρατηγικής είναι γνωστά και ορατά ως προς τα συμφέροντα που υπηρετούν:

  • Η επιβολή των λεγόμενων Εθνικών Κανονιστικών Αρχών που είναι θεσμικά εξαρτημένες απ' την κοινοτική πολιτική και τα κοινοτικά όργανα. Ετσι γνωρίσαμε το «βέτο» της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την εθνική πολιτική πρόσβασης στο δημόσιο κινητό και σταθερό τηλεφωνικό δίκτυο της Φινλανδίας και της Αυστρίας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην πρόσφατη επισκόπησή της εγκαλεί επίσης ανοιχτά τις εθνικές νομοθεσίες που περιορίζουν την ευχέρεια των κανονιστικών αρχών
  • Οι νομοθετικές ρυθμίσεις σε συνδυασμό με τα πακέτα κρατικής-ευρωενωσιακής χρηματοδότησης που διασφαλίζουν ουσιαστικά την είσοδο και κερδοφορία της λεγόμενης ιδιωτικής πρωτοβουλίας, η οποία θέλει να μηδενίσει ακόμα και το στοιχειώδες επιχειρηματικό ρίσκο. Οι κοινοτικές οδηγίες και οι ελληνικές κυβερνήσεις προσπαθούν λοιπόν να διαχειριστούν το μονοπωλιακό ανταγωνισμό σχετικά με την αδειοδότηση, τη φορητότητα, τη διασύνδεση, την πρόσβαση και ειδικότερα την αγορά χονδρικών υπηρεσιών ευρυζωνικής πρόσβασης, τα θέματα κοστολόγησης και τιμών, τη διανομή των έργων του προγράμματος «Κοινωνία της Πληροφορίας», η χρηματοδότηση του οποίου καλύπτεται κατά 80% από δημόσια δαπάνη, κοινοτική και εθνική.


Οι εργοδοτικοί φορείς απ' τη μια προβάλλουν την προωθητική δύναμη του ιδιωτικού ανταγωνισμού και απ' την άλλη απαιτούν λύση όλων των προβλημάτων (απ' τη δημιουργία υποδομής μέχρι την τόνωση της προσφοράς και της ζήτησης στο συγκεκριμένο τομέα), με κρατική χρηματοδότηση (π.χ. 86 εκατ. ευρώ διεκδικεί ο ΣΕΠΕ την επόμενη τριετία για ανάπτυξη του Ιντερνετ στην Ελλάδα).

Το ΠΑΣΟΚ διαγωνίζεται με τη ΝΔ σχετικά με την ταχύτητα υλοποίησης των κοινοτικών κατευθύνσεων. Από κοινού ορκίζονται στη νέα θεότητα της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων και της αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας συγκαλύπτοντας το ερώτημα «ποιος καρπώνεται τα οφέλη». Ο ΣΥΝ συμφωνεί με το υπάρχον πλαίσιο και εκφράζει την αντιφατική απαίτηση για σταδιακή «απελευθέρωση» της αγοράς αλλά και ταχύτερη εναρμόνιση με τις κοινοτικές οδηγίες.

Οι συνέπειες της «απελευθέρωσης»

Ωστόσο, η πραγματικότητα στην Ελλάδα και στην Ευρώπη αποκαλύπτει πως οι προαναφερόμενες εξελίξεις οξύνουν την αντίθεση ανάμεσα στο κεφάλαιο και στις δυνάμεις της εργασίας.

Η αποδοτικότητα κεφαλαίου το 2002 έφτασε στο 22% για τις εγχώριες εταιρίες τηλεπικοινωνιών και στο 11,7% για τις εταιρίες πληροφορικής, έναντι 8,1% για το σύνολο της μεταποίησης.


Εχουμε σημαντική αύξηση της παραγωγικότητας και του βαθμού εκμετάλλευσης του εργατικού δυναμικού μέσα και απ' την επιβολή των ελαστικών εργασιακών σχέσεων. Μόνο στον ΟΤΕ, τα συνολικά έσοδα ανά εργαζόμενο αυξήθηκαν κατά 125% μεταξύ 1998 και 2003. Ισχυροί διεθνείς όμιλοι, όπως η Deutsche Telecom, παρουσιάζουν ετήσιο ποσοστό αύξησης κερδών ανά εργαζόμενο που ξεπερνά το 5% την τελευταία τετραετία, όπως φαίνεται και στα σχετικά διαγράμματα 1 και 2.

Ομως, αυτή η αύξηση δε μεταφράζεται σε όφελος της λαϊκής κατανάλωσης, ούτε φυσικά των εργαζομένων του κλάδου. Οπως στους ευρωπαϊκούς ομίλους, έτσι και στον ΟΤΕ έχουμε σταθερή μείωση εργαζομένων ανά συγκεκριμένο τομέα εργασίας (μείωση κατά 6.000 την περίοδο '96-'01, σχέδιο Horizon της McKinsey για την επιτάχυνση της «εθελούσιας εξόδου» άλλων 5.000 κλπ.), ενώ στην Ιντρακόμ είχαμε ήδη τα πρώτα 420 θύματα της δήθεν «εθελούσιας εξόδου» και την προσπάθεια επιβολής της αύξησης του χρόνου εργασίας με το φόβητρο των νέων απολύσεων. Σύμφωνα με το Διεθνές Γραφείο Εργασίας (ILO), κατά την πρώτη φάση της «απελευθέρωσης» ('90-'96) είχαμε συνολική μείωση προσωπικού κατά μέσο όρο 10% στους μεγάλους ευρωενωσιακούς ομίλους και ιδιαίτερα στην Ισπανία, στην Ιταλία και στη Γερμανία. Μείωση προσωπικού πλήρους απασχόλησης καταγράφεται στους περισσότερους ομίλους και την τελευταία τριετία.

Την ίδια στιγμή η μυθοπλασία περί της δήθεν ευεργετικής επίδρασης του ανταγωνισμού στη σταδιακή μείωση των τιμών συγκαλύπτει αφ' ενός την αύξηση των τιμών στην αρχική φάση της απελευθέρωσης (κατά 143% στην αστική κλήση του ΟΤΕ την περίοδο 1999-2001) και αφ' ετέρου την επίδραση της αύξησης της παραγωγικότητας στον κλάδο, η οποία έπρεπε να οδηγεί σε μεγάλη ελάφρυνση της λαϊκής κατανάλωσης. Οι όμιλοι έχουν τη δυνατότητα να σχηματίζουν καρτέλ και να επιβάλλουν μονοπωλιακές τιμές αυξάνοντας την κερδοφορία τους. Κατά μέσο όρο στην ΕΕ 3 όμιλοι νέμονται τη μερίδα του λέοντος ανά εγχώρια αγορά των κρατών-μελών (10η Εκθεση). Οι όποιες ρυθμιστικές παρεμβάσεις του κράτους (υπουργείο, ΕΕΤΤ), δεν αφορούν στην προστασία του λαϊκού καταναλωτή, αλλά στη ρύθμιση της αναλογίας κερδών και μεριδίων αγοράς μεταξύ του πρώην κρατικού μονοπωλίου και των επίδοξων ιδιωτών ανταγωνιστών του. Για παράδειγμα, πόσο θα κερδίσει ο καταναλωτής εργαζόμενος απ' τη μείωση κατά 20% των τελών διασύνδεσης που απαίτησε η ΕΕΤΤ απ' τον ΟΤΕ το 2004;

Το ευρωενωσιακό πλαίσιο περιορίζει δραματικά το περιεχόμενο της καθολικής υπηρεσίας σε προσιτή τιμή μόνο στη σταθερή τηλεφωνία, στην εποχή των απαιτήσεων της ευρυζωνικής πρόσβασης. Υπόσχεται, δηλαδή, το 2005 την ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών του 1960.

Παράλληλα, δε διασφαλίζει καμία ουσιαστική προστασία των προσωπικών δεδομένων του χρήστη απ' την αυθαίρετη συγκέντρωση, επεξεργασία και την ιδιωτική εμπορία τους (απ' την κίνηση της πιστωτικής κάρτας μέχρι τον ηλεκτρονικό φάκελο υγείας). Η συγκατάθεση του χρήστη για οποιαδήποτε επεξεργασία προσωπικών δεδομένων δε θεωρείται πάντοτε υποχρεωτική. Ηδη το 2004 η Εισαγγελία Αθηνών άσκησε ποινικές διώξεις για εμπόριο ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων κατά 40 εκπροσώπων ιδιωτικών και δημόσιων εταιριών. Την ίδια χρονιά έρευνα της αμερικανικής εταιρίας «Earthlink» παρουσίασε 28 προγράμματα λογισμικού που ενεργοποιούνται εν αγνοία των χρηστών και καταγράφουν δραστηριότητές τους (Spy ware). Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση με το ΠΔ 47/2005 νομιμοποίησε επίσημα την άρση του απορρήτου για κάθε μορφή επικοινωνίας, στο όνομα της «προστασίας της εθνικής ασφάλειας».

Η σχεδιαζόμενη απ' την κυβέρνηση νέα ρύθμιση για τα δικαιώματα και τα «τέλη διέλευσης» που διευκολύνει την εγκατάσταση εναλλακτικών δικτύων των ομίλων μέσα στους δήμους, πέρα απ' την περιφρόνηση της γνώμης των τοπικών κοινωνιών, αντανακλά και αδιαφορία για την πρόσθετη επικίνδυνη έκθεση των κατοίκων στην ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία. Χαρακτηριστική είναι η με αριθ. 1264/2005 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας σχετικά με την παράνομη εγκατάσταση των περισσότερων κεραιών των δικτύων κινητής τηλεφωνίας.

Η πραγματική διέξοδος

Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, οι βασικές παράμετροι λύσης του προβλήματος είναι ορατές. Απ' τη μια το κράτος καλείται από όλους να χρηματοδοτήσει τη δημιουργία της αναγκαίας υποδομής, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί και τη μεγαλύτερη αγορά σχετικών υπηρεσιών. Απ' την άλλη, η ανάπτυξη της νέας τεχνολογίας εδράζεται και οδηγεί σε ολοένα και μεγαλύτερη κοινωνικοποίηση της παραγωγής, που τα αποτελέσματά της καρπώνονται οι μονοπωλιακοί όμιλοι.

Εχουν επομένως ωριμάσει οι αναγκαίες αντικειμενικές προϋποθέσεις πολιτικής διεξόδου με γνώμονα τις λαϊκές ανάγκες και όχι το καπιταλιστικό κέρδος, δηλαδή η κοινωνικοποίηση των βασικών μέσων παραγωγής και ο συνδυασμός του κεντρικού σχεδιασμού της οικονομίας και του εργατικού ελέγχου. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο της λαϊκής οικονομίας, ο ενιαίος κρατικός φορέας επικοινωνιών μπορεί να διασφαλίσει τη συνδυασμένη ικανοποίηση του συνόλου των λαϊκών αναγκών.

Συγκεκριμένα, ο ενιαίος κρατικός φορέας μπορεί:

  • Να κατοχυρώσει την επικοινωνία ως κοινωνικό αγαθό και να διασφαλίσει τη φθηνότερη, ευκολότερη, ταχύτερη και ασφαλή πρόσβαση όλων των πολιτών σε ένα μεγάλο εύρος μέσων και υπηρεσιών
  • Να μειώσει τον εργάσιμο χρόνο και να προστατεύσει τη δημόσια και εργασιακή υγεία και ασφάλεια
  • Να προσδιορίσει τις προτεραιότητες ανάπτυξης της τηλεκπαίδευσης, της τηλεϊατρικής, της εξυπηρέτησης του πολίτη απ' το δημόσιο και κάθε άλλης χρήσιμης εφαρμογής και την κατανομή της χρηματοδότησης σε σχέση με τις γενικότερες ανάγκες των αντίστοιχων τομέων
  • Να αναπτύξει την αναγκαία έρευνα και να κατοχυρώσει τα πνευματικά δικαιώματα των ερευνητών και τα δημοκρατικά δικαιώματα των εργαζομένων
  • Να θωρακίσει έναν τομέα στρατηγικής σημασίας για τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας.

Ο δρόμος που προτείνουμε είναι βέβαια δύσκολος με βάση το σημερινό συσχετισμό δύναμης ανάμεσα στο κεφάλαιο και στην εργασία. Ομως, εδράζεται στις λαϊκές ανάγκες και γι' αυτό είναι απόλυτα ρεαλιστικός.


Του Μάκη ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ*
*Ο Μάκης Παπαδόπουλος είναι υπεύθυνος του Τμήματος Οικονομίας της ΚΕ του ΚΚΕ


Κορυφή σελίδας

Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org