Κυριακή 30 Γενάρη 2005
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σελίδα 8
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ"
ΔΙΗΓΗΜΑ
Αντίο, σύντροφε... .

Β. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Και στο δεύτερο αντάρτικο, στο Δημοκρατικό Στρατό, ο Γιάννης Μπαλής έδωσε απ' τους πρώτους το «παρών». Παρουσιάστηκε στην Καστανιά, παρέα με τον Πέτρο του, ένα αρσενικό μουλάρι, που το μεγάλωσε ο ίδιος από μικρό πουλαράκι.

«Να μας γράψεις και τους δυο εθελοντές», είπε στον Καπνιά, τον υπαρχηγό του Αρχηγείου Αγράφων, που τον γνώριζε από το πρώτο αντάρτικο. «Εχει κι αυτός πολλά να προσφέρει στον αγώνα».

Τον έβαλαν υπεύθυνο στις αποκρύψεις. Να φτιάχνει, δηλαδή, καταφύγια, κρυψώνες μέσα στη γη ή σε απόμερες σπηλιές, να κρύβουν τα τρόφιμα και τα πυρομαχικά, για να μην τους τα βρίσκουν οι άλλοι, του κυβερνητικού στρατού, και τους τα καταστρέφουν.

Πάλευαν, σαν πραγματικά λιοντάρια, τρία ολόκληρα χρόνια τους Αμερικανούς νεοφασίστες του Τρούμαν και τους ντόπιους υποτακτικούς τους. Ομως, ο αγώνας εκείνος ήταν τρομερά άνισος, και η ήττα του ΔΣΕ, από ένα σημείο και μετά, προδιαγραμμένη. Στα τέλη Αυγούστου 1949 ο Γράμμος έπεσε και η συνέχιση του πολέμου ήταν πια μάταιη. Η διαταγή που δόθηκε ήταν, εκτός από μια μικρή δύναμη που θα παρέμενε στο χώρο των Αγράφων, οι άλλοι να προσπαθήσουν, κατά μικρές ομάδες, να βγουν, με όποιο δρομολόγιο μπορέσουν, προς την Αλβανία.

Πίσω απ' την κεντρική οροσειρά των Αγράφων σε ένα καταφύγιο που το ήξερε μόνο ο Μπαλής, είχαν κρυμμένα αρκετά τρόφιμα και πυρομαχικά. Παρέα με τον Πέτρο του, ο Γιάννης πήγε να το ανοίξει, να πάρει ό,τι μπορούσε για το μακρινό ταξίδι τους και θα αντάμωναν με την ομάδα του σε μια γιάφκα, κοντά στους Μελισσουργούς, όπως είχαν συμφωνήσει.

Το καταφύγιο το βρήκε χαλασμένο. Το ανακάλυψαν οι άλλοι και το κατέστρεψαν. Και τους Μελισσουργούς, όπου έφτασαν ύστερα από τρεις νύχτες αδιάκοπης πορείας ανάμεσα από φυλάκια και ενέδρες των αλλωνών, τα βρήκαν όλα καμένα. Και κοντά στη γιάφκα τους, τα σημάδια απ' το χτύπημα και το χαλασμό των δικών τους. Χωρίς τροφή και χωρίς πολεμοφόδια, συνέχισαν οι δυο τους το ταξίδι, με χίλιους κινδύνους να παραμονεύουν σε κάθε τους βήμα. Μια νύχτα, σ' ένα ξέφωτο, ψηλά στο Μιτσικέλι, σταμάτησαν για λίγο αποκαμωμένοι. Η πείνα του θέριζε τα σωθικά. Το ζώο σήκωσε για μια στιγμή το κεφάλι του και έμεινε να τον κοιτάζει στο πρόσωπο, σαν άνθρωπος. «Θα σου πω μια κουβέντα, σύντροφε», έμοιαζε να του λέει με τα μεγάλα μάτια του. «Εγώ δεν ωφελώ πια σε τίποτα. Ρίξε μου μια σφαίρα, να τελειώσω. Κι εγώ να γλιτώσω απ' τα βάσανα, κι εσύ, με το κρέας μου, ό,τι έμεινε απάνω μου, ίσως τα καταφέρεις να σταθείς στα πόδια σου, να περπατήσεις όλα ετούτα τα βουνά και να φτάσεις ζωντανός στον προορισμό σου».

Κρατούσε στο περίστροφό του μια σφαίρα, την τελευταία, για τον εαυτό του, αν τύχει και κινδύνευε να πέσει ζωντανός στα χέρια των αλλωνών. Στάθηκε για λίγο σκεφτικός. Υστερα σβάρνισε τις παλάμες του, και τις δυο μαζί, μπροστά στο πρόσωπό του, από πάνω ως κάτω. Ενα πούσι σκοτείνιασε ξαφνικά τα μάτια του και ένιωσε το κεφάλι του να στριφογυρίζει σα σβούρα. Και μοναχά στη σκέψη ότι θα μπορούσε ποτέ να φτάσει στο σημείο να σκοτώσει το σύντροφό του και να τον φάει, ανατρίχιασε. Πήρε ξανά τον Πέτρο απ' το καπίστρι και συνέχισαν το δρόμο τους. Σε κάποια στροφή, στο κατηφορικό μονοπάτι, το ζώο γλίστρησε πάνω σε μια πλακερή πέτρα, και παραλίγο να τον πάρει μαζί του αν δεν πρόφταινε ν' αφήσει απ' το χέρι του την αλυσίδα. Κατέβηκε σέρνοντας το κορμί του πάνω στην άγρια χαλικαριά. Στη ρίζα του γκρεμού βρήκε τον Πέτρο τσακισμένο, ακίνητο. Εκατσε δίπλα του, κατάχαμα, γιατί δεν τον κρατούσαν άλλο τα ποδάρια του. Ενα βουβό παράπονο κι ένα μεγάλο, επίμονο ερωτηματικό, τον έπνιγαν στο λαιμό. «Γιατί... Τι φταίξαμε εμείς, για να τιμωρηθούμε έτσι σκληρά... Εμείς την πατρίδα μας υπερασπιστήκαμε. Ετούτον τον πικραμένο λαό πήγαμε να γλιτώσουμε απ' τη νέα σκλαβιά...».

Επιασε με το μαχαίρι του και έκοψε δυο κομμάτια ψαχνό απ' τα καπούλια του Πέτρου. Του φάνηκε σα να έκοβε λωρίδες απ' το δικό του το πετσί. Τα έριξε στο σακίδιό του και ξεκίνησε πάλι, ολομόναχος πια, αλλά με το πείσμα σφηνωμένο στα ρουθούνια του και με την απόφαση να φτάσει οπωσδήποτε στον προορισμό του.

Χαμηλά, σε ένα γούπατο, έπεσε απάνω σ' ένα παλιό, εγκαταλειμμένο τσοπανοκάλυβο. Επιασε και έφραξε με κλαριά το στενό παραθυράκι του, για να μη φαίνεται απ' έξω η φωτιά. Μάζεψε λίγα ξερόκλαδα, και με το τσακμάκι του, που το φύλαγε πάντα στεγνό στον κόρφο του, τα άναψε στο κέντρο της παραστιάς. Περίμενε να πέσει λίγο η φλόγα και έβαλε απάνω στη θράκα τα δυο κομμάτια, το κρέας, να ψηθούν.

Ψηλά στο διάσελο, καμιά εκατοστή βήματα πάνω απ' το κεφάλι του, άκουσε, σε λίγο, φωνές και ποδοβολητό από αρβύλες, απάνω στις στουρναρόπετρες. Ενα απόσπασμα των κυβερνητικών κατέβαινε το μονοπάτι, προς την καλύβα του. Εριξε βιαστικά στο σακίδιό του το ένα κομμάτι απ' το μισοψημένο κρέας, ξέσυρε αθόρυβα σαν το φίδι απ' το πορτάκι της καλύβας και χάθηκε μέσα στη δασωμένη ρεματιά, καλυμμένος απ' το πυκνό σκοτάδι.

Συνέχισε να περιπλανιέται μέσα σε νεροσυρμές και σε γιδόστρατες, αποφεύγοντας τα ξέφωτα και τις σπανές κορυφογραμμές. Με οδηγό τ' αστέρια, που από παιδί είχε μάθει να τα διαβάζει αλάθευτα, προχωρούσε πάντα προς τα δυτικά, ελπίζοντας να βγει προς τα βουνά της Μουργκάνας. Με τη βοήθεια μιας πυκνής ομίχλης, διάβηκε, μέρα, τη δημοσιά, Γιάννενα - Καλπάκι, πέρασε σχεδόν κολυμπώντας το ποτάμι, τον Καλαμά, και ανηφόρισε προς τις χαράδρες και τα κακοτράχαλα καταράχια του Κασιδιάρη. Ενα χάραμα, ύστερα από πέντε ή έξι νύχτες πορεία, τον βρήκε στην πίσω πλαγιά του βουνού. Με χίλιες προφυλάξεις, βγήκε λίγο πιο ψηλά, σ' ένα συρραχάκι, να κάνει αναγνώριση. Προσανατολίστηκε αμέσως. Βρισκόταν πάνω απ' το χωριό Λάβδανη, απέναντι ακριβώς απ' το μοναστήρι του Μακρυαλέξη. Την ήξερε καλά εκείνη την περιοχή. Πριν ένα χρόνο, τον είχε καλέσει εδώ ο καπετάν Πετρίτης, να φτιάξει ένα καταφύγιο, για να κρύψουν αρκετά τρόφιμα και πυρομαχικά που είχαν πάρει από μια αποθήκη του κυβερνητικού στρατού. Τελικά πέρασε την πυραμίδα και έφτασε στο Αλβανικό έδαφος. Εβγαλε από μέσα το μισοψημένο κρέας, το κομμάτι εκείνο που έκοψε απ' τα καπούλια του Πέτρου του, εκεί στη ρίζα του γκρεμού που σκοτώθηκε. Είχε αρχίσει η σήψη του, και μύριζε άσχημα. Ούτε που το θυμήθηκε καθόλου ετούτα τα πεντέξι τελευταία μερόνυχτα, που προσπαθεί, άυπνος και νηστικός, να ξεφύγει απ' το κυνηγητό των διωκτών του.

Σηκώθηκε στα πόδια του με κόπο. Γύρισε πίσω, στο ορόσημο και προχώρησε ακόμα λίγα βήματα μέσα στο ελληνικό έδαφος. Κρατούσε το κοψίδι μέσα στις χούφτες του και το κοίταζε αμίλητος, με το βλέμμα θλιμμένο, σα να παραστεκόταν πάνω από νεκρικό κρεβάτι αδελφού ή φίλου αγαπημένου. Υστερα σήκωσε ψηλά και τα δυο του χέρια και το έριξε μακριά, μέσα σε έναν πυκνό θάμνο από κουμαριές, με μια κίνηση τελετουργική σαν να άφηνε απ' τις χούφτες του ένα περιστέρι να πετάξει ελεύθερο στον ουρανό.

«Αντίο, σύντροφε...», ψιθύρισε με σπασμένη φωνή, και τα μάτια του βούρκωσαν, πρώτη φορά σε όλη εκείνη την τρίχρονη δοκιμασία, με τις ασύλληπτες για τον ανθρώπινο νου ταλαιπωρίες και περιπέτειες. «Μείνε, τουλάχιστον εσύ, εδώ στην πατρική γη. Στη δόλια ετούτη πατρίδα μας, που προσπαθήσαμε να τη λευτερώσουμε απ' τα νύχια του νέου κατακτητή, αλλά δεν τα καταφέραμε. Εγώ φεύγω τώρα. Θα ψάξω να βρω τους συντρόφους μας, όσοι γλίτωσαν απ' το χαλασμό και βγήκαν σ' ετούτη εδώ τη φιλόξενη χώρα. Και ποιος ξέρει, ποια μοίρα και ποια τύχη μας καρτερεί από δω και μπρος. Ποιος ξέρει αν θα ζήσουμε κι αν θα μπορέσουμε κάποτε να ξαναγυρίσουμε πίσω στην πατρίδα...».

Κίνησε να φύγει, αλλά πάλι το μετάνιωσε. Γύρισε πίσω, στο μέρος όπου έριξε το μισοψημένο κρέας, και το ξαναπήρε στο χέρι του. Εσκαψε βαθιά, για να μην το βρουν και του το φάνε τ' αγρίμια και τα κοράκια. Υστερα πήγε και έκατσε πάλι στην ίδια πέτρα, μέσα στο αλβανικό έδαφος, με το κεφάλι ακουμπισμένο στα γόνατα, με τα δυο χέρια αγκαλιαστά γύρω απ' τα πόδια του.

Εκεί τον βρήκαν κουλουριασμένο, σχεδόν αναίσθητο, ποιος ξέρει μετά από πόσες ώρες, οι Αλβανοί φρουροί. Τον συνεφέρανε, ύστερα από πολλές προσπάθειες, και τον μετέφεραν στα χέρια, πάνω σ' ένα πρόχειρο φορείο, μέχρι το κοντινότερο φυλάκιο.

(Από την ανέκδοτη συλλογή, «Πληγές του Εμφύλιου»).


Του
Βασίλη ΦΥΤΣΙΛΗ

ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΘΕΜΑΤΑ
Ο παράξενος Κεφαλονίτης(31/12/2010)
O παγωμένος αντάρτης(21/8/2005)
Καλό κατευόδιο, Χαρίλαε(16/6/2005)
Πατάτες γιαχνί(3/11/2002)
Η Αστικοδημοκρατική Ιδεολογία(9/12/2001)
Το χρονικό της εξέγερσης των κολίγων(16/3/1997)

Κορυφή σελίδας
Ευρωεκλογές Ιούνη 2024
Μνημεία & Μουσεία Αγώνων του Λαού
Ο καθημερινός ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ 1 ευρώ