Το τέλμα που αντιμετωπίζουν οι ΗΠΑ στον πόλεμο της Μέσης Ανατολής, οι σφοδρές αντιθέσεις στο ευρωατλαντικό στρατόπεδο που φέρνουν «στον αφρό» τα οικονομικά σοκ του πολέμου, τα συμφέροντα της ελληνικής αστικής τάξης που «ισορροπούν» ανάμεσα στις ΗΠΑ και την ΕΕ, δημιουργούν προβληματισμούς στα αστικά επιτελεία, που αποτυπώνονται και στον αστικό Τύπο.
Για παράδειγμα, σε δηλώσεις του στο «ΒΗΜΑ», Ελληνας διπλωμάτης με προϋπηρεσία σε διεθνείς οργανισμούς αναφέρει πως η Ελλάδα στο φόντο των αντιθέσεων ΕΕ - ΗΠΑ θα έπρεπε «ήδη να αναζητεί εναλλακτικές διαδρομές προς την ενίσχυση των θέσεών μας». Το σχετικό ρεπορτάζ φιλοξενεί επίσης δηλώσεις στελέχους της ΝΔ υπό τον όρο ανωνυμίας, που υποστηρίζει πως οι δύο βάρκες που πατάει η Ελλάδα «είναι μια δύσκολη ισορροπία, η θέση μας όμως είναι στην Ευρώπη, πρέπει να στηρίξουμε το εγχείρημα της ευρωπαϊκής αμυντικής αυτονομίας και δη τη Γαλλία, η οποία το "τρέχει"». Από την άλλη, ωστόσο, θέτει την απάντηση του υπουργού Αμυνας, Νίκου Δένδια, στο αν η ευρωαμερικανική αντιπαράθεση αντανακλά στο δίπολο Αθήνας - Ουάσιγκτον, που ήταν πως ο ίδιος δεν έχει δει τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις να χειροτερεύουν καθόλου και πως «είναι, νομίζω, σε πάρα πολύ καλό επίπεδο».
Ενδεικτικές επίσης για το κλίμα προβληματισμού που προκαλούν οι εξελίξεις είναι οι απαντήσεις του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννη Στουρνάρα, σε συνέντευξή του επίσης στο «ΒΗΜΑ», ο οποίος αναφέρει ότι «δίδαγμα» των πολέμων στην Ουκρανία και το Ιράν αποτελεί ότι «απεδείχθη ότι οι ισχυροί δεν είναι τόσο ισχυροί όσο νόμιζαν» και «θυμάται» πως «διαχρονικά η ευρωπαϊκή και η ρωσική οικονομία υπήρξαν συμπληρωματικές» και πως οι πιέσεις που δέχεται η οικονομία της ΕΕ από το ενεργειακό σοκ του πολέμου θα μετριάζονταν σε περίπτωση που «έρεαν ανεμπόδιστα τα ρωσικά ενεργειακά αγαθά στη Γηραιά Ηπειρο». Ταυτόχρονα, ο ίδιος υποστήριξε πως η Ευρώπη «επιβάλλεται να αξιολογήσει τα κινεζικά τεχνολογικά, παραγωγικά και ανταγωνιστικά επιτεύγματα» εξαίροντας τον κινεζικό καπιταλισμό.
Τα «ΝΕΑ» ανέφεραν το Σαββατοκύριακο πως «οι αλλεπάλληλες συγκρούσεις και η εποχή Τραμπ 2.0 ωθούν τους Ευρωπαίους σε μια δύσκολη διαδικασία στρατηγικής αυτονόμησης και γεωπολιτικής ενηλικίωσης», και πως «σκληρή αλήθεια» αποτελεί το γεγονός ότι «η διατλαντική σχέση βρίσκεται πλέον σε υπαρξιακή κρίση, με κίνδυνο αποσύνδεσης. Σε έναν κόσμο ρήξης με τη μεταπολεμική παγκόσμια τάξη, για την Ευρώπη αυτό μεταφράζεται σε μια αναγκαστική και μάλλον επώδυνη διαδικασία γεωπολιτικής ενηλικίωσης (...) Τα δεδομένα και οι προκλήσεις της νέας εποχής επιβάλλουν διαφορετικές προτεραιότητες: Μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία, ενίσχυση της άμυνας, διαφοροποίηση οικονομικών μοντέλων, επαναπροσδιορισμό των διεθνών συμμαχιών, πολυμερή συνεργασία».
Επίσης στα «ΝΕΑ» σε συνέντευξή του, ο πρώην πρόεδρος της Κομισιόν, Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, ανέφερε πως «η Ευρώπη δεν πρέπει να γονατίζει μπροστά στις ΗΠΑ», συμπληρώνοντας: «Εχουμε τα δικά μας συμφέροντα. Αυτό που αποδυναμώνει τη θέση μας είναι ότι πρέπει να αποφασίσουμε ομόφωνα», για να συμπληρωθεί από άρθρο του προέδρου του Foundation Robert Schuman, που σημειώνει πως «το χάσμα ανάμεσα στις δύο πλευρές του Ατλαντικού βαθαίνει συνεχώς».
Η «Καθημερινή» διερωτάται στο κυριακάτικο φύλλο «ποια Αμερική μετά το Ιράν» και σημειώνει πως «ο τρίτος πόλεμος των ΗΠΑ στον Κόλπο ανέδειξε τα όρια της αμερικανικής ισχύος». Επίσης αναφέρει πως «ο πόλεμος κατέληξε σε στρατιωτικό τέλμα και πολιτικό φιάσκο», μεταφέροντας απόσπασμα άρθρου του «The Atlantic», που μεταξύ άλλων σημειώνει: «Οποτε και όπως λήξει ο πόλεμος με το Ιράν, έχει ήδη αναδείξει και μεγεθύνει τους κινδύνους μιας νέας, πολυπολικής διεθνούς τάξης: μεγαλύτερα ρήγματα ανάμεσα στις ΗΠΑ και πρώην συμμάχους της, ενίσχυση των επεκτατικών μεγάλων δυνάμεων, Ρωσίας και Κίνας, επιτάχυνση του παγκόσμιου πολιτικού και οικονομικού χάους και μια Αμερική ασθενέστερη και περισσότερο απομονωμένη από κάθε άλλη φορά μετά τη δεκαετία του 1930».
Στο ίδιο πλαίσιο, ο Ενρίκο Λέτα, πρώην πρωθυπουργός της Ιταλίας, μιλώντας στην «Καθημερινή» ενόψει της επίσκεψής του στην Αθήνα, σημειώνει μεταξύ άλλων πως οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή ήδη «λειτουργούν ως καταλύτης», καθώς «κατέστησαν σαφές ότι η στρατηγική αυτονομία (σ.σ. της ΕΕ) έχει πλέον γίνει αναγκαιότητα».