Υπάρχουν τόποι που δεν αφήνουν την Ιστορία να περάσει στη λήθη. Που την κρατούν χαραγμένη στις πέτρες, στα μνημεία, στις οικογένειες, στα χώματα που σκέπασαν αγωνιστές και γέννησαν νέους αγώνες. Τέτοιος τόπος είναι η Ζίτσα. Ενα χωριό όπου οι πρώτοι κομμουνιστικοί πυρήνες, η Αντίσταση, το ΕΑΜ, ο ΕΛΑΣ, η ΕΠΟΝ, ο ΔΣΕ είναι ζωντανή μνήμη μέσα στον λαό. Και τέτοια στιγμή ήταν η εκδήλωση για τους πέντε εκτελεσμένους Ζιτσιώτες κομμουνιστές, όπου συγγενείς, παιδιά, νέοι και παλιοί αγωνιστές στάθηκαν μπροστά στους νεκρούς τους, δείχνοντας πως η κόκκινη γραμμή συνεχίζεται.
Αδιάψευστοι μάρτυρες, τα στιγμιότυπα που εκτυλίχθηκαν μπροστά στο μνημείο των πέντε κομμουνιστών ηρώων.
Η Γεωργία Βαλερά, κόρη μαχητή της Εθνικής Αντίστασης και του ΔΣΕ, στάθηκε μαυροντυμένη μπροστά στα μικρόφωνα. Στο χέρι, ένα κόκκινο γαρύφαλλο. Το μαύρο των γυναικών της Ηπείρου για το πένθος που δεν ξεχνά. Κόκκινο για την τιμή που δεν σβήνει. Τραγούδησε «Βγήκαν αντάρτες στα βουνά, βγήκαν να πολεμήσουν για τη λευτεριά» και είπε: «Είμαστε εδώ και συνεχίζουμε».
Παιδιά στάθηκαν μπροστά στο γιγαντοπανό με τα Αετόπουλα της Ζίτσας, τα παιδιά της Κατοχής που με τα χωνιά καλούσαν σε προσκλητήριο αγώνα. Δίπλα τους το σύνθημα: «ΕΑΜ - ΕΛΑΣ - ΕΠΟΝ - ΟΠΛΑ - ΔΣΕ, αυτό είναι το ΚΚΕ». Λίγο μετά, τα παιδιά του «κόκκινου Αερόστατου» βρέθηκαν μπροστά στο μνημείο, άφησαν λουλούδια και ύψωσαν τις γροθιές τους. Μικρά χέρια μπροστά στα ονόματα ανθρώπων που εκτελέστηκαν γιατί ήταν κομμουνιστές. Από τα χωνιά της Αντίστασης στις παιδικές γροθιές τού σήμερα, η ίδια κόκκινη γραμμή. Η νέα γενιά μπαίνει μπροστά. Η φλόγα του αγώνα κρατιέται άσβεστη.
Στην εκδήλωση αμέτρητες ήταν οι στιγμές που ένας κόμπος στον λαιμό, ένα σφίξιμο στο στομάχι, τα βουρκωμένα μάτια αποτύπωναν το βάρος της κληρονομιάς. Ανθρώπων δραστήριων, λαϊκών, δεμένων με το Κόμμα και τον λαό, που τους εξόντωσαν οι ναζί και οι ντόπιοι συνεργάτες τους, αλλά δεν κατάφεραν να τους υποτάξουν. Αυτός ο κόσμος, που στάθηκε στην πλατεία της Ζίτσας, έδειξε πως οι εκτελεσμένοι δεν έγιναν παρελθόν. Εγιναν ρίζα.
Γι' αυτό ενοχλεί αυτή η μνήμη. Οχι γιατί υπάρχει μια πλάκα ή ένα μνημείο. Αλλά γιατί υπάρχουν άνθρωποι που ξέρουν ποιοι ήταν οι νεκροί τους, γιατί εκτελέστηκαν, σε ποια πλευρά στάθηκαν. Από τη μια, η πατρίδα της δουλειάς, της Αντίστασης, της αξιοπρέπειας, των ανθρώπων που δεν λύγισαν. Από την άλλη, η πατρίδα της παραχάραξης, του αντικομμουνισμού, των τραμπούκων και όσων θέλουν την Ιστορία έξω από τον τόπο όπου γράφτηκε - η ίδια που σήμερα ζητά νέες θυσίες για τα κέρδη και τους πολέμους τους.
Και, τέλος, οι συγγενείς. Γονάτισαν μπροστά στο μνημείο για τους δικούς τους νεκρούς. Πράξη τιμής. Μνήμης. Υπόσχεσης συνέχειας. Γιατί στη Ζίτσα φάνηκε ξανά: «Ετούτος 'δώ ο λαός δεν γονατίζει παρά μόνο μπροστά στους νεκρούς του».