Το ζήτημα του πώς κατακτιέται στην πράξη, μέσα στην ίδια την κομματική λειτουργία, ο πρωτοπόρος και επαναστατικός χαρακτήρας του Κόμματος - το πώς αξιώνεται να είναι πραγματικά ένα Κόμμα παντός καιρού - δεν αποτελεί ευχολόγιο, αλλά απόλυτη αναγκαιότητα για την επίτευξη των επαναστατικών μας σκοπών.
Η ανάγκη αυτή, της εναρμόνισης της καθημερινής δράσης με το επαναστατικό μας Πρόγραμμα, δεν μας απασχολεί πρώτη φορά. Ωστόσο, η κατανόηση ότι η σημερινή φάση απαιτεί την επίλυση αυτής της «αναντιστοιχίας», όχι μόνο λόγω της σφοδρότητας της επίθεσης του αντιπάλου, αλλά κυρίως ως δυνατότητα η οποία γεννήθηκε από τη δράση όλου του Κόμματος - που σε καμία περίπτωση δεν ήταν δεδομένη - διαμορφώνει την ημερήσια διάταξη για το αποφασιστικό άλμα που χρειάζεται να γίνει στην ποιότητα της δουλειάς μας.
Οι βασικοί άξονες που διατυπώνονται στις θέσεις της ΚΕ προσανατολίζουν τη σκέψη μας γύρω από το πώς η δουλειά μας μπορεί να ενισχύσει ολόπλευρα τον χαρακτήρα του Κόμματος και να αποτελέσει σταθερή βάση για την επαναστατική του ανάπτυξη. Η πείρα των οργανώσεών μας στον κλάδο των Κατασκευών μπορεί να στηριχθεί σε αυτούς τους άξονες και να εξελιχθεί περαιτέρω.
Πιο συγκεκριμένα:
Η προσπάθειά μας να αντιπαρατεθούμε με τα ιδεολογήματα που γεννά η καπιταλιστική ανάπτυξη στον κλάδο και η συσχέτισή του με τη στροφή στην πολεμική οικονομία, επιβεβαιώνουν ότι η πρώτη προϋπόθεση για να μπορέσουμε να σταθούμε πραγματικά ως Κόμμα παντός καιρού είναι να βαθύνουμε στην ιδεολογική δουλειά, όχι ως αφηρημένη μελέτη ή δημοσιογραφική έρευνα, αλλά ως ικανότητα να μετατρέπουμε τη γνώση σε καθοδήγηση, σε πράξη, σε παράδειγμα.
Γιατί δεν αρκεί να παραθέτουμε αριθμητικά στοιχεία από την κερδοφορία των επιχειρήσεων του κλάδου ή από τα χιλιόμετρα των οδικών αξόνων που είναι ενταγμένοι στο διαμετακομιστικό σύστημα «διπλής» χρήσης. Χρειάζεται να φωτίζουμε τον μηχανισμό της εκμετάλλευσης, τις αντιφάσεις του καπιταλισμού, τη διέξοδο και την ανωτερότητα του σοσιαλισμού. Η ιδεολογική δουλειά είναι κύρια ζήτημα μεθόδου, τρόπου σκέψης και στάσης απέναντι στην πραγματικότητα. Δεν εξαντλείται στις σχολές, στις ανακοινώσεις ή στις εισηγήσεις αλλά είναι το νήμα εκείνο που πρέπει να διαπερνά κάθε πλευρά της κομματικής ζωής - από τη συνεδρίαση της ΚΟΒ μέχρι τη συζήτηση με τον συνάδελφο στον χώρο δουλειάς.
Είναι αυτό που επιτρέπει σε κάθε Κομματική Οργάνωση να βλέπει πιο μακριά, να εξηγεί το «γιατί» πίσω από τα φαινόμενα και να κατευθύνει τη δράση της τάξης μας. Είναι όρος για τη χάραξη του αυτοτελούς σχεδίου σε κάθε χώρο ευθύνης, ενός σχεδίου που δεν εκπονείται «παράλληλα» με τη διαπάλη αλλά εμπεριέχει τη δουλειά με το Πρόγραμμα ως βασικό στοιχείο.
Σε αυτή την κατεύθυνση, μόνο όταν ο κάθε κρίκος της Οργάνωσης τροφοδοτείται από τη στρατηγική μας, μπορεί να αναπτύξει το «ειδικό»: την πρωτοβουλία, την τακτική, τον συγκεκριμένο τρόπο δουλειάς αλλά και την αντοχή που αντιστοιχεί στις ανάγκες και στα καθήκοντα του κλάδου ή του χώρου δουλειάς. Ετσι, η καθοδήγηση παύει να είναι τυπική «υλοποίηση οδηγιών» και γίνεται δημιουργική επεξεργασία της πολιτικής μας μέσα σε αυτές τις πραγματικές συνθήκες.
Με ποια μέθοδο και κριτήριο άλλωστε πρέπει να εξετάσουμε το τι ακριβώς μπαίνει εμπόδιο, ώστε να το ξεπεράσουμε, στους εργαζόμενους στον χώρο ευθύνης μας για τη στρατολόγηση νέων δυνάμεων;
Πώς αλλιώς θα μπορέσουμε να αντιπαλέψουμε πιο ουσιαστικά την επιρροή της καπιταλιστικής ανάπτυξης και της αστικής ιδεολογίας στους συναδέλφους μας, όχι μόνο από την πλευρά της εν δυνάμει διαμόρφωσης υλικών προϋποθέσεων για ενσωμάτωση στο σύστημα αλλά κυριότερα, πώς θα σπάμε την αντίληψη ότι αυτός ο δρόμος είναι μονόδρομος; Πώς θα τα καταφέρουμε αν δεν διαθέτουμε συλλογικά τα εφόδια να αναδείξουμε τον αντιλαϊκό και αντιφατικό χαρακτήρα της καπιταλιστικής ανάπτυξης, το ότι ο αντίπαλος δεν είναι ανίκητος;
Οτι δηλαδή πέρα από τον άδικο και μακριά από τις λαϊκές ανάγκες προσανατολισμό που έχει αυτός ο δρόμος, στέκει μπροστά μας προς αποκάλυψη ότι μια διαφορετική οργάνωση της παραγωγής θα μπορούσε να απελευθερώσει όλες τις πραγματικές δυνατότητες που έχει σήμερα η εποχή.
Μπορούν να αποτελέσουν στοιχεία ιδεολογικής αντεπίθεσης ζητήματα που αναδεικνύονται διεθνώς, ανεξάρτητα από τις επιμέρους εθνικές διαφοροποιήσεις οι οποίες είναι υπαρκτές, όπως η σημαντική διαχρονική υστέρηση του κλάδου των κατασκευών στην αυτοματοποίηση και ο προβληματισμός για τη χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας, σε σχέση με άλλους κλάδους της οικονομίας (γεγονός που επισημαίνεται επανειλημμένα σε εκθέσεις διεθνών οργανισμών όπως το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ, σε μελέτες μεγάλων συμβουλευτικών εταιρειών κ.λπ.).
Αυτό δηλαδή που για την κοινωνική εξέλιξη παρουσιάζεται σαν πρόβλημα, θορυβεί τους καπιταλιστές μόνο όσο επηρεάζει την κερδοφορία και ανταγωνιστικότητά τους, αφού την ίδια ώρα μπορούν να απασχολούν για περισσότερο χρόνο, περισσότερους εργαζόμενους, η εργασία των οποίων αποτελεί τη μοναδική πηγή υπεραξίας.
Ζητήματα δηλαδή που μπορούν να τροφοδοτήσουν τις δυνάμεις μας με μεγαλύτερη πολιτική αυτοπεποίθηση, ώστε με καλύτερους όρους να εκπληρώνουμε τον ρόλο μας σαν λαϊκοί ηγέτες μέσα στους χώρους δουλειάς, όταν αυτά θεμελιώνονται πάνω στα κεντρικά στοιχεία της κοσμοθεωρίας μας, όπως ο βασικός νόμος της κοινωνικής εξέλιξης και της αναντιστοιχίας των σχέσεων παραγωγής και παραγωγικών δυνάμεων. Να οπλίσουν με αποφασιστικότητα αλλά και με ανάπτυξη της έγνοιας για την συγκέντρωση δυνάμεων απέναντι στον αντίπαλο, ο οποίος δεν είναι ανίκητος.
Υπό αυτό το πρίσμα, μαζί με την κατάλληλη προσαρμογή της ιδεολογικής δουλειάς και διαπάλης στο πλαίσιο του κινήματος, αυτή μπορεί να αλληλοτροφοδοτήσει την πείρα και την αυτοτελή δράση, ενισχύοντας πως όταν εξυπηρετείται αυτός ο προσανατολισμός, η πάλη μέσα στους χώρους δουλειάς μπορεί να γίνει σχολείο για την πάλη απέναντι στο σύστημα της εκμετάλλευσης.
Μόνο σε αυτή την κατεύθυνση, η πάλη μπορεί να μην περιορίζεται στη μεμονωμένη εταιρεία αλλά να συνδέεται με τη στρατηγική του κεφαλαίου, του κράτους, της ΕΕ και ΝΑΤΟ. Να δημιουργείται έτσι, ένα πιο εύφορο έδαφος ώστε οι εργαζόμενοι να μαθαίνουν να μετρούν τις δυνάμεις τους, να εμπιστεύονται τις συλλογικές τους δυνατότητες και να διαμορφώνουν την αυτοπεποίθηση που χρειάζεται για να αντιπαρατεθούν με την εργοδοσία και το κράτος. Με καλύτερους όρους μπορεί να πέσει στο κενό η αυταπάτη για δίκαιο αστικό κράτος ή μια σωτήρια κυβέρνηση στον καπιταλισμό, όταν μέσα σε χώρους δουλειάς προβάλλεται η ελπίδα που βρίσκεται στην οργάνωση, στην αντίσταση και τη διεκδίκηση. Η συλλογική δράση είναι αυτή που μπορεί να δώσει το πάνω χέρι στους εργαζόμενους ώστε πιο εύκολα να καταλάβουν, «γιατί χωρίς εμάς, γρανάζι δεν γυρνά», μα κυριότερα, να αφουγκραστούν τους πραγματικούς όρους και προϋποθέσεις όπου αυτό το σύνθημα μπορεί να γίνει πράξη, σε συμπόρευση με τους κομμουνιστές στον δρόμο της ανατροπής.