Από λαϊκή διαδήλωση στην Αβάνα, το Γενάρη, κατά της στρατιωτικής επίθεσης των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα |
Σε συνέντευξη Τύπου όπου συμμετείχαν οι επικεφαλής βασικών υπουργείων, ο αναπληρωτής πρωθυπουργός της Κούβας, Οσκαρ Περες-Ολίβα Φράγκα, επισήμανε ότι μετά και τις εξελίξεις όλων των τελευταίων μηνών (τη σημαντική αύξηση των πολεμικών δυνάμεων των ΗΠΑ στην Καραϊβική, μια σειρά αμερικανικά ρεσάλτο σε τάνκερ κ.τ.λ.) έχει δημιουργηθεί «μια κατάσταση αστάθειας στην περιοχή» και «φόβος σε πλοιοκτήτες να έρθουν πλοία καυσίμων στην περιοχή της Καραϊβικής και ιδιαίτερα την Κούβα». Υπογραμμίζοντας ότι «εργαζόμασταν εδώ και πολύ καιρό στην κυβέρνηση, ώστε να προετοιμαστούμε για να αντιμετωπίσουμε κάθε ενδεχόμενο και να προστατεύσουμε τον λαό μας», ανακοίνωσε μια δέσμη μέτρων, στα οποία ξεχωρίζουν:
Στο μεταξύ, ενδεικτικά είναι δημοσιεύματα για αναστολή του ανεφοδιασμού αεροσκαφών στην Κούβα για έναν μήνα, σε πτήσεις μεγάλων αποστάσεων, χωρίς να υπάρχει επίσημη επιβεβαίωση, παρά μόνο κάποιες ανώνυμες δηλώσεις υπαλλήλων αεροπορικών εταιρειών σε ΜΜΕ. Συμφωνά με αυτούς θα απαιτείται μια «τεχνική στάση» εκτός Κούβας για ανεφοδιασμό.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, δήλωσε ότι «η κατάσταση είναι πραγματικά κρίσιμη στην Κούβα», προσθέτοντας ότι «βρισκόμαστε σε εντατικές επαφές με τους Κουβανούς φίλους μας (...) συζητούμε πιθανές λύσεις σε αυτά τα προβλήματα ή τουλάχιστον μια πιθανή βοήθεια».
Από τη μεριά της, η μεξικανική κυβέρνηση απέστειλε στην Κούβα 814 και πλέον τόνους τροφίμων, με δυο σκάφη που απέπλευσαν από το λιμάνι της Βερακρούς (ανατολικά). Η αποστολή της βοήθειας ανακοινώθηκε καθώς η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση Σέινμπαουμ επιβεβαίωσε πρόσφατα πως οι δασμοί που η Ουάσιγκτον ανακοίνωσε ότι θα επιβάλλει σε όσους συνεχίσουν να προμηθεύουν την Κούβα με πετρέλαιο, θα επηρεάσουν τις αποφάσεις της κυβέρνησής της για υπάρχουσες παραγγελίες.
Τις υψηλότερες επιδόσεις κόμματος μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο εκτιμάται ότι θα έχει το Φιλελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα (LDP) της Σαναέ Τακαΐτσι στις εκλογές για την ανάδειξη των 465 μελών της Κάτω Βουλής (Βουλής των Αντιπροσώπων), που προκηρύχθηκαν πρόωρα, με φόντο την όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών αλλά και των «τριβών» μεταξύ συμμάχων.
Με τη συμμετοχή να κυμαίνεται σε πολύ χαμηλά επίπεδα (γύρω στο 56%), βασικά στοιχεία του πολιτικού χάρτη με βάση τα αποτελέσματα, ήταν τα εξής:
- Το LDP κέρδισε 316 έδρες, έναντι 198 στις προηγούμενες εκλογές (Οκτώβρης 2024).
- Το Κόμμα Καινοτομίας, με το οποίο το LDP συγκρότησαν συμμαχία τον περασμένο Οκτώβρη, πήρε 36 έδρες (από 38 στις προηγούμενες εκλογές).
- Η συμμαχία «Chudo», που συγκρότησαν το - θεωρούμενο πλέον ως βασικότερο κόμμα της αντιπολίτευσης, Συνταγματικό Δημοκρατικό Κόμμα μαζί με το Komeito - συγκέντρωσε μόλις 49 έδρες (από 172 που είχαν τα δύο κόμματα στις προηγούμενες εκλογές).
- Το κόμμα Sanseito, με σύνθημα «Πρώτα η Ιαπωνία!» κατέλαβε 15 έδρες (από 3 στις προηγούμενες εκλογές για την κάτω Βουλή).
- Το νέο κόμμα «Ομάδα Μέλλοντος» έλαβε 11 έδρες.
- Το ΚΚ Ιαπωνίας έλαβε 4 έδρες (από 8 στις προηγούμενες εκλογές).
Η συντριπτική πρωτιά του LDP εκτιμάται ότι θα δώσει νέα ορμή στις διεργασίες για την ακόμα πιο αποφασιστική υλοποίηση διατάξεων του Συντάγματος για τη δράση των Ενόπλων Δυνάμεων εκτός συνόρων, ενώ στα σκαριά βρίσκεται και νέα αναθεώρηση, καθώς «φουντώνει» η συζήτηση και για τη λεγόμενη «πυρηνική αποτροπή», που ορισμένοι συνδέουν ακόμα και με τη «φιλοξενία» πυρηνικών όπλων συμμάχων στην ιαπωνική επικράτεια.
Στις πρώτες της δηλώσεις, η 64χρονη Τακαΐτσι δήλωσε ότι συναισθάνεται «την πολύ βαριά ευθύνη να κάνει την Ιαπωνία πιο ισχυρή και πιο ευημερούσα». Αναφερόμενη δε στην εξωτερική πολιτική, χαρακτήρισε «άνευ ορίων» τις δυνατότητες συνεργασίας με τις ΗΠΑ. Απευθυνόμενη στο Πεκίνο, υποστήριξε ότι «συνεχίζουμε την ανταλλαγή απόψεων (...) με συντεταγμένο και προσήκοντα τρόπο».
Την Τακαΐτσι έσπευσε να συγχαρεί ο Αμερικανός Πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ, ευχόμενός της «μεγάλη επιτυχία στην εφαρμογή του συντηρητικού προγράμματός σου με άξονα την "ειρήνη διά της ισχύος"». Ακόμα, ο Πρόεδρος της Ταϊβάν, Λάι Τσινγκ-τε.
Από τη μεριά της Κίνας, εκπρόσωπος του ΥΠΕΞ δήλωσε ότι το Πεκίνο δεσμεύεται για «αποφασιστική απάντηση», αν «οι ακροδεξιές, ιαπωνικές δυνάμεις εκτιμήσουν λανθασμένα την κατάσταση και δράσουν με ανεύθυνο και απερίσκεπτο τρόπο».
Την ...κατάληψη πλοίου στον Ινδικό Ωκεανό το οποίο καταδίωκαν από την Καραϊβική (!), επειδή - σύμφωνα με την Ουάσιγκτον - παρέκαμψε τον αμερικανικό αποκλεισμό, ανακοίνωσε το Πεντάγωνο. Πρόκειται για το πλοίο «Aquila II», το οποίο αμερικανικές Ενοπλες Δυνάμεις «αναχαίτισαν» και μετά «επιβιβάστηκαν» σε αυτό «χωρίς απρόοπτα», ύστερα από μακρά καταδίωξη μεταξύ Καραϊβικής και Ινδικού, όπως αναφέρει η σχετική ανακοίνωση.
Σύμφωνα με στοιχεία της βενεζουελάνικης κρατικής εταιρείας PDVSA, τα οποία επικαλέστηκε και το «Reuters», το «Aquilla II» απέπλευσε μαζί με άλλα πλοία από τη Βενεζουέλα στις αρχές Γενάρη, μεταφέροντας περίπου 700.000 βαρέλια αργού πετρελαίου, με προορισμό την Κίνα. Τα περισσότερα από αυτά τα πλοία έχουν επιστρέψει στη Βενεζουέλα ή έχουν κατασχεθεί από αμερικανικές δυνάμεις.
Στο μεταξύ η ηγέτιδα της αντιπολίτευσης στη Βενεζουέλα, Μαρία Κορίνα Ματσάδο, κατήγγειλε ότι ο στενός της συνεργάτης, Χουάν Πάμπλο Γκουανίπα, συνελήφθη ξανά, μόλις 12 ώρες μετά την αποφυλάκισή του. Η αρμόδια Εισαγγελία ανέφερε ότι παραβιάστηκαν οι όροι της αποφυλάκισης του Γκουανίπα, στους οποίους περιλαμβανόταν και ο κατ' οίκον περιορισμός του.
«Τα τελευταία χρόνια μάς έχουν δείξει πως δεν υπάρχει όριο στη βαρβαρότητα του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού», τονίζει σε ανακοίνωσή του ο Ελληνοκουβανικός Σύνδεσμος Φιλίας και Αλληλεγγύης και τονίζει ότι «μετά τον πόλεμο της Ουκρανίας και το ολοκαύτωμα της Παλαιστίνης, έρχεται η απόφαση εξόντωσης ενός ολόκληρου πληθυσμού».
Ο Σύνδεσμος υπογραμμίζει μεταξύ άλλων ότι «ο οικονομικός, εμπορικός και χρηματοπιστωτικός αποκλεισμός της Κούβας, που εντάθηκε σημαντικά τα τελευταία επτά χρόνια, έφτασε στο απόλυτο επίπεδο μετά την πειρατική επιδρομή των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα και συνοδεύεται από ανοιχτές απειλές στρατιωτικής επέμβασης (...) Η μακρόχρονη οικονομική ασφυξία τώρα έγινε ολοκληρωτική, καθώς λείπει οποιαδήποτε ουσιαστική βοήθεια ακόμα και από χώρες που διατείνονται πως διάκεινται φιλικά απέναντι στην Κούβα και με τις οποίες έχει καλές σχέσεις».
Και καταλήγει: «Το διεθνιστικό κίνημα αλληλεγγύης θα κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να τερματιστεί ο αποκλεισμός και να αποτραπεί οποιαδήποτε στρατιωτική πρόκληση ενάντια στο Νησί της Επανάστασης. Ακόμα, θα προσπαθήσει με κάθε τρόπο να συνεισφέρει ώστε να δοθεί έστω και μια μικρή ανακούφιση στον δοκιμαζόμενο αλλά ακατάβλητο κουβανικό λαό».
Τριήμερη πανεθνική απεργία ξεκίνησαν χθες οι μηχανοδηγοί τρένων στην Ισπανία, διαμαρτυρόμενοι για την έλλειψη μέτρων ασφαλείας στο σιδηροδρομικό σύστημα της χώρας.
Η απεργία αυτή έρχεται μετά από τα δύο θανατηφόρα σιδηροδρομικά δυστυχήματα τον Γενάρη, ένα στην Ανταμούζ, στη νότια περιοχή της χώρας, που στοίχισε τη ζωή σε 46 ανθρώπους, και το δεύτερο μόλις δύο ημέρες αργότερα κοντά στη Βαρκελώνη, όπου σκοτώθηκε ένας μηχανοδηγός και δεκάδες τραυματίστηκαν.
Οπως αποδείχθηκε και στις δύο περιπτώσεις, επρόκειτο για προδιαγεγραμμένα εγκλήματα, καθώς τα προβλήματα για ελλιπή συντήρηση και υποστελέχωση ήταν γνωστά στους αρμόδιους, μετά από καταγγελίες των εργαζομένων. Το συνδικάτο μηχανοδηγών Semaf απαιτεί την πρόσληψη περισσότερου προσωπικού και χρηματοδότηση έργων για την ασφάλεια του σιδηροδρομικού δικτύου.
Ποινή φυλάκισης 20 ετών επέβαλε δικαστήριο του Χονγκ Κονγκ στον Τζίμι Λάι, πρώην μεγιστάνα των Μέσων Ενημέρωσης και επικριτή της Κίνας, για «αθέμιτη σύμπραξη με ξένες δυνάμεις και διέγερση σε εξέγερση μέσω του Τύπου». Βρετανία και ΗΠΑ ζητούν να αφεθεί ελεύθερος.
Ο επιχειρηματίας και ιδρυτής της εφημερίδας «Apple Daily», που πλέον έχει αναστείλει την έκδοσή της, αντιμετώπιζε ποινή έως και ισόβιας κάθειρξης. Η καταδίκη του απαγγέλθηκε δυνάμει του νέου νόμου «περί εθνικής ασφάλειας», με έμφαση στη συνεργασία με «ξένες δυνάμεις», ο οποίος επιβλήθηκε από το Πεκίνο έπειτα από τις διαδηλώσεις το 2019 για «ανεξαρτησία» του Χονγκ Κονγκ - που επιστράφηκε στην Κίνα από τη Βρετανία το 1997.
Ο Τζίμι Λάι, κάτοχος βρετανικού διαβατηρίου, φυλακίστηκε το 2020 και κρατείται σε απομόνωση κατόπιν «δικού του αιτήματος».
Ο Βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ κατήγγειλε την «πολιτική δίωξη» σε βάρος του Λάι και είπε ότι αναφέρθηκε στην υπόθεση κατά τη διάρκεια των συνομιλιών του με τον Κινέζο Πρόεδρο, Σι Τζινπίνγκ, τον περασμένο μήνα στο Πεκίνο.