Σύμφωνα με στοιχεία του SIPRI προσέγγισαν τα 3 τρισ. δολάρια, με Ευρώπη και Ασία - Ωκεανία να «σέρνουν τον χορό»
Οι παγκόσμιες στρατιωτικές δαπάνες αυξήθηκαν και πέρυσι, κατά 2,9% |
Ο τεράστιος παραγόμενος πλούτος δαπανάται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στον πόλεμο και το 2025 οι λαοί πλήρωσαν με τον ιδρώτα τους - και χιλιάδες με το αίμα τους - σχεδόν 3 τρισ. δολάρια (2,9 δισ.): Το 2,5% του παγκόσμιου ΑΕΠ, το υψηλότερο ποσοστό από το 2009, δαπανήθηκε για στρατιωτικούς σκοπούς.
Σε σχέση με το 2024 η αύξηση των στρατιωτικών δαπανών ήταν 2,9%. Αν και μικρότερη από την ετήσια αύξηση 9,7% που είχε καταγραφεί το 2024, η επιβράδυνση αυτή οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη συγκυριακή και πρόσκαιρη μείωση των στρατιωτικών δαπανών των ΗΠΑ. Εκτός ΗΠΑ, οι συνολικές στρατιωτικές δαπάνες στον κόσμο αυξήθηκαν κατά 9,2% το 2025.
Αυτά τα στοιχεία της φετινής έκθεσης του Διεθνούς Ινστιτούτου Ερευνας για την Ειρήνη με έδρα τη Στοκχόλμη (SIPRI) δεν είναι απλά νούμερα. Αν κοιτάξουμε τον χάρτη, από τις φλόγες του ανταγωνισμού και του πολέμου για πρώτες ύλες, αγορές, δρόμους μεταφοράς Ενέργειας και εμπορευμάτων δεν εξαιρείται καμία περιοχή, από τη μακρινή Αρκτική μέχρι την Αφρική, από τη Λατινική Αμερική μέχρι τον Ινδο-Ειρηνικό.
«Οι παγκόσμιες στρατιωτικές δαπάνες αυξήθηκαν ξανά το 2025, με φόντο έναν ακόμη χρόνο πολέμων, αβεβαιότητας και γεωπολιτικών αναταραχών με μεγάλης κλίμακας εξοπλιστικές επιχειρήσεις», δήλωσε ο Xiao Liang, ερευνητής του SIPRI. «Δεδομένου του εύρους των τρεχουσών κρίσεων, καθώς και των μακροπρόθεσμων στόχων στρατιωτικών δαπανών πολλών κρατών, αυτή η αύξηση πιθανότατα θα συνεχιστεί το 2026 και μετά», πρόσθεσε.
Οι τρεις χώρες που δαπάνησαν τα υψηλότερα ποσά - ΗΠΑ, Κίνα και Ρωσία - αντιπροσωπεύουν μαζί πάνω από το μισό του συνόλου, δηλαδή 1,480 τρισ. δολάρια.
Η μείωση των δαπανών των ΗΠΑ υπερκαλύφθηκε από μεγάλες αυξήσεις στην Ευρώπη και στην Ασία την περασμένη χρονιά, η οποία «σημαδεύτηκε από πολέμους και κλιμάκωση των εντάσεων», σημειώνει ο Λ. Σκαραζάτο, ερευνητής του SIPRI.
Οι ΗΠΑ δαπάνησαν 954 δισ. δολάρια, ποσό μειωμένο κατά 7,5% σε σύγκριση με το 2024. Ομως η μείωση αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι δεν εγκρίθηκε κανένα νέο πακέτο οικονομικής - στρατιωτικής βοήθειας στην Ουκρανία, αντίθετα με τα τρία προηγούμενα χρόνια, όταν η Ουάσιγκτον διοχέτευσε στο Κίεβο 127 δισ. δολάρια.
Εξάλλου, η μείωση αυτή θα είναι βραχεία, καθώς το αμερικανικό Κογκρέσο ενέκρινε δαπάνες που ξεπερνούν το 1 τρισ. δολάρια για το 2026 και μπορεί να φτάσουν έως και το 1,5 τρισ. το 2027, αν υιοθετηθεί η πρόταση προϋπολογισμού της κυβέρνησης Τραμπ.
Πάντως οι ΗΠΑ αύξησαν τις επενδύσεις τόσο σε πυρηνικές όσο και σε συμβατικές στρατιωτικές δυνατότητες για να διατηρήσουν την κυριαρχία τους στο δυτικό ημισφαίριο και να αποτρέψουν την Κίνα στον Ινδο-Ειρηνικό, που είναι και οι βασικοί στόχοι της νέας «Στρατηγικής Εθνικής Ασφάλειας».
Κύριος μοχλός της παγκόσμιας αύξησης ήταν η Ευρώπη (συμπεριλαμβανομένων της Ρωσίας και της Ουκρανίας), όπου οι δαπάνες αυξήθηκαν κατά 14%, φτάνοντας τα 864 δισ. δολάρια.
Αυτό εξηγείται «από δύο μείζονες παράγοντες. Ο ένας είναι ο πόλεμος που εξελίσσεται στην Ουκρανία και ο άλλος είναι η απεμπλοκή των ΗΠΑ από την Ευρώπη», επισημαίνει ο Σκαραζάτο. Οι δαπάνες της Ρωσίας και της Ουκρανίας συνέχισαν να αυξάνονται κατά το τέταρτο έτος της ιμπεριαλιστικής σύγκρουσης, ενώ παράλληλα εντείνεται η πολεμική προετοιμασία για μια μελλοντική επέκταση της σύγκρουσης με τη Ρωσία.
Ετσι, τα 29 ευρωπαϊκά μέλη του ΝΑΤΟ δαπάνησαν συνολικά 559 δισ. δολάρια το 2025 και 22 από αυτά είχαν στρατιωτικές δαπάνες τουλάχιστον στο 2% του ΑΕΠ τους, σύμφωνα με το SIPRI.
Η Γερμανία ήταν η χώρα με τις υψηλότερες στρατιωτικές δαπάνες στην ομάδα και τέταρτη στον κόσμο, με τις δαπάνες της να αυξάνονται κατά 24%, φτάνοντας τα 114 δισ. δολάρια. Ετσι, η Γερμανία το 2025 ξεπέρασε τον παλιό ΝΑΤΟικό στόχο του 2% για πρώτη φορά από το 1990, φτάνοντας στο 2,3% του ΑΕΠ.
Η Ισπανία αύξησε επίσης κατά πολύ τις δαπάνες της (+50%), στα 40,2 δισ. δολάρια, ξεπερνώντας το 2% του ΑΕΠ της για πρώτη φορά μετά το 1994.
Μεταξύ 2024 και 2025 οι στρατιωτικές δαπάνες του Ηνωμένου Βασιλείου μειώθηκαν κατά 2%, στα 89 δισ. δολάρια, ενώ της Γαλλίας αυξήθηκαν κατά 1,5%, στα 68 δισ.
Η Ελλάδα παραμένει από τις χώρες - μέλη του ΝΑΤΟ με τις υψηλότερες στρατιωτικές δαπάνες σε σχέση με το ΑΕΠ, στο 3% (πίσω μόνο από την Πολωνία, τις Βαλτικές Χώρες, τη Δανία και τη Νορβηγία).
«Το 2025 οι στρατιωτικές δαπάνες των ευρωπαϊκών μελών του ΝΑΤΟ αυξήθηκαν ταχύτερα από οποιαδήποτε άλλη στιγμή από το 1953», τονίζει το SIPRI. «Καθώς τα κράτη προσπαθούν να επιτύχουν τους νέους στόχους του ΝΑΤΟ που συμφωνήθηκαν το 2025», στο 3,5% του ΑΕΠ για εξοπλισμούς και στο 1,5% για υποδομές, «τα όρια μεταξύ των στρατιωτικών και άλλων δαπανών που σχετίζονται με την άμυνα και την ασφάλεια γίνονται ασαφή».
Οι στρατιωτικές δαπάνες της Ρωσίας αυξήθηκαν κατά 5,9% το 2025, στα 190 δισ. δολάρια, στο 7,5% του ΑΕΠ της.
Η Ουκρανία, η έβδομη χώρα στον κόσμο με τις μεγαλύτερες δαπάνες το 2025, τις αύξησε κατά 20%, στα 84,1 δισ. δολάρια και στο 40% του ΑΕΠ της.
Τη μεγαλύτερη ετήσια αύξηση από το 2009 κατέγραψαν το 2025 οι στρατιωτικές δαπάνες των κρατών σε Ασία και Ωκεανία, αναδεικνύοντας τη μεγάλη γεωπολιτική σημασία της περιοχής, που «βαραίνει» στον ανταγωνισμό ΗΠΑ - Κίνας για την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία. Συνολικά ανήλθαν σε 681 δισ. δολάρια, αυξημένες κατά 8,1% σε σύγκριση με το 2024.
Η Κίνα, που αυξάνει τις στρατιωτικές δαπάνες της κάθε χρόνο τις τρεις τελευταίες δεκαετίες, το 2025 τις αύξησε κατά 7,4% και διέθεσε περίπου 336 δισ. δολάρια. Αυτή ήταν η 31η συνεχόμενη αύξηση σε ετήσια βάση.
Οι στρατιωτικές δαπάνες της Ιαπωνίας αυξήθηκαν κατά 9,7%, φτάνοντας τα 62,2 δισ. δολάρια το 2025, που αντιστοιχούν στο 1,4% του ΑΕΠ της - το υψηλότερο ποσοστό από το 1958.
Η Ταϊβάν βρίσκεται στο επίκεντρο του ανταγωνισμού της Κίνας και των ΗΠΑ, και τα τελευταία χρόνια προμηθεύεται όλο και περισσότερα - και πιο σύγχρονα - αμερικανικά όπλα, ενώ όλο και εντείνονται οι στρατιωτικές ασκήσεις της Κίνας γύρω από το νησί. Οι στρατιωτικές δαπάνες της Ταϊβάν αυξήθηκαν κατά 14%, στα 18,2 δισ. δολάρια (2,1% του ΑΕΠ της). Πρόκειται για τη μεγαλύτερη ετήσια αύξηση τουλάχιστον από το 1988.
Αλλοι «σύμμαχοι» των ΗΠΑ στην περιοχή, όπως η Αυστραλία, η Ιαπωνία και οι Φιλιππίνες, δαπανούν περισσότερα για τους στρατούς τους, όχι μόνο λόγω των περιφερειακών γεωπολιτικών ανταγωνισμών, αλλά και «λόγω της αυξανόμενης αβεβαιότητας σχετικά με την υποστήριξη των ΗΠΑ», επισημαίνει ερευνητής του SIPRI:
«Οπως και στην Ευρώπη, οι σύμμαχοι των ΗΠΑ στην Ασία και στην Ωκεανία δέχονται κι αυτοί πιέσεις από την κυβέρνηση Τραμπ να δαπανήσουν περισσότερα για τους στρατούς τους».
Η Ινδία, πέμπτη στον κόσμο σε στρατιωτικές δαπάνες, το 2025 τις αύξησε κατά 8,9%, στα 92,1 δισ. δολάρια, ενώ του Πακιστάν αυξήθηκαν κατά 11%, στα 11,9 δισ.
Υψηλά αλλά σταθερές παρέμειναν το 2025 οι στρατιωτικές δαπάνες στη Μέση Ανατολή, παρά τις ιμπεριαλιστικές συγκρούσεις στην περιοχή, φτάνοντας τα 218 δισ. δολάρια. Ενώ οι περισσότερες χώρες της περιφέρειας αύξησαν τις στρατιωτικές δαπάνες τους, το Ισραήλ και το Ιράν τις μείωσαν πέρυσι.
Στο Ιράν οι στρατιωτικές δαπάνες μειώθηκαν κατά 5,6%, στα 7,4 δισ. δολάρια, η μείωση αυτή όμως εξηγείται κυρίως από το γεγονός ότι ο πληθωρισμός σε ετήσια βάση ήταν υψηλός και ανήλθε στο 42%. Οι δαπάνες σε ονομαστικούς όρους αυξήθηκαν.
«Παρά τις πρόσφατες συγκρούσεις, οι στρατιωτικές δαπάνες του Ιράν μειώθηκαν σε πραγματικούς όρους, λόγω οικονομικών δυσκολιών», λέει η Zubaida Karim, ερευνήτρια στο SIPRI. Ωστόσο τα επίσημα στοιχεία σχεδόν σίγουρα υποεκτιμούν το πραγματικό επίπεδο των δαπανών του, καθώς η Τεχεράνη χρησιμοποιεί επίσης έσοδα από το πετρέλαιο εκτός προϋπολογισμού για τη χρηματοδότηση του στρατού, την παραγωγή πυραύλων και drones.
Οι στρατιωτικές δαπάνες του Ισραήλ μειώθηκαν κατά 4,9%, στα 48,3 δισ. δολάρια, όμως ήταν αυξημένες κατά 97% σε σύγκριση με το 2022.
Οι στρατιωτικές δαπάνες της Τουρκίας αυξήθηκαν κατά 7,2% το 2025, στα 30 δισ. δολάρια, εν μέρει λόγω των συνεχιζόμενων στρατιωτικών επιχειρήσεων σε Ιράκ, Σομαλία και Συρία.
Οι στρατιωτικές δαπάνες της Σαουδικής Αραβίας αυξήθηκαν κατά 1,4%, φτάνοντας τα 83,2 δισ. δολάρια και καθιστώντας την όγδοη στον κόσμο.
Τέλος, στην Αφρική - με πολλές ιμπεριαλιστικές συγκρούσεις σε εξέλιξη - οι συνολικές στρατιωτικές δαπάνες αυξήθηκαν κατά 8,5% το 2025, φτάνοντας τα 58,2 δισ. δολάρια. Ειδικά στη Νιγηρία αυξήθηκαν κατά 55%, στα 2,1 δισ. δολάρια.
Ενα αποκαλυπτικό παράδειγμα, από τη συμμετοχή τους στο πρόγραμμα European Defence Fund (EDF) 2025 | Κρίσιμο ζήτημα η στάση κάθε φοιτητή, επιστήμονα, ερευνητή
Από κινητοποίηση έξω από τον «Δημόκριτο» |
Η προετοιμασία αυτή ενσωματώνει ολοένα και περισσότερο την επιστημονική έρευνα και την πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Ο πολεμικός ανταγωνισμός έχει ανάγκη από νέα, πιο καταστροφικά όπλα, διττής χρήσης υποδομές, αναβαθμισμένες και πανταχού παρούσες υπηρεσίες παρακολούθησης και χειραγώγησης. Οπως έχει ανάγκη και από νέα πολεμικά αφηγήματα και επιστημονικό δυναμικό πρόθυμο να στηρίξει τη γενίκευση και κλιμάκωση του ιμπεριαλιστικού πολέμου.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, στο πλαίσιο του EDF 2025 εγκρίθηκαν 57 έργα με συνολική χρηματοδότηση περίπου 1 δισ. ευρώ, στα οποία συμμετέχουν 634 νομικές οντότητες από 26 κράτη - μέλη και συνεργαζόμενες χώρες. Το πρόγραμμα εστιάζει στις τεχνολογίες αιχμής που είναι αναγκαίες στα νέα πολεμικά πεδία, όπως η Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ) και η κυβερνοασφάλεια, τα ναυτικά συστήματα, οι διαστημικές εφαρμογές και τα προηγμένα υλικά.
RIZOSPASTIS |
Διαμαρτυρία για την αναθεώρηση του κανονισμού του ΕΛΚΕ προκειμένου να χρηματοδοτείται από ΝΑΤΟικά προγράμματα |
Σε ό,τι αφορά το ερευνητικό και τεχνολογικό έργο, η ελληνική συμμετοχή καλύπτει ένα ευρύ φάσμα κρίσιμων τομέων. Ενας από αυτούς είναι η Τεχνητή Νοημοσύνη και τα ψηφιακά συστήματα, με έργα όπως τα LLM Secret, RHESIS, MIDAS και AI-SHIELD, που επικεντρώνονται σε συστήματα ΤΝ, αλληλεπίδρασης ανθρώπου - ΤΝ και ασφαλούς επεξεργασίας δεδομένων.
Σημαντική είναι επίσης η παρουσία στον τομέα της κυβερνοασφάλειας και των επικοινωνιών (ECC22, SEQULITE), όπου αναπτύσσεται τεχνολογία σχετική με την ανθεκτικότητα και την ασφάλεια των δικτύων για πολεμικούς σκοπούς. Τέλος, πολλά από τα προγράμματα που «τρέχουν» αφορούν αεροπορικά συστήματα και τεχνολογίες προστασίας από χημικές, βιολογικές, ραδιολογικές και πυρηνικές απειλές (EPIC2, EICACS2, RESILIENCE).
Συνολικά 8 ελληνικοί ακαδημαϊκοί και ερευνητικοί φορείς συμμετέχουν σε τουλάχιστον 11 έργα EDF 2025, κάτι που αντιστοιχεί στο 19% των συνολικών έργων. Η συμμετοχή ελληνικών ΑΕΙ και ερευνητικών κέντρων στην έρευνα για πολεμικούς σκοπούς δεν είναι βέβαια κάτι καινούργιο. Εχει προηγηθεί η συνεργασία πολλών από αυτά με το ΝΑΤΟ ή και άλλους οργανισμούς στην ανάπτυξη τεχνογνωσίας «διττής χρήσης».
Συμμετοχή ανά χώρα της ΕΕ στα 15 πιο σημαντικά προγράμματα στο πλαίσιο του EDF 2025, όπως προσδιορίζονται στον «Οδικό Χάρτη για την Αμυντική Ετοιμότητα 2030» |
1. Εθνικό Κέντρο Ερευνας & Τεχνολογικής Ανάπτυξης (ΕΚΕΤΑ). Συμμετέχει σε 4 έργα (LLM Secret, RHESIS, TRIDENT, DEEP-TECH) και έχει ρόλο συντονιστή στο RHESIS. Το ΕΚΕΤΑ ερευνά κυρίως στους τομείς της Τεχνητής Νοημοσύνης, της ανάλυσης δεδομένων και των αυτόνομων συστημάτων.
2. Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο (ΕΜΠ). Συμμετέχει μέσα από το Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Συστημάτων Επικοινωνιών και Υπολογιστών (ΕΠΙΣΕΥ) στο RHESIS, συνεισφέροντας σε συστήματα επικοινωνιών, ΤΝ και κυβερνοασφάλειας, ενώ λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος μεταξύ ακαδημαϊκής έρευνας και εφαρμοσμένων συστημάτων.
3. Ερευνητικό Κέντρο «Αθηνά» και Ιδρυμα Τεχνολογίας και Ερευνας (ΙΤΕ). Συμμετέχουν στο έργο LLM Secret, εστιάζοντας σε «ασφαλή και αξιόπιστη Τεχνητή Νοημοσύνη», έναν από τους βασικότερους τεχνολογικούς τομείς στο EDF.
4. Εθνικό Κέντρο Ερευνας Φυσικών Επιστημών «Δημόκριτος». Συμμετέχει στο ECC2, το οποίο αφορά κυβερνοάμυνα και ενοποιημένα συστήματα ψηφιακής διοίκησης, τομέας μεγάλης στρατηγικής σημασίας για την ΕΕ.
5. Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΕΚΠΑ). Εμφανίζεται στο RESILIENCE-R-2025, το οποίο σχετίζεται με τεχνολογίες προστασίας από χημικές, βιολογικές, ραδιολογικές και πυρηνικές απειλές, και τους κινδύνους που σχετίζονται με τον πόλεμο.
6. Πανεπιστήμιο Πατρών. Συμμετέχει στα έργα ΕICACS2 και EPIIC2, τα οποία σχετίζονται με αεροπορικά συστήματα, ηλεκτρονικά και avionics.
7. Σχολή Ικάρων. Εχει αναβαθμισμένο ρόλο τα τελευταία χρόνια και συμμετέχει στα AI-SHIELD και EPIIC2, συνεισφέροντας σε εφαρμογές Τεχνητής Νοημοσύνης και αεροπορικά επιχειρησιακά συστήματα, για την ενσωμάτωση της επιχειρησιακής διάστασης στα ερευνητικά σχήματα.
Οι ελληνικοί ερευνητικοί φορείς δεν λειτουργούν απλώς ως υποστηρικτικοί εταίροι, αλλά ως κομβικοί παραγωγοί τεχνογνωσίας, συμβάλλοντας ουσιαστικά στη διαμόρφωση της επόμενης γενιάς ευρωπαϊκών πολεμικών τεχνολογιών. Από αυτήν τη σκοπιά, η συμμετοχή τους στα προγράμματα του EDF δεν αποτελεί μια «ουδέτερη» ερευνητική δραστηριότητα, όπως επιχειρείται να παρουσιαστεί από την κυβέρνηση και τις πρυτανικές αρχές για να «χρυσώσουν το χάπι» της ελληνικής εμπλοκής στον πόλεμο μέσω και της έρευνας.
Πέρα από το γεγονός ότι η γνώση και η έρευνα που παράγουν χιλιάδες εργαζόμενοι, ερευνητές και ακαδημαϊκοί αξιοποιούνται για την ανάπτυξη πολεμικού υλικού που θα σπείρει την καταστροφή και τον θάνατο στα πεδία των ιμπεριαλιστικών συγκρούσεων, η εμπλοκή ελληνικών ιδρυμάτων σε τέτοιους βρώμικους σκοπούς τα μετατρέπει και σε στόχους αντιποίνων για τα αντίπαλα στο ΝΑΤΟ ιμπεριαλιστικά κέντρα, αφού παίζουν κρίσιμο ρόλο στην πολεμική οικονομία και κατ' επέκταση στην ανάπτυξη της πολεμικής μηχανής.
Τα πανεπιστήμια μετατρέπονται σε ερευνητικό βραχίονα στρατιωτικών και επιχειρηματικών συμφερόντων, με προτεραιότητες που καθορίζονται από τις ανάγκες της επίτευξης μεγαλύτερου κέρδους μέσα στην πολεμική οικονομία, των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και της καταστολής. Απ' αυτήν τη σκοπιά, και για να κάμψουν τις αντιδράσεις, δεν είναι τυχαίο ότι το τελευταίο διάστημα, πατώντας στο νομικό οπλοστάσιο που έχουν χτίσει μεθοδικά όλες οι κυβερνήσεις, στα πανεπιστήμια εφαρμόζονται όλο και σκληρότερα μέτρα πειθάρχησης και καταστολής, για να επιβληθεί το δόγμα «τα κεφάλια μέσα».
Απέναντι σε αυτές τις εξελίξεις, που τρέχουν με καταιγιστικούς ρυθμούς, φοιτητικοί σύλλογοι, σύλλογοι ΔΕΠ, ερευνητών, διδακτορικών φοιτητών και εργαζομένων στα πανεπιστήμια και στα ερευνητικά κέντρα εντείνουν την πάλη για να αποκαλύπτεται πλατιά ο επικίνδυνος χαρακτήρας αυτών των προγραμμάτων και της εμπλοκής των πανεπιστημιακών - ερευνητικών ιδρυμάτων στην πολεμική βιομηχανία.
Συγκρούονται με την προσπάθεια να εμφανιστεί η πολεμική έρευνα ως δήθεν «ουδέτερη», απαιτούν να σταματήσει κάθε συμμετοχή των ΑΕΙ και των ερευνητικών κέντρων σε προγράμματα που υπηρετούν πολεμικούς και ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς.
Στις σημερινές συνθήκες, όπου η επιστήμη καλείται όλο και περισσότερο να υπηρετεί πολεμικούς και κατασταλτικούς σκοπούς, είναι κρίσιμη η στάση του εργατικού και φοιτητικού κινήματος, όπως και κάθε καθηγητή, ερευνητή, εργαζόμενου, φοιτητή, για να μην επιτρέψουν να μετατραπούν η γνώση και η δημιουργικότητά τους σε εργαλεία καταστροφής.
Αυτοί οι σχεδιασμοί εντείνουν ταυτόχρονα την υποχρηματοδότηση σημαντικών πλευρών της λειτουργίας των Ιδρυμάτων, όπως η φοιτητική μέριμνα, η πρόσληψη του αναγκαίου εκπαιδευτικού προσωπικού στα πανεπιστήμια κ.λπ., και απαξιώνουν ολοένα και περισσότερο την έρευνα που συνδέεται ακόμα και με στοιχειώδεις λαϊκές ανάγκες, αν τα αποτελέσματά της δεν έχουν κάποια ανταποδοτικότητα για το κεφάλαιο.
Μαζί λοιπόν με την εναντίωση στην εμπλοκή των πανεπιστημίων και των επιστημόνων στα πολεμικά σχέδια των ιμπεριαλιστών είναι ανάγκη να δυναμώσει η διαπάλη για τον συνολικό προσανατολισμό της έρευνας, που κάτω από άλλες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες, με κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής, εργατικό έλεγχο και κεντρικό σχεδιασμό, θα παίζει καθοριστικό ρόλο στην ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών στην Υγεία, στην Πρόληψη, στην ενεργειακή επάρκεια, στις ασφαλείς μεταφορές, στην προστασία του περιβάλλοντος κ.λπ.
Η προοπτική αυτή δεν είναι υπόθεση κάποιου μακρινού μέλλοντος. Διαμορφώνεται σήμερα, σε σύγκρουση με την αντιλαϊκή πολιτική και το σύστημα του κέρδους, που αντιμετωπίζουν την επιστημονική γνώση και την τεχνολογική ανάπτυξη ως εργαλεία στήριξης των ομίλων, αντί αυτές να υπηρετούν την ευημερία και την πρόοδο του λαού.
Ο Τραμπ απείλησε να μειώσει ή να αποσύρει τα αμερικανικά στρατεύματα που σταθμεύουν σε Γερμανία, Ιταλία και Ισπανία
2026 The Associated Press. All |
Από πρόσφατη συνάντηση Τραμπ και Μερτς, όπου αναδείχθηκαν και οι αντιθέσεις που αντανακλούν συμφέροντα μονοπωλιακών ομίλων |
Οι αντιθέσεις και τα αντικρουόμενα συμφέροντα καθρεφτίζονται στις αλλεπάλληλες δηλώσεις, τις τελευταίες μέρες, του Γερμανού καγκελάριου Φρ. Μερτς και του Τραμπ.
Την περασμένη Δευτέρα ο Μερτς έκανε λόγο για «ταπείνωση των ΗΠΑ από το Ιράν», λέγοντας ότι η Ουάσιγκτον «δεν έχει προφανώς καμία απολύτως στρατηγική εξόδου».
Οπως είπε, το πρόβλημα με αντίστοιχες στρατιωτικές επιχειρήσεις δεν είναι το πώς κανείς εισέρχεται σε αυτές, αλλά πώς εξέρχεται: «Το είδαμε πολύ οδυνηρά στο Αφγανιστάν επί μια εικοσαετία. Το είδαμε και στο Ιράν».
«Ο καγκελάριος δεν έχει ιδέα για τι μιλάει» και «δεν είναι τυχαίο που η Γερμανία τα πηγαίνει τόσο άσχημα στην οικονομία και αλλού», απάντησε ο Τραμπ, ενώ στη συνέχεια ο Μερτς τόνισε πως οι σχέσεις Γερμανίας και ΗΠΑ παραμένουν καλές, όμως «στη Γερμανία και στην Ευρώπη υποφέρουμε από το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ. Ο πόλεμος είχε ανυπολόγιστες επιπτώσεις στον ενεργειακό μας εφοδιασμό και στην οικονομική μας ανθεκτικότητα. Επομένως, ζητώ να διευθετηθεί αυτή η σύγκρουση».
Την Πέμπτη ο Τραμπ επιτέθηκε εκ νέου στον «αναποτελεσματικό καγκελάριο», μιλώντας για «μια διαλυμένη χώρα», ειδικά στους τομείς της Ενέργειας και της μετανάστευσης.
Οπως δήλωσε, το Βερολίνο θα έπρεπε να επικεντρωθεί στο Ουκρανικό, όπου - κατά τον ίδιο - δεν έχει επιτύχει ουσιαστικά αποτελέσματα, και όχι στον πόλεμο με το Ιράν.
Λίγο νωρίτερα ο Τραμπ είχε απειλήσει με μερική απόσυρση αμερικανικών στρατευμάτων από τη Γερμανία, λέγοντας ότι αναμένεται σχετική απόφαση σύντομα. Οι ΗΠΑ διατηρούν περίπου 39.000 στρατιώτες στη Γερμανία, σχεδόν τους μισούς από όσους σταθμεύουν συνολικά στην Ευρώπη, ενώ μία από τις σημαντικότερες στρατιωτικές βάσεις τους παγκοσμίως βρίσκεται στο Ράμσταϊν, που παίζει κρίσιμο ρόλο και στον πόλεμο στην Ουκρανία.
Ο Μερτς απάντησε εμφανιζόμενος με στρατιωτική περιβολή σε βάση στο Μίνστερ, παρουσία Αμερικανών αξιωματούχων. Οπως δήλωσε, η συνεργασία των δύο χωρών είναι «προς αμοιβαίο όφελος, στο πλαίσιο μιας βαθιάς διατλαντικής συνεργασίας».
Την ίδια ώρα, ο Γερμανός ΥΠΕΞ Γ. Βάντεφουλ παραδέχτηκε ότι η Γερμανία προετοιμάζεται για το ενδεχόμενο μείωσης της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στη χώρα. Οπως ανέφερε, το Βερολίνο βρίσκεται σε στενή διαβούλευση με τους ΝΑΤΟικούς «συμμάχους» και αναμένει τις τελικές αποφάσεις από την πλευρά των ΗΠΑ.
Την Παρασκευή ο Τραμπ απείλησε να αποσύρει τα αμερικανικά στρατεύματα από την Ιταλία και την Ισπανία. Ερωτηθείς σχετικά, απάντησε στους δημοσιογράφους: «Πιθανώς... Γιατί να μην το κάνω; Η Ιταλία δεν μας έχει βοηθήσει καθόλου και η Ισπανία ήταν απαίσια, απολύτως απαίσια».
Ο Ιταλός υπουργός Αμυνας Γκ. Κροσέτο δήλωσε ότι «δεν καταλαβαίνει» τα κίνητρα του Τραμπ για την απειλή απόσυρσης των αμερικανικών στρατευμάτων και απέρριψε τις κατηγορίες ότι η Ρώμη δεν βοήθησε, ειδικά σε σχέση με την «ασφάλεια στη θάλασσα».
«Εχουμε επίσης δηλώσει διατεθειμένοι για μια αποστολή προστασίας της ναυτιλίας. Αυτό εκτιμήθηκε ιδιαίτερα από τον αμερικανικό στρατό», πρόσθεσε.
Περίπου 13.000 Αμερικανοί στρατιωτικοί βρίσκονται σε 7 ναυτικές βάσεις στην Ιταλία.
Οι ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι σε Ουκρανία και Μέση Ανατολή, τα δύο μεγάλα μέτωπα της παγκόσμιας αντιπαράθεσης, η σύνδεση των οποίων γίνεται όλο και πιο εμφανής, βρέθηκαν στο επίκεντρο της τηλεφωνικής επικοινωνίας που είχαν την Τετάρτη οι Πρόεδροι των ΗΠΑ, Ντ. Τραμπ, και της Ρωσίας, Βλ. Πούτιν, διάρκειας περίπου μιάμισης ώρας.
Σύμφωνα με τον σύμβουλο του Κρεμλίνου Γ. Ουσακόφ, ο Τραμπ τόνισε την ανάγκη τερματισμού των εχθροπραξιών στην Ουκρανία και εξέφρασε την πεποίθηση ότι μια συμφωνία για τον τερματισμό του πολέμου είναι «ήδη κοντά». Διαβεβαίωσε δε ότι θα συνεχιστούν οι επαφές τόσο με τη Μόσχα όσο και με το Κίεβο.
Από την πλευρά του, ο Πούτιν ισχυρίστηκε ότι οι ρωσικές δυνάμεις διατηρούν «στρατηγική πρωτοβουλία» στο πεδίο της μάχης και ωθούν τις ουκρανικές γραμμές προς τα πίσω. Επιπλέον, ανέφερε ότι από τις αρχές του 2026 η Ρωσία έχει παραδώσει στην Ουκρανία πάνω από 20.000 σορούς πεσόντων στρατιωτών, ενώ η Ουκρανία έχει επιστρέψει μόλις λίγο πάνω από 500.
Ο Πούτιν εξέφρασε επίσης την ετοιμότητά του να κηρύξει εκεχειρία κατά τη διάρκεια των εορτασμών της Ημέρας της Νίκης στην 9 Μάη - η ημέρα της Αντιφασιστικής Νίκης των Λαών ενάντια στη ναζιστική Γερμανία, την οποία καπηλεύεται η ηγεσία της καπιταλιστικής Ρωσίας.
Σε ό,τι αφορά τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, ο Πούτιν χαρακτήρισε «σωστή κίνηση» την απόφαση του Τραμπ να παρατείνει την εκεχειρία με το Ιράν, δίνοντας έτσι χρόνο στις διαπραγματεύσεις. Προειδοποίησε ωστόσο ότι μια ενδεχόμενη επανέναρξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ θα είχε «εξαιρετικά αρνητικές συνέπειες» για ολόκληρο τον κόσμο. Ιδιαίτερα απέρριψε κατηγορηματικά το ενδεχόμενο χερσαίας επιχείρησης στο έδαφος του Ιράν, χαρακτηρίζοντάς την «εντελώς απαράδεκτη».
Σύμφωνα με το Κρεμλίνο, ο Πούτιν κατέθεσε επίσης συγκεκριμένες προτάσεις για την «επίλυση» των διαφορών γύρω από το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.
«Οι δύο Πρόεδροι συζήτησαν τις μεγάλες προοπτικές για αμοιβαία επωφελή έργα στους τομείς της οικονομίας και της ενέργειας, και συμφώνησαν να διατηρήσουν επαφές τόσο προσωπικά όσο και σε επίπεδο βοηθών», μετέδωσε το TASS.
Ο Τραμπ χαρακτήρισε «πολύ καλή» τη συνομιλία με τον Ρώσο ομόλογό του. Μεταξύ άλλων είπε ότι πρότεινε στον Πούτιν «μια μικρή κατάπαυση του πυρός» στην Ουκρανία και δήλωσε πως «πιστεύω ότι μπορεί να το κάνει».
Σύμφωνα με τον Αμερικανό Πρόεδρο, ο Πούτιν προσφέρθηκε να «βοηθήσει» στο ζήτημα του εμπλουτισμένου ουρανίου του Ιράν - η Μόσχα έχει μεταξύ άλλων να «φιλοξενήσει» η ίδια τις ποσότητες υψηλά εμπλουτισμένου ουρανίου του Ιράν - αλλά «του είπα ότι θα προτιμούσα να εμπλακείς περισσότερο στον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία».
Σε νέα επιχείρηση τρομοκράτησης όσων αντιστέκονται στο μακέλεμα του παλαιστινιακού λαού προχώρησε η ισραηλινή αστυνομία, αποδεικνύοντας ακόμα μια φορά τί είδους «δημοκρατία» είναι αυτή που επικρατεί στο εσωτερικό του «στενού συμμάχου» και της κυβέρνησης της Ελλάδας, της σημερινής και όχι μόνο.
Κατοχικές δυνάμεις εισέβαλαν χτες στα γραφεία του ΚΚ Ισραήλ στην πόλη Ουμ αλ-Φαμ, στα κατεχόμενα από το 1948 εδάφη, κοντά στη Χάιφα. Αιτία; Οι παλαιστινιακές σημαίες που υπήρχαν στο χώρο και κατά τη κρίση του κράτους δολοφόνου έπρεπε πάραυτα να εξαφανιστούν. Ετσι οι «δυνάμεις της τάξης» εισέβαλαν κι αφού τις «κατέβασαν» τις πέταξαν έξω. Τέτοια είναι η πίεση που προκαλούν στο κράτος - δολοφόνο όσοι τολμούν και υπερασπίζονται την αλήθεια και το δίκιο, παρά την ωμή καταστολή που εκδηλώνεται κάθε ώρα και με κάθε τρόπο...
2026 The Associated Press. All |
Ισοπεδωμένες περιοχές στον νότιο Λίβανο |
Μπροστά στα πλήγματα αυτά, ο στρατός εισβολής κλιμακώνει τις φονικές αεροπορικές επιδρομές ξεκληρίζοντας ολόκληρες οικογένειες (όπως άλλωστε έκανε και στην περίπτωση της Γάζας από το 2023 και έπειτα). Από 29 Απρίλη ως 1η Μάη υπολογίζεται πως σκοτώθηκαν πάνω από 30 άμαχοι Λιβανέζοι πολίτες από ισραηλινά πυρά...
Στο φόντο κλιμάκωσης των ισραηλινών επιθέσεων που προκαλούν αντιδράσεις, οι ΗΠΑ εμφανίζονται να ...προτρέπουν την κυβέρνηση του Ισραήλ και του Λιβάνου για συνάντηση των ηγετών αμφοτέρων χωρών ανάμεσα δηλαδή στον Λιβανέζο Πρόεδρο Ζοζέφ Αούν και τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπέντζαμιν Νετανιάχου προκειμένου η κυβέρνηση Τραμπ να «κουκουλώσει» τη σύγκρουση και να παρουσίασε μία νέα «συμφωνία» υποτιθέμενης «ειρήνης». Το "δέλεαρ" που παρουσιάζουν οι ΗΠΑ προς την κυβέρνηση του Λιβάνου είναι πως μία συνάντηση τέτοιου μεγέθους θα "βοηθούσε" στην αποχώρηση των ισραηλινών στρατευμάτων από το Νότο (την ώρα που αυξάνουν ασφυκτικά κάθε πίεση για "αφοπλισμό της Χεζμπολάχ" πολλαπλασιάζοντας τις πιθανότητες ανάφλεξης εμφυλίου μπροστά στην άρνηση της οργάνωσης για κάτι τέτοιο).
Το ίδιο διάστημα η Παλαιστινιακή Αρχή που δέχεται εδώ και περίπου 1,5 χρόνο σθεναρές πιέσεις για «μεταρρυθμίσεις» διοργάνωσε το περασμένο Σάββατο περιορισμένης κλίμακας δημοτικές εκλογές σε μία περιοχή της Γάζας και σε μερικές δεκάδες δήμους της Δυτικής Οχθης ενώ οι ισραηλινές εισβολές του στρατού κατοχής και των εποίκων εντείνονται.
Στη Γάζα, οι στερήσεις βασικών αγαθών, όπως τα βασικά τρόφιμα και το καθαρό νερό, παραμένουν τεράστιες. Η ανθρωπιστική βοήθεια ή η άφιξη βαριών μηχανημάτων για την απομάκρυνση μπαζών εμποδίζεται συστηματικά από το Ισραήλ με τον επικεφαλής του λεγόμενου «Συμβουλίου Ειρήνης» του προέδρου Τραμπ, Νικολάι Μλαντένοφ να πραγματοποιεί αυτές τις μέρες επαφές σε Κάιρο και Τελ Αβίβ με στόχο το λεγόμενο «Σχέδιο Τραμπ» για την ανοικοδόμηση της Γάζας, αυτού που σχεδιάζεται ως αμερικανοισραηλινό προτεκτοράτο.
Στη Δυτική Οχθη επίσης οι κατοχικές αρχές εντείνουν την τρομοκράτηση των Παλαιστινίων με καθημερινές επιθέσεις, συλλήψεις, ταπεινωτικές ανακρίσεις, δήμευση και αρπαγή περιουσιών, εφαρμόζοντας στην πράξη τη ντε φάκτο προσάρτηση των παλαιστινιακών εδαφών. Από το σκηνικό της σκληρής κατοχής δεν λείπουν οι δολοφονίες Παλαιστινίων εφήβων και οι βάρβαρες επιθέσεις των εποίκων με την στήριξη του στρατού.
Η σύγκρουση, ως μέρος μιας ευρύτερης αντιπαράθεσης των ΗΠΑ και της Κίνας για την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία, είναι ανεπίστρεπτη. Ετσι συνεχίζεται σε αυτή τη φάση ο πόλεμος στη Μ. Ανατολή, και σε κυρίαρχο στοιχείο σύγκρουσης έχει αναδειχθεί ο έλεγχος των Στενών του Ορμούζ και ο πολυήμερος ναυτικός αποκλεισμός των ΗΠΑ σε ιρανικά λιμάνια.
Δημοσιεύματα όπως του «Axios» εμφανίζουν τον Αμερικανό Πρόεδρο, Ντ. Τραμπ, να έχει ενημερωθεί από τον επικεφαλής της Κεντρικής Διοίκησης των ΗΠΑ (CENTCOM), ναύαρχο Μπραντ Κούπερ, για νέα σχέδια πιθανής στρατιωτικής δράσης, προκειμένου να πιεστεί το Ιράν να κάτσει στο «τραπέζι» των διαπραγματεύσεων. Τα σχέδια αυτά περιλαμβάνουν, σύμφωνα με την ίδια αναφορά, ακόμα και την κατάληψη μέρους των Στενών του Ορμούζ, για να ανοίξουν ξανά, με πιθανή εμπλοκή χερσαίων δυνάμεων. Στις «επιλογές» που εξετάζονται είναι επίσης η παράταση του αμερικανικού αποκλεισμού των ιρανικών λιμανιών για μήνες ή ακόμη και να κηρύξει ο Τραμπ «νίκη» στα χαρτιά, αναγνωρίζοντας επί της ουσίας ότι οι ΗΠΑ δεν κατάφεραν να πετύχουν τους στόχους τους με την αμερικανο-ισραηλινή επίθεση.
Ταυτόχρονα, αφήνονται ανοιχτές και οι πόρτες του διαλόγου με τη μεσολάβηση του Πακιστάν, αλλά και της Ρωσίας όπως όλα δείχνουν.
Την Παρασκευή το μεσημέρι, το Ιράν ανακοίνωσε πως παρέδωσε μέσω των Πακιστανών μεσολαβητών μία «νέα πρόταση» προς τις ΗΠΑ αργά το βράδυ της 30ής Απρίλη, ενώ ταυτόχρονα την ίδια μέρα ο Ιρανός Πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιάν διεμήνυε πως ο ναυτικός αποκλεισμός που ξεκίνησαν οι ΗΠΑ στις 13 Απρίλη ισοδυναμεί με «παράταση των στρατιωτικών επιχειρήσεων» της Ουάσιγκτον «και αυτές δεν γίνονται ανεκτές». Νωρίτερα, η ιρανική αεράμυνα είχε τεθεί σε πλήρη ισχύ πάνω από την Τεχεράνη, αναμένοντας επιθέσεις με drone ή μικρά αεροσκάφη και κάποιους Ιρανούς αξιωματούχους να δηλώνουν πως έχουν αυξηθεί οι προετοιμασίες για κάθε ενδεχόμενο, συμπεριλαμβανομένης μίας επανέναρξης των συγκρούσεων.
Η νέα πρόταση της Τεχεράνης, σύμφωνα με ό,τι πληροφορίες έχουν διαρρεύσει και επικαλείται το δίκτυο Al Jazeera, έχει διατυπωθεί ως εξής: Το Ιράν προτίθεται να ανοίξει ξανά τα Στενά του Ορμούζ, υπό τον όρο ότι οι ΗΠΑ θα άρουν τον ναυτικό αποκλεισμό στα ιρανικά λιμάνια και θα συμφωνήσουν να τερματίσουν τον πόλεμο. Ζητά επίσης οι όποιες συζητήσεις για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα να αναβληθούν για μετά το τέλος του πολέμου. Αυτό σύμφωνα με το δημοσίευμα σημαίνει ότι «το Ιράν πιστεύει ότι αυτό μπορεί επίσης να λειτουργήσει ως μέτρο οικοδόμησης εμπιστοσύνης για να αντισταθμίσει το ζήτημα του ελλείμματος εμπιστοσύνης».
Επίσης, την Πέμπτη, ο Ιρανός ανώτατος ηγέτης, Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, είχε υποστηρίξει σε ανακοίνωσή του πως πλέον διαμορφώνεται στην ευρύτερη περιοχή του Περσικού ένα «νέο κεφάλαιο» για τους λαούς της περιοχής, εκτιμώντας πως θα μπορούσε να είχαν ένα «καλύτερο μέλλον» δίχως την παρουσία των ΗΠΑ.
Ανώνυμος Αμερικανός αξιωματούχος έσπευσε να σχολιάσει την τελευταία ιρανική πρόταση, τονίζοντας πως ο Πρόεδρος Τραμπ είναι δυσαρεστημένος επειδή δεν περιλάμβανε διατάξεις για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Οπως ανέφερε ο αξιωματούχος στην Ουάσιγκτον, του Προέδρου Τραμπ «δεν του αρέσει η πρόταση».
Αλλοι αξιωματούχοι μιλώντας στο CNN ανέφεραν ότι ο Τραμπ ήταν απίθανο να αποδεχτεί την πρόταση, πολύ απλά επειδή η άρση του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού χωρίς επίλυση ζητημάτων για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα «θα μπορούσε να αφαιρέσει ένα βασικό κομμάτι της αμερικανικής μόχλευσης στις συνομιλίες».
Το βράδυ της 30ής Απρίλη, ο Πρόεδρος Τραμπ μιλώντας στο Newsmax επανέλαβε τα περί «ήττας» του Ιράν, λέγοντας πως ο ιρανικός στρατός έχει δεχθεί «βαριά πλήγματα» και πως μόνο μία εγγύηση κατά της ανάπτυξης πυρηνικού όπλου θα εξασφαλίσει μία «διαρκή ειρήνη». Ο ίδιος πρότεινε «ισχυρότερη διεθνή δράση» για το θέμα, επαναλαμβάνοντας τους ισχυρισμούς πως εάν το Ιράν είχε ήδη αποκτήσει πυρηνικό όπλο «δεν θα δίσταζε» να το χρησιμοποιήσει. Απέρριψε δε ακόμη και το ενδεχόμενο να διατηρηθεί το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα για ειρηνικούς σκοπούς λέγοντας: «Δεν θα το ενέκρινα. Δεν τους δίνω τίποτε! `Η θα αποκτήσουν πυρηνικό όπλο, είτε όχι. Και εάν το αποκτήσουν, θα μπουν σε μεγάλους μπελάδες».
Οσο για το «ποιος νίκησε» στον πόλεμο, ο Τραμπ απάντησε αδίστακτα πως νίκησαν οι ΗΠΑ επειδή «κατέστρεψαν τα πάντα», «αλλά θέλουμε μία ακόμη μεγαλύτερη νίκη». Υποστήριξε επίσης πως οι αμερικανικές πιέσεις επιφέρουν «κατάρρευση της ιρανικής οικονομίας», λέγοντας πως συμβαίνει και λόγω του ναυτικού αποκλεισμού, θεωρώντας ότι «είναι αποτελεσματικός 100%». Πρόσθεσε πως το ριάλ έχει στην ουσία «γονατίσει» και πως η ισοτιμία με το δολάριο (που μεσοβδόμαδα ξεπέρασε το ένα δολάριο έναντι 1,8 εκατομμυρίων ριάλ) το έχει «σβήσει».
Οι εξελίξεις αυτές διαδραματίζονται ενώ εντείνεται και η ενδοαστική κόντρα στις ΗΠΑ με καθαρή την αντανάκλασή της στο κογκρέσο. Την 1η Μάη εξέπνεε η προθεσμία των 60 ημερών που προβλέπει ο αμερικανικός νόμος του 1973 για διεξαγωγή στρατιωτικών επιχειρήσεων δίχως έγκριση του κογκρέσου, μετά την παρέλευση της οποίας ο εκάστοτε Πρόεδρος είναι υποχρεωμένος ή να ζητήσει έγκριση, ή να περιορίσει τη στρατιωτική δράση. Η «πατέντα» που επινόησε σε αυτό το θέμα η κυβέρνηση Τραμπ ήταν σχετικά απλή: Υποστήριξε πως ο «χρόνος» έχει «παγώσει» από τις 8 Απρίλη, οπότε ξεκίνησε η εύθραυστη εκεχειρία με το Ιράν και πως άρα δεν έχουν περάσει έως την 1η Μάη 60 μέρες... Ρεπουμπλικάνοι γερουσιαστές εμφανίζονται ανοιχτοί σε αυτή τη γραμμή. Οι Δημοκρατικοί αντιδρούν θεωρώντας ότι ακόμη και η συνέχιση του ναυτικού αποκλεισμού σημαίνει συνέχιση των εχθροπραξιών έναντι του Ιράν.
Στο πλευρό των ΗΠΑ παραμένει βεβαίως και το Ισραήλ, με τον υπουργό Αμυνας του οποίου, Ισραελ Κατς, να επαναλαμβάνει Πέμπτη και Παρασκευή πως «ίσως θα πρέπει να ξαναρχίσει η δράση» κατά του Ιράν, για να εξασφαλιστεί πως δεν θα αποτελεί απειλή για το Ισραήλ.
Η ρευστότητα των εξελίξεων σε συνδυασμό με την πρόσφατη απόφαση των ΗΑΕ για αποχώρηση από OPEC και OPEC+ από 1η Μάη για να έχουν μία μεγαλύτερη ευελιξία αποφάσεων και κινήσεων στην ενεργειακή σκακιέρα συνεχίζει να προκαλεί διαδοχικά κύματα ακρίβειας στις τιμές «μαύρου χρυσού». Η αποχώρηση των ΗΑΕ ερμηνεύτηκε ως «επιβεβαίωση» της πίεσης του Τραμπ κατά του OPEC+, παρότι παράγοντες ισχυρών χωρών του οργανισμού όπως σε Σαουδική Αραβία και Ρωσία διατήρησαν την «ψυχραιμία» προβλέποντας αύξηση της πετρελαϊκής παραγωγής μεσοπρόθεσμα...
Πάντως, την Παρασκευή το πετρέλαιο Μπρεντ αυξήθηκε κατά 7% (μέσα στις τελευταίες μέρες) με την τιμή να φτάνει ακόμα και τα 126 δολάρια για να πέσει στην συνέχεια σε 111 δολάρια, τιμή που είναι πολύ αυξημένη από ότι ήταν πριν ξεκινήσει ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος.
Η αύξηση τιμής πολλαπλασιάζει τα κέρδη των πετρελαϊκών μονοπωλίων αλλά προκαλεί κύματα ακρίβειας που πλήττουν τα λαϊκά στρώματα στις ΗΠΑ, την Ευρώπη και την Ασία. Δημοσκόπηση που επικαλέστηκε την 1η Μάη η Washington Post καταγράφει την λαϊκή δυσαρέκεια αφού φέρεται το 61% των Αμερικανών να θεωρεί «λάθος» την επίθεση στο Ιράν και μόνο 2 στους 10 θεωρούν «επιτυχείς» τις επιθέσεις κατά της Τεχεράνης.
Τα ποσοστά αυτά δεν αποκλείεται να ανέβουν και άλλο και σε βάρος της δημοτικότητας του Προέδρου Τραμπ καθώς ο τελευταίος εμφανίστηκε μεσοβδόμαδα έτοιμος να επιβάλλει «πολύμηνο» ναυτικό αποκλεισμό στο Ιράν, κάτι που θα σπρώξει σε ακόμη μεγαλύτερη ακρίβεια στα καύσιμα και σε βασικά είδη πρώτης ανάγκης.
Στα ογδόντα του ο Τραμπ κυβερνάει κι έχει και πάντα δίπλα του το βαλιτσάκι με τους πυρηνικούς κωδικούς εξάλειψης του κόσμου. Χαίρεται τη ζωή και τα βίτσια του, τη δύναμη και τα καπρίτσια του, πέφτουν τα χρηματιστήρια άμα μιλήσει ή άμα φανεί ο λεκές από τα αντιπηκτικά στο χέρι του, λέει και δυστυχώς πραγματοποιεί όλες τις προσοδοφόρες παλαβομάρες που σε άλλη περίπτωση θα έκαναν γιους και κόρες να τον οδηγούν σε ειδικούς γιατρούς και χώρους προς περίθαλψη. Το μυστικό της ...υγείας του είναι σε αυτό το ρημάδι το «προσοδοφόρες». Ποιος άλλος θα 'παιρνε μια πιστόλα, θα βάραγε όποιον δεν γουστάρει και μετά θα ζήταγε και Νόμπελ Ειρήνης, όπως ζητάνε τα παιδάκια παγωτό. Δεν είναι ο Τζακ κάτω από τη φασολιά, αλλά ένας ξεμωραμένος Μπέντζαμιν Μπάτον, ένα αγοράκι με δολοφονικά σπίρτα.
Πέρα από τα φανταχτερά γηρατειά και τα άλλα, τα ...φυσικώς και κοινωνικώς κοτσονάτα, που 'ναι τα ελάχιστα του κόσμου, υπάρχουν εκατομμύρια δαμασμένα από τον χρόνο κορμιά, γυναίκες και άνδρες, σε πόλεις και χωριά, χωρίς φροντίδα, χωρίς διάθεση να βαρύνουν άλλους, πνιγμένοι στις τύψεις που δεν έγιναν βαλίτσες με ρόδες και αποσκευές του χάρου μια ώρα αρχύτερα. Υπάρχουν γέροι και γριές, με τα μυαλά στη θέση τους και το κορμί σε αποδρομή, που δεν έχουν ούτε υγιεινή διατροφή, ούτε γιόγκα και πιλάτες για άσκηση, ούτε σεντς για πάμπερς ενηλίκων. Σαν κάτι συνταξιούχους αξιοπρεπείς, ενενήντα και ενενήντα πέντε χρονών στην Ιαπωνία, που ζουν σε σπίτια - μινιατούρες και περιμένουν μια φορά τον μήνα ταχυδρόμο για να μην ξεχάσουν να μιλάνε σε άνθρωπο και όχι σε μποτ.
Στη «μεγάλη εικόνα», βασικός άξονας γύρω από τον οποίο περιστράφηκαν τα διλήμματα και οι προβληματισμοί ήταν φυσικά ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος και οι συνέπειές του στην καπιταλιστική οικονομία, αποτυπώνοντας τόσο τον μεγάλο αντίκτυπό τους, ανάλογα και με τη διάρκεια της σύγκρουσης, όσο και τα σχετικά μικρότερα περιθώρια της αστικής πολιτικής για τη διαχείρισή της.
Χαρακτηριστικά, ο Valdis Dombrovskis, επίτροπος της ΕΕ για την Οικονομία και την Παραγωγικότητα, είπε ότι η «σύγκρουση» στη Μέση Ανατολή θα έχει ως εκτιμώμενες επιπτώσεις επιβράδυνση 0,2 - 0,6 μονάδων για την ευρωενωσιακή οικονομία και αύξηση του πληθωρισμού άνω της μίας ποσοστιαίας μονάδας, προειδοποιώντας για το φαινόμενο του στασιμοπληθωρισμού. Την ίδια στιγμή υποστήριξε ότι τα όποια μέτρα πρέπει να είναι προσωρινά και στοχευμένα, λαμβάνοντας υπόψη τους δημοσιονομικούς περιορισμούς και το γεγονός ότι «βρισκόμαστε σε υψηλότερα επίπεδα ελλείμματος και χρέους από ό,τι πριν την κρίση του COVID και πριν την πρώτη ενεργειακή κρίση», όπως είπε.
Ο Pierre Gramegna, διευθύνων σύμβουλος του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας, προειδοποίησε ότι οι αγορές δεν έχουν αποτιμήσει πλήρως τη διάρκεια και το βάθος της κρίσης και λειτουργούν με τη λογική ότι θα τελειώσει σύντομα, ενώ «οι τελευταίες εξελίξεις δείχνουν ότι είναι πιο εύκολο να αρχίσεις έναν πόλεμο παρά να τον τελειώσεις». Τόνισε ότι η κρίση έχει ήδη αφήσει βαθύ αποτύπωμα στην πραγματική οικονομία και ότι η προσφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου δεν θα ομαλοποιηθεί γρήγορα, επιβαρύνοντας τιμές και κόστος ζωής. Πρόσθεσε πως ο πληθωρισμός είναι ήδη εκτός στόχου και σε σχέση με το 2022 τα επιτόκια τώρα είναι υψηλότερα, άρα «ο αντίκτυπος είναι ταχύτερος» ενώ «τα περιθώρια ελιγμών των κρατών είναι μικρότερα».
Ο Μιχάλης Σάλλας, πρόεδρος της «Lyktos Group» και επίτιμος πρόεδρος της Τράπεζας Πειραιώς, εκτίμησε ότι η διατήρηση των τιμών του πετρελαίου σε υψηλά επίπεδα λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή θα φέρει μείωση της ανάπτυξης και αύξηση του πληθωρισμού σε Ελλάδα και Ευρώπη, αναπροσαρμογή επιτοκίων προς τα πάνω, πληθωρισμό στο τέλος του έτους στο 5%, αλλά και μεγάλες συνέπειες στην αγροτοδιατροφική παραγωγή αν δεν έχουν ήδη δημιουργηθεί αποθέματα τουλάχιστον για 6 μήνες.
Ο Γιώργος Στουρνάρας, διοικητής της ΤτΕ, παρότι στις διάφορες παρεμβάσεις του καθησύχασε σε σχέση με την κατάσταση των τραπεζών, διευκρίνισε πως «θωρακισμένος δεν μπορεί να το πει κανείς, διότι αν αυτή η κρίση κρατήσει πολύ καιρό και ανέβουν πολύ οι τιμές του πετρελαίου, θα δημιουργηθούν νέα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Δεν υπάρχει καμία εμπειρία γι' αυτό». Επίσης εκτίμησε ότι «αν συνεχιστεί η κρίση και οι τιμές της ενέργειας μείνουν εκεί που είναι ή ανέβουνε κι άλλο (...) νομίζω θα πάμε σε αύξηση επιτοκίων».
Ο δε Βασίλης Καραμούζης, στέλεχος της Εθνικής Τράπεζας, τόνισε ότι «οι κρίσεις ήρθαν για να μείνουν. Οποιος νομίζει ότι τα πράγματα θα είναι όπως ήταν κάποτε, μάλλον δεν έχει καταλάβει τίποτα». Πρόσθεσε πως οι κρίσεις δεν είναι πλέον σειριακές, αλλά εκδηλώνονται ταυτόχρονα και με πολύ διαφορετικά αίτια.
Δεύτερη σταθερή παράμετρος των αστικών προβληματισμών που αποτυπώθηκαν και στο Φόρουμ είναι η σχετική αποδυνάμωση των ΗΠΑ (και των συμμάχων τους στην περιοχή) από τον πόλεμο στο Ιράν, όπως και οι τριγμοί στις ευρωατλαντικές σχέσεις, συνδυασμός που επιταχύνει τις διεργασίες για την περιβόητη ευρωενωσιακή «αυτονομία» απέναντι στα άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα.
Ενδεικτικά, ο Emile Hokayem, στέλεχος του βρετανικού International Institute for Strategic Studies, είπε ότι οι Αμερικανοί φαίνεται να αντιμετωπίζουν μια στρατηγική και επιχειρησιακή αποτυχία, που οι μακροπρόθεσμες συνέπειές της θα είναι σημαντικές τόσο για το Ισραήλ («κάποια στιγμή θα κληθεί να αντιμετωπίσει τη συνολική τραγικότητα της κατάστασης») όσο και για ολόκληρη την περιοχή. Πρόσθεσε ότι το Ιράν «δεν αναδύεται ως πλήρως νικητής, ωστόσο (...) έχει αποκτήσει σημαντική διαπραγματευτική ισχύ», ενώ τα κράτη του Κόλπου «αποτελούν τους καθαρούς στρατηγικούς χαμένους», αφού «πλέον καλούνται να προσαρμοστούν και να απαντήσουν σε κρίσιμα ερωτήματα σχετικά με τις σχέσεις τους με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, καθώς και με το γεωοικονομικό τους μέλλον». Εκτίμησε δε ότι η κατάσταση όχι μόνο δεν δείχνει συνολική συμφωνία, αλλά μπορεί και να επιδεινωθεί.
Ο Creon Butler, στέλεχος του βρετανικού Chatham House, περιέγραψε τη μετατόπιση των ΗΠΑ ως μια ουσιαστική αλλαγή στη λειτουργία του διεθνούς συστήματος, σημειώνοντας ότι η αλλαγή αυτή συνοδεύεται και από την αποχώρηση των ΗΠΑ από «κρίσιμους τομείς διεθνούς ευθύνης», όπως «η χρηματοπιστωτική σταθερότητα, η ενεργειακή ασφάλεια και η κλιματική πολιτική», ενώ επεσήμανε ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να «μένει με σταυρωμένα χέρια» σε μια μεταβατική περίοδο.
Στο ίδιο μήκος κύματος ο Τάσος Γιαννίτσης, πρώην υπουργός Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης (2000 - 2001), είπε ότι οι ΗΠΑ έχουν χάσει «βάρος» αλλά έχουν ανακτήσει τεχνολογική και στρατιωτική υπεροχή, άρα η ΕΕ πρέπει τάχιστα να οργανώσει την τεχνολογία και τη στρατιωτική της δύναμη, την πολιτική της οργάνωση. Και προειδοποίησε πως τα πράγματα θα είναι πιο δύσκολα στο μέλλον, αφού «θα υπάρξουν συγκρούσεις για το ποιος θα ελέγχει τι στο νέο γεωπολιτικό σκηνικό, και αυτό αλλάζει τις κοινωνικές ισορροπίες, γιατί κόβονται από κάπου δαπάνες για να δοθούν αλλού».
Ο δε Λουκάς Τσούκαλης, πρόεδρος του ΕΛΙΑΜΕΠ, τόνισε ότι η Ευρώπη υπέστη αλλεπάλληλα σοκ, προσπαθώντας παράλληλα να διατηρήσει την ενότητά της, και ότι «προσπαθεί να επηρεάσει τις εξελίξεις από το πλάι, ενώ υφίσταται όλες τις δυσμενείς επιπτώσεις».
Παράλληλα, μια σειρά τοποθετήσεις εστίασαν στις προϋποθέσεις που περιλαμβάνει το «καθήκον» της ενίσχυσης της ΕΕ απέναντι στα άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα, αποτυπώνοντας τις απαιτήσεις των επιχειρηματικών ομίλων (οι οποίες μπορούν να συνοψιστούν στο τρίπτυχο Ενέργεια, κεφάλαια - χρηματοδότηση και «φιλοεπενδυτικό περιβάλλον») και φέρνοντας έτσι στην επιφάνεια και τις αντιθέσεις μέσα στο ίδιο το εσωτερικό της ΕΕ για το πώς, ποιος θα κερδίσει και ποιος θα χάσει.
Για παράδειγμα ο Michael Huether, στέλεχος του Γερμανικού Οικονομικού Ινστιτούτου, μίλησε για μια διαρθρωτική κρίση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, λόγω των προσπαθειών απανθρακοποίησης, εστίασε στην έλλειψη εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού και υπογράμμισε ότι ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή επιφέρει επιπλέον κόστος, προσθέτοντας ότι ανέκοψε τη ροή κεφαλαίων προς την Ευρώπη και τη Γερμανία. «Μην υποτιμάτε αυτό το αποτέλεσμα», υπογράμμισε. «Ο πόλεμος έχει δραματική επίδραση στην οικονομική επίδοση και στις προοπτικές. Γι' αυτό πρέπει να δούμε πώς θα προσελκύσουμε κεφάλαια».
Ο Andreas Scheuer, διευθύνων σύμβουλος της γερμανικής «Tancredis GmbH», έβαλε θέμα ότι «η Ευρώπη είναι σαν ένα ερευνητικό εργαστήριο παγκόσμιας κλάσης. Εχουμε πανεπιστήμια, λαμπρούς μηχανικούς, μια ισχυρή βιομηχανία, αλλά πολύ συχνά το τελικό προϊόν δεν κατασκευάζεται εδώ, αλλά κάπου αλλού, στις ΗΠΑ ή στην Ασία, για παράδειγμα όλο και περισσότερο στην Κίνα», λέγοντας πως «στον παγκόσμιο ανταγωνισμό κανείς δεν περιμένει την Ευρώπη».
Ο Robert Tyler, στέλεχος της βρετανικής, «θατσερικού» προσανατολισμού, δεξαμενής σκέψης «New Direction - Foundation for European Conservatism», ζήτησε να λύσουν κι άλλο τα χέρια στους ευρωπαϊκούς επιχειρηματικούς ομίλους ώστε να αντεπεξέλθουν στον ανταγωνισμό με άλλα κέντρα. «Η υπερβολική νομοθεσία στην Ευρώπη μπορεί να χαρακτηριστεί "θάνατος με χίλιες μαχαιριές"», είπε χαρακτηριστικά.
Και ο Κωνσταντίνος Μπίκας, πρέσβης (ε.τ.) και πρώην επικεφαλής της ΕΥΠ, έδωσε έμφαση στην απουσία ένωσης κεφαλαιαγορών, επισημαίνοντας ότι «τεράστια κεφάλαια παραμένουν εγκλωβισμένα σε καταθέσεις χαμηλής απόδοσης», σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, όπου «διοχετεύονται δυναμικά στην οικονομία και την καινοτομία», με κατεύθυνση βασικά να σπρώξουν τη λαϊκή αποταμίευση σε τομείς που προκρίνει το κεφάλαιο.
Με φόντο τα παραπάνω, χαρακτηριστικά ήταν και όσα ειπώθηκαν στο πάνελ για τη βιομηχανία, με την Ράνια Αικατερινάρη, πρόεδρο της Εκτελεστικής Επιτροπής και αντιπρόεδρο του ΣΕΒ, να επισημαίνει με νόημα πως οι βιομηχανικές εξαγωγές, που προσεγγίζουν τα 45 δισ. ευρώ, έχουν πλέον ξεπεράσει τις τουριστικές εισπράξεις (οι οποίες διαμορφώνονται περίπου στα 25 δισ. ευρώ), και πως η βιομηχανία αναπτύσσεται με πολύ ταχύτερους ρυθμούς από το συνολικό ΑΕΠ, ενώ οι επενδύσεις στον βιομηχανικό τομέα, της τάξης των 45 δισ. την τελευταία πενταετία, συναντούν ως βασικό εμπόδιο το υψηλό ενεργειακό κόστος και την «απουσία σταθερότητας και προβλεψιμότητας». «Χωρίς ανταγωνιστικό και σταθερό ενεργειακό κόστος, ανταγωνιστική βιομηχανία δεν μπορεί να υπάρξει», τόνισε χαρακτηριστικά, αναγνωρίζοντας μεν την κίνηση της ΕΕ να χαλαρώσει το πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων αλλά απαιτώντας συνολική αναδιάρθρωση της αγοράς Ενέργειας, με «εξορθολογισμό των χρεώσεων και αναθεώρηση κρίσιμων μηχανισμών, όπως η αγορά εξισορρόπησης», που «τρακάρουν» βέβαια στα συμφέροντα άλλων τμημάτων του κεφαλαίου, τα οποία επίσης παρουσιάστηκαν στο συνέδριο.
Με φόντο άλλωστε τα αδιέξοδα της ενεργειακής πολιτικής της ΕΕ, τις τεράστιες αυξήσεις στην Ενέργεια, την εξάρτηση από τις χώρες του Κόλπου σε ό,τι αφορά μια σειρά ενεργειακά εμπορεύματα, όπως και την αντικατάσταση του φτηνού ρωσικού αερίου από το πανάκριβο αμερικανικό LNG, ο (πρωτοστάτης των σχεδίων για την προώθηση της «αμερικάνικης ενεργειακής κυριαρχίας» μέσω Ελλάδας) επικεφαλής του ομίλου «ΑΚΤΩΡ», Αλ. Εξάρχου, είπε ότι η Ευρώπη πρέπει πάντα να αναζητεί την «ισορροπία μεταξύ εξαρτήσεων», επιμένοντας στην αξία μακροπρόθεσμων συμφωνιών με τις ΗΠΑ...
Ενώ ο Κ. Σιφναίος, στέλεχος της «Gastrade», έβαλε ανοιχτά θέμα η Κομισιόν «να βοηθήσει σε αυτήν την κατεύθυνση», με πρακτικά εργαλεία χρηματοδότησης, ρυθμιστικής ευελιξίας και επιτάχυνσης έργων, ώστε να μπορούν να παράσχουν Ενέργεια μέσω της Ελλάδας στην περιοχή με «ανταγωνιστικούς όρους», την ώρα που άλλοι αγωγοί της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης είναι φτηνότεροι.
Από την άλλη ο Μιχαήλ Χοντορκόφσκι, «εξόριστος» Ρώσος ολιγάρχης, τόνισε στο Φόρουμ ότι ορισμένες από τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας όχι μόνο δεν αποδυνάμωσαν το καθεστώς Πούτιν αλλά λειτούργησαν και αντίστροφα, εμποδίζοντας τη φυγή κεφαλαίων και εξειδικευμένων επαγγελματιών από τη χώρα. Επέμεινε δε ότι «κάποιες από τις κυρώσεις ήταν λανθασμένες» και ότι «όσο πιο γρήγορα επανεξεταστούν, τόσο το καλύτερο».
Υπό τη σκιά του ιμπεριαλιστικού πολέμου, έχουν σημασία και τα όσα ακούστηκαν στο Φόρουμ σε σχέση με την ανάγκη προσαρμογών στα νέα δεδομένα και «ευελιξίας» σε ό,τι αφορά το ζήτημα των ενεργειακών και άλλων δρόμων, με δεδομένο πάντα τον βασικό στρατηγικό στόχο της αστικής τάξης για μετατροπή της χώρας σε «κόμβο», καθώς και τα συμφέροντα των εφοπλιστών για «ανοιχτούς θαλάσσιους διαύλους».
Απαντώντας επί της ουσίας σε τέτοιες πλευρές των αστικών προβληματισμών, ο Αλ. Κωνσταντόπουλος, πρέσβης, διευθυντής της Διεύθυνσης Β7 του ΥΠΕΞ και ειδικός εκπρόσωπος για τον IMEC, ισχυρίστηκε ότι πρόκειται για σημαντική ευκαιρία συγκέντρωσης πόρων, με στόχο αυτό το σχέδιο να μετατραπεί σε ένα δίκτυο διαδρομών που θα διασφαλίζει τον εφοδιασμό αγαθών, Ενέργειας και δεδομένων. Εξάλλου, σε πλήρη αναντιστοιχία με ό,τι συμβαίνει στην πραγματικότητα, υποστήριξε ότι θα λειτουργήσει τάχα ως ασπίδα απέναντι στις αναταραχές που προκαλεί το «αβέβαιο γεωπολιτικό περιβάλλον». Σε σχέση δε με την προοπτική συμμετοχής των ΗΠΑ στον διάδρομο, προεξόφλησε ότι θα παίξουν στο μέλλον «έναν πολύ σημαντικό ρόλο».
Στο ίδιο πνεύμα, και ενώ η περιοχή εκεί φλέγεται, ο Σαουδάραβας πρίγκιπας Turki Al Faisal χαρακτήρισε «πιθανό» να υπάρξουν «εμπόδια» στη διαδικασία κατασκευής του, ωστόσο υποστήριξε ότι στο τέλος το όραμα για ένα επωφελές έργο είναι δυνατόν να ξεπεράσει τις δυσκολίες...
Στο μεταξύ ο Gautam Chikermane, αντιπρόεδρος του ινδικού Observer Research Foundation, χαρακτήρισε δύσκολο το να συγκεντρωθούν όλοι οι απαιτούμενοι οικονομικοί πόροι, καθώς ναι μεν Ινδία και Ευρώπη θα συνεισφέρουν, όμως μπορεί να υπάρξουν χώρες που να μη θελήσουν να χρηματοδοτήσουν κάτι το οποίο θεωρούν ευάλωτο. Σε αυτό το πλαίσιο, επέμεινε ότι θα πρέπει να επιβεβαιωθεί η ασφάλεια του έργου και στη συνέχεια να αποφασιστεί το αν θα είναι ένα κλειστό δίκτυο για λίγους ή αν θα μπορούν περισσότεροι να γίνουν μέρος του, οπότε και θα χρειαστούν επενδύσεις από περισσότερες χώρες.
Στο ίδιο μοτίβο ο Brad Staples, CEO της αμερικανικής APCO Worldwide, επεσήμανε ότι οι διαφορετικές προσεγγίσεις των εμπλεκόμενων χωρών ενδέχεται να αποτελέσουν εμπόδιο στην υλοποίηση, εξ ου και κατέληξε ότι ναι μεν «όλοι διακρίνουν δυνατότητες αξιοποίησης σε αυτό το εγχείρημα», ωστόσο «μπορεί να οδηγήσει σε ένα ιδιαίτερα θετικό αποτέλεσμα» μόνο «εφόσον υπάρξει συντονισμένη και ειρηνική συνεργασία».
Βέβαια, τα περί «συντονισμού» και «ειρηνικής συνεργασίας», πέρα από όνειρο θερινής νυκτός στον κόσμο που κυριολεκτικά φλέγεται από τους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς, αφορούν τη «διά πυρός και σιδήρου» επιβολή των αμερικανοΝΑΤΟικών σχεδιασμών και την πιο βαθιά εμπλοκή της χώρας στον πόλεμο.
Ενδεικτική ήταν η παρέμβαση του εφοπλιστή Λασκαρίδη, ο οποίος παρόντος του υπουργού Ναυτιλίας, δήλωσε πως παρότι «το ζήτημα (σ.σ. των Στενών του Ορμούζ) δεν λύνεται με πόλεμο» (αλλά ...με οικονομικό στραγγαλισμό), «στο θέμα της πολεμικής αρμάδας εγώ είμαι 100% υπέρ για τα δικά μας συμφέροντα, τα εθνικά μας συμφέροντα...», ενώ μίλησε για την ανάγκη «η Ελλάδα να γίνει στην πράξη αεροναυτική δύναμη, γιατί τα ενδιαφέροντά μας, τα συμφέροντά μας, τα καζάντια μας είναι σε άλλο χώρο»... Οπως και η τοποθέτηση του Χρ. Πρωτοπαπά, στελέχους της «Hellas Sat», ο οποίος έβαλε θέμα σε αυτό το περιβάλλον ότι «σε οποιαδήποτε κρίσιμη γεωπολιτική συγκυρία, όπως φάνηκε από τις πρόσφατες εξελίξεις, τα καλώδια διασύνδεσης, οι ενεργειακές υποδομές και τα δίκτυα αποτελούν βασικούς στόχους. Οι κυβερνήσεις οφείλουν να προστατεύσουν αυτήν την κυριαρχία και τις υποδομές αυτές».
Την ίδια ώρα έπεσαν στο τραπέζι και εναλλακτικές διαδρομές μεταφοράς εμπορευμάτων και Ενέργειας, αλλά και ο ρόλος που διεκδικεί σε αυτές το εγχώριο κεφάλαιο, πρώτα απ' όλα το εφοπλιστικό.
Ενδεικτικά, σε σχετική συζήτηση για τους ανταγωνισμούς στον Αρκτικό Κύκλο η Αννα Διαμαντοπούλου, πρώην ευρωενωσιακή επίτροπος, είπε ότι η ΕΕ καλείται να διαδραματίσει έναν σαφώς πιο στρατηγικό ρόλο στην περιοχή όπου ενισχύουν την παρουσία τους Ρωσία, ΗΠΑ, Κίνα, με τον ανταγωνισμό να εστιάζει σε θαλάσσιες οδούς, πόρους και κανόνες. Επεσήμανε δε ότι η Ενωση Ελλήνων Πλοιοκτητών συμμετέχει ήδη ενεργά στο Αρκτικό Συμβούλιο και τα ελληνόκτητα πλοία αξιοποιούν τις αρκτικές διαδρομές, παρά τη μεγάλη γεωγραφική απόσταση της περιοχής από τη χώρα μας. «Η ισχύς δεν ορίζεται μόνο από τα σύνορα και η ΕΕ οφείλει να καταστεί ενεργός και στρατηγικός παίκτης στην Αρκτική, αναγνωρίζοντάς την ως ευρωπαϊκό ζήτημα υψηλής σημασίας», κατέληξε.
Την ίδια στιγμή οι υφυπουργοί Εξωτερικών Ελλάδας και Καζακστάν, αναπτύσσοντας τις διμερείς σχέσεις, «πούλησαν» την αξία του λεγόμενου Μεσαίου Διαδρόμου, ο οποίος εξυπηρετεί την ...Κίνα, μέσω Τουρκίας. Συγκεκριμένα, υπογραμμίζοντας ότι το Καζακστάν βρίσκεται σε μια περιοχή της Κεντρικής Ασίας που γίνεται ολοένα και πιο σημαντική, ο Χ. Θεοχάρης είπε ότι πέραν της σημασίας του IMEC «δουλεύουμε μαζί σε διάφορες εναλλακτικές», για να προσθέσει πως την ίδια στιγμή αναγνωρίζεται και ο λεγόμενος «Μεσαίος Διάδρομος», τον οποίο χρηματοδοτεί και η ΕΕ. «Πρόκειται για μία ακόμη εναλλακτική, η οποία κάποια στιγμή πρέπει να καταστεί πλήρως λειτουργική», επεσήμανε.
Μέσα από αυτό το πρίσμα των αστικών προβληματισμών όπως και των αντιθέσεων μπορεί κανείς να διαβάσει και μια σειρά πολιτικές παρεμβάσεις στο συνέδριο, κυρίως των δυνάμεων της σοσιαλδημοκρατίας, αλλά όχι μόνο, οι οποίες εστίασαν στην ανάγκη «προσαρμογών» σε ό,τι αφορά τις συμμαχίες της αστικής τάξης και για το ποιος είναι ο καταλληλότερος τρόπος για τη διεκδίκηση των στρατηγικών στόχων της αστικής τάξης, με πρώτο αυτόν της μετατροπής της χώρας σε «κόμβο» Ενέργειας και εμπορευμάτων.
Ενδεικτικές ήταν οι αναφορές Ανδρουλάκη, Τσίπρα και Φάμελλου στα περί ανάγκης διαφοροποίησης από τον «τραμπισμό», όπως και από τον Νετανιάχου, διατηρώντας ταυτόχρονα τη στρατηγική σχέση με ΗΠΑ και Ισραήλ (βλ. π.χ. τις εξοργιστικές φαιδρότητες του Τσίπρα ότι όταν εκείνος ενίσχυε τη σχέση ως πρωθυπουργός, το Ισραήλ δεν ήταν ...τόσο φιλοπόλεμο), με τη δράση τους να περιγράφεται ως «παράγοντας αποσταθεροποίησης» στην περιοχή, με οικονομικές συνέπειες και κερδισμένη την Τουρκία. Επίσης στην ανάγκη επιτάχυνσης της ευρωενωσιακής «ολοκλήρωσης», για να ακουμπήσει η εγχώρια αστική τάξη, με «επίγνωση» του χαμένου εδάφους στον ανταγωνισμό, αλλά και της δυνατότητας να ανακάμψει, δεδομένων και των ανταγωνισμών.
Την ίδια στιγμή (με φόντο και τις «προσαρμογές» στις σχέσεις ΗΠΑ - Ρωσίας) άλλοι, όπως ο πρώην υπουργός της ΝΔ Καιρίδης, έλεγαν ότι στην ΕΕ υπάρχει διαφοροποίηση όσον αφορά τις μακροπρόθεσμες σχέσεις με τη Ρωσία, σημειώνοντας πως χώρες όπως η Ελλάδα, η Γαλλία και η Ιταλία προσβλέπουν σε μια στρατηγική προσέλκυσης της Ρωσίας μετά τον Πούτιν, σε αντίθεση με τις χώρες της Ανατ. Ευρώπης, που τη βλέπουν ως «υπαρξιακή απειλή».
Ενδεικτική ήταν και η αποστροφή του Ευ. Βενιζέλου περί «της ανάγκης να ισορροπούμε ανάμεσα σε δύο στρατηγικές ενώ χάσκει το ρήγμα στον δυτικό κόσμο», ενώ συμπλήρωσε ότι «πρέπει να ισορροπούμε στο δίπολο Ευρωπαϊκή Ενωση - Αμερική. Εάν τεθεί το δίλημμα αυτό επιτακτικά ως δίλημμα επιλογής, πάρα πολλές ευρωπαϊκές χώρες, για να μην πω σχεδόν όλες οι ευρωπαϊκές χώρες, θα δυσκολευτούν πάρα πολύ να απαντήσουν για το ποια είναι η προτεραιότητά τους, η ιστορική και στρατηγική προτεραιότητά τους. Αν είναι η συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες ή αν είναι η ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία. Αυτό το δίλημμα το έχουμε και εμείς, και επίσης πρέπει να δούμε πώς θα ισορροπήσουμε στη σχέση μας με το Ισραήλ και την Τουρκία».
EUROKINISSI |
Η Σμύρνη στις φλόγες (1922). Απέναντι, συμμαχικά πολεμικά πλοία μένουν απαθή |
Με τέτοιες αστειότητες προσπαθούν να καθησυχάσουν και να αποπροσανατολίσουν τον λαό ότι οι συμμαχίες και οι συμφωνίες της αστικής τάξης - ειδικά στις σημερινές συνθήκες του ιμπεριαλιστικού πολέμου - είναι προστασία γι' αυτόν!
Η αλήθεια είναι ότι τέτοιες συμφωνίες - στην Αθήνα συζητήθηκε και η ένταξη της χώρας στην πυρηνική ασπίδα της Γαλλίας - είναι κρίκος βαθύτερης εμπλοκής της χώρας στα ιμπεριαλιστικά σχέδια και τους ανταγωνισμούς, σε μια φάση μάλιστα που αυτοί οξύνονται στο εσωτερικό και της ευρωατλαντικής συμμαχίας, με τη Γαλλία να εμφανίζεται ως η «ατμομηχανή» για τη «στρατηγική αυτονομία» της ΕΕ απέναντι στις ΗΠΑ.
Σ' αυτό το πλαίσιο, το «Ελλάς - Γαλλία συμμαχία» - που επανέλαβε και ο Μακρόν - προβλήθηκε από την κυβέρνηση και τα αστικά ΜΜΕ ως «αντίβαρο» τάχα στην πολιτική που κλιμακώνει η τουρκική αστική τάξη σε Ανατ. Μεσόγειο και Αιγαίο, ανταγωνιστικά προς την Ελλάδα, αμφισβητώντας κυριαρχικά της δικαιώματα. Θυμίζουμε ότι η Γαλλία διατηρεί ισχυρά συμφέροντα στην ευρύτερη Μέση Ανατολή.
Τα υπολείμματα του ελληνικού στρατού στη Μ. Ασία, στον δρόμο της φυγής, αμέσως μετά την κατάρρευση του μετώπου |
Αυτήν την πείρα πρέπει να αξιοποιήσει τώρα, και να απορρίψει τα πανηγύρια και τις αυταπάτες ότι η στοίχιση πίσω από τα συμφέροντα και τις συμμαχίες της αστικής τάξης μπορεί να αποτελέσει ασπίδα προστασίας για τα κυριαρχικά δικαιώματα και τα λαϊκά συμφέροντα.
Μια ματιά στα γεγονότα που οδήγησαν στην είσοδο της Ελλάδας στον Α' Παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό Πόλεμο, και μετά στη Μικρασιατική Εκστρατεία και Καταστροφή, είναι αποκαλυπτική και διδακτική για τον ρόλο των συμμάχων και ιδιαίτερα της Γαλλίας εκείνη την εποχή. Προπάντων, επιβεβαιώνει ότι δεν υπάρχει έγκλημα που δεν μπορούν να σχεδιάσουν και να διαπράξουν η αστική τάξη και οι διεθνείς σύμμαχοί της για να προωθήσουν τα συμφέροντά τους, φορτώνοντας τα σπασμένα πάντα στον λαό.
Πριν, στη διάρκεια και μετά το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου η ελληνική αστική εξουσία, με πυξίδα την εξυπηρέτηση των καπιταλιστικών συμφερόντων και την αναβάθμιση του γεωπολιτικού της ρόλου, είχε ενεργό ρόλο στα ιμπεριαλιστικά παζάρια και στις συγκρούσεις, αφορμώμενη από τη Μεγάλη Ιδέα, την οποία ασπάζονταν όλες οι αστικές πολιτικές δυνάμεις της εποχής.
Το αστικό στρατόπεδο και τα κόμματά του ήταν όμως διχασμένα για το πώς και με ποιες συμμαχίες θα υλοποιούνταν τα φιλόδοξα σχέδια. Εν τέλει, τον Ιούλη του 1917 με επικεφαλής τον Ελ. Βενιζέλο η Ελλάδα κηρύσσει τον πόλεμο στις Κεντρικές Δυνάμεις, στο πλευρό της Αντάντ. Οι βλέψεις για τη νομή της λείας από τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν μεγάλες για την αστική τάξη της Ελλάδας, συγκλίνοντας στην προσάρτηση - με το πρόσχημα και της προστασίας του ελληνισμού - της πλούσιας περιοχής της Σμύρνης στη Μ. Ασία, όπως και της Ανατολικής Θράκης, που προσέφερε τον έλεγχο των Στενών του Βοσπόρου.
Την ίδια ώρα, βέβαια, στο πλαίσιο του ιμπεριαλιστικού «δούναι και λαβείν», η αστική τάξη δεν είχε κανένα πρόβλημα να βάλει «παραχωρητήριο» σε άλλες περιοχές, ακόμα και με μεγαλύτερο ελληνικό στοιχείο. Ας δούμε πιο αναλυτικά τα ιστορικά στοιχεία της εποχής, μέσα από την πολύτιμη έκδοση της «Σύγχρονης Εποχής» «Ιμπεριαλιστική εκστρατεία και Μικρασιατική Καταστροφή» (2022).
Μετά την αργοπορημένη είσοδό της στον πόλεμο, η Ελλάδα τρέχει να καλύψει έδαφος με τη συμμετοχή στην ιμπεριαλιστική εκστρατεία κατά της νεαρής σοβιετικής Ρωσίας μαζί με άλλα 13 καπιταλιστικά κράτη. Ως αντάλλαγμα έχει λάβει υποσχέσεις για ευνοϊκή στάση της Γαλλίας στην περίπτωση της Σμύρνης στη Μ. Ασία, πράγμα που δεν έγινε. Είναι αποκαλυπτική η κατοπινή αναφορά του Γάλλου επιτετραμμένου στο Λονδίνο: «Θα αρκούσε να αποκαλυφθεί ότι έχουμε παραχωρήσει τη Σμύρνη στην Ιταλία για να ξεσπάσει στην Αθήνα σοβαρότατη κρίση...».1
Με τις Βρετανία, Γαλλία και ΗΠΑ να ψάχνουν παράγοντα αναχαίτισης των μονομερών ενεργειών της Ιταλίας στη Μ. Ασία, ο Βενιζέλος βλέπει την ευκαιρία να εκπληρωθούν τα σχέδια της ελληνικής αστικής τάξης. Στις 15 Μάη 1919 τα πρώτα ελληνικά στρατεύματα αρχίζουν να αποβιβάζονται στη Σμύρνη. Ακολούθησε η αξιοποίηση του ελληνικού στρατού από την Αντάντ για τον διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, την ώρα που η ίδια η καπιταλιστική συμμαχία μαστιζόταν από μεγάλες αντιθέσεις για τη διανομή της λείας.
Οι αντιθέσεις αυτές οξύνονταν διαρκώς από την αλλαγή δεδομένων στο πεδίο και από την ανάπτυξη του τουρκικού αστικού εθνικού κινήματος. Το 1921 στον προσανατολισμό της γαλλικής αστικής τάξης είχε παγιωθεί πλέον ότι τα συμφέροντά της εξασφαλίζονται πιο αποτελεσματικά επιδιώκοντας φιλικότερες σχέσεις με την αναζωογονημένη Τουρκία, και όχι με παλαιότερες συνθήκες, που έβγαζαν κερδισμένη τη Βρετανία.
Οι διεκδικήσεις της Ελλάδας - που λογίζεται περισσότερο ως στήριγμα της Βρετανίας στην περιοχή - υπονομεύονται άμεσα και έμμεσα: Με την απόσυρση γαλλικών στρατευμάτων τον Οκτώβρη του 1921 από την Κιλικία (είχαν προηγηθεί τον Ιούλη αυτά της Ιταλίας) επιτράπηκε η μεταφορά σημαντικών τουρκικών δυνάμεων προς το ελληνοτουρκικό μέτωπο. Στα μέσα του 1921, ο ίδιος ο Βενιζέλος αναφέρεται στη Γαλλία και μιλάει για «απροσπέλαστο εχθρό»2 που οδηγεί τα συμφέροντα της Ελλάδας στην καταστροφή.
Στις 18/5/1921 οι Σύμμαχοι κήρυξαν ουδετερότητα στον ελληνοτουρκικό πόλεμο, παρότι ήταν εκείνοι που σε συμφωνία με την αστική τάξη της Ελλάδας είχαν αναθέσει στον ελληνικό στρατό την επιβολή της ιμπεριαλιστικής ειρήνης των Σεβρών. Ακολούθησε η επιλεκτική απαγόρευση πώλησης πολεμικού υλικού, με γαλλικές πηγές να παρέχουν κανόνια, αεροπλάνα και άλλα πολεμοφόδια στην Τουρκία.
Η κατάληξη είναι γνωστή, με τους χιλιάδες νεκρούς και ξεριζωμένους. Μάλιστα η Γαλλία εμφανίζεται τότε ικανοποιημένη από την ήττα της Ελλάδας στο μέτωπο της Μικράς Ασίας, εκτιμώντας πως θα οδηγήσει σε ήττα της πολιτικής της Βρετανίας στην περιοχή. Τα διακυβεύματα ανάμεσα σε Βρετανία και Γαλλία εξάλλου ήταν πολύ μεγαλύτερα από τις ελληνοτουρκικές διαφορές, όπως για τη Μοσούλη και τον έλεγχο των πολύτιμων πετρελαίων της, τα Στενά της ναυσιπλοΐας κ.λπ.
Ξεχωριστή αναφορά αξίζει στην αποτρόπαιη στάση των «συμμάχων» όταν η Σμύρνη παραδόθηκε στις φλόγες, και ενώ χιλιάδες ξεριζωμένοι είχαν φύγει και συνέχιζαν να φεύγουν προς την Ελλάδα, με όποια μέσα μπορούσαν, για να αποφύγουν τη σφαγή. Η ισχυρή ναυτική δύναμη (τουλάχιστον 21 αμερικανικών, αγγλικών και γαλλικών πολεμικών πλοίων) που βρισκόταν αγκυροβολημένη στο λιμάνι της Σμύρνης δεν έκανε τίποτα για να αποτρέψει την καταστροφή της πόλης και των κατοίκων της.
Αντιθέτως: «Μέσα στα πολεμικά οι μπάντες παίζανε εμβατήρια (...) για να μη φτάνουν ίσαμε τ' αυτιά των πληρωμάτων οι κραυγές της οδύνης και οι επικλήσεις του κόσμου (...) Μία, μόνο μία κανονιά, μια διαταγή έφτανε για να διαλύσει όλα κείνα τα μαινόμενα στίφη. Κι η κανονιά δεν ρίχτηκε, κι η εντολή δεν δόθηκε. Μόνο χτυπούσαν με λοστούς τα χέρια των άμοιρων Μικρασιατών που κατάφερναν να φτάσουν έως τα καράβια τους, τους περίχυναν με ζεματιστά νερά και τους πετούσαν πίσω στη θάλασσα...»3.
Ακόμα: «Τα πληρώματα των εν Σμύρνη ναυλοχούντων πολεμικών των απέκοπτον τας χείρας και έθραυον τας κεφαλάς των δυστυχών εκείνων Ελλήνων που ενόμιζαν ότι ημπορούσαν, αποφεύγοντες την τουρκικήν μάχαιραν, να εύρουν άσυλον και προσωρινήν φιλοξενίαν εις τα πολεμικά σκάφη».4
Τι προκύπτει ως βασικό συμπέρασμα από αυτήν τη σύντομη ανασκόπηση; Οτι καμία εμπιστοσύνη δεν πρέπει να έχει ο λαός στην αστική τάξη, στα κόμματα και στις διεθνείς συμμαχίες της, οι οποίες συντίθενται και αποσυντίθενται πάντοτε με κριτήριο τα δικά της συμφέροντα, ενάντια σε αυτά των εργαζομένων και των άλλων λαϊκών στρωμάτων.
Τα συμφέροντα αυτά άλλοτε συγκλίνουν περισσότερο και άλλοτε λιγότερο. Ποτέ και πουθενά όμως δεν παύουν οι ανταγωνισμοί μέσα στις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες, που μπορεί να οδηγήσουν ακόμα και σε συγκρούσεις ή σε διάλυση, όπως έγινε πολλές φορές στο παρελθόν.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το ΝΑΤΟ, που παρουσιαζόταν ως συμπαγές και αδιάρρηκτο, ενώ στη σημερινή ημερήσια διάταξη βρίσκεται ακόμα και η διάλυσή του, λόγω της απόκλισης συμφερόντων ανάμεσα στις ΗΠΑ και στους εταίρους τους στην ΕΕ.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο Τραμπ απειλεί την ΕΕ ότι στο ενδεχόμενο πολέμου στο έδαφός της θα πρέπει να τα βγάλει πέρα μόνη της, όπως οι Ευρωπαίοι λένε ότι ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή «δεν είναι δικός μας πόλεμος», ανεξάρτητα από το αν και πώς εμπλέκονται σε αυτόν για τα δικά τους συμφέροντα.
Οπως και να 'χει, σε κάθε χώρα, παντού και πάντα, υπάρχουν δύο πατρίδες: Αυτή των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων και αυτή του κεφαλαίου, που έχει για σημαία της το κέρδος και με αυτήν την πυξίδα χαράσσει πορεία και πολιτική.
Μακριά από κάθε εφησυχασμό για τις συμμαχίες της αστικής τάξης και τα κόμματα που τις αποθεώνουν, είναι ώρα να ενισχυθεί η λαϊκή πάλη για την απεμπλοκή της χώρας από τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και τους πολεμοκάπηλους σχεδιασμούς του ΝΑΤΟ και της ΕΕ. Σε αυτόν τον αγώνα ο ελληνικός και ο γαλλικός λαός βρίσκονται στην ίδια όχθη, μαζί με όλους τους λαούς της Ευρώπης και τους άλλους που γίνονται θύματα της ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας, όπως του Ιράν, του Λιβάνου και της Παλαιστίνης.
Παραπομπές:
1. Γεώργιος Λεονταρίτης, «Η Ελλάδα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, 1917 - 1918», εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα, 2005, σελ. 650.
2. Μουσείο Μπενάκη, Αρχείο Ελ. Βενιζέλου, Φάκελοι 20/78, 21/127, 21/10, 28/15,3/32.
3. Διδώ Σωτηρίου, «Η Μικρασιατική Καταστροφή και η στρατηγική του ιμπεριαλισμού στην Ανατολική Μεσόγειο», εκδ. «Κέδρος», Αθήνα, 1975, σελ. 96. Σημειώνεται ότι σε αντίθεση με τη στάση των Αγγλογάλλων και των Αμερικανών ήταν η στάση των Σοβιετικών στην Κοτύωρα του Πόντου. Αναφέρει ο μητροπολίτης Τραπεζούντος Χρύσανθος: «Οι "άθεοι" Μπολσεβίκοι, εν αντιθέσει προς ό,τι δεν έπραξαν αι "χριστιανικαί" Δυνάμεις της Δύσεως διά του κολοσσιαίου αυτών στόλου κατά την εν μηνί Αυγούστω 1922 πυρπόλησιν και σφαγήν της Σμύρνης (...) περισυνέλεξαν όλον τον χριστιανικόν εκείνον κόσμον» και τον μετέφεραν με ασφάλεια στην Τραπεζούντα (Διδώ Σωτηρίου, «Η Μικρασιατική Καταστροφή και η στρατηγική του ιμπεριαλισμού στην Ανατολική Μεσόγειο», εκδ. «Κέδρος», Αθήνα, 1975, σελ. 90).
4. Οπως παρατίθεται στο Γιάνης Κορδάτος, «Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας», τόμ. ΧΙΙΙ, εκδ. «20ός αιώνας», Αθήνα, 1959, σελ. 577.