Σάββατο 17 Γενάρη 2026 - Κυριακή 18 Γενάρη 2026
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Για την ισχυροποίηση των Οργανώσεων Εξωτερικού

Υποδεχόμαστε το 22ο Συνέδριο του Κόμματος με πνεύμα ευθύνης, αισιοδοξίας και αποφασιστικότητας να συμβάλουμε στο μεγάλο καθήκον που θέτουν οι Θέσεις, δηλαδή την ποιοτική ανασυγκρότηση του Κόμματος, έτσι ώστε να είναι «Κόμμα παντός καιρού», ικανό να καθοδηγήσει τον αγώνα της εργατικής τάξης και των λαϊκών δυνάμεων στις σύγχρονες συνθήκες.

Στο 21ο Συνέδριο ρίξαμε το καθοδηγητικό βάρος στο ανέβασμα των απαιτήσεων και στη βοήθεια προς τις ΤΕ και στη διαμόρφωση στελεχικού δυναμικού ικανού να σηκώσει τα σύνθετα καθήκοντα που έμπαιναν σε όλα τα μέτωπα. Σήμερα, το 22ο Συνέδριο έρχεται να πιάσει, όπως σωστά σημειώνεται και στις Θέσεις, την καυτή πατάτα που λέγεται «αδυναμίες σε επίπεδο ΚΟΒ». Γιατί το ΚΚΕ δεν είναι Κόμμα στελεχών, είναι το επαναστατικό Κόμμα της εργατικής τάξης. Και για να μπορέσει να δράσει μέσα σε αυτήν και τους συμμάχους της, χρειάζεται μέλη ατσαλωμένα ιδεολογικοπολιτικά, ηγέτες στον χώρο τους, ικανούς να αναμετρηθούν με τις απαιτήσεις της ταξικής πάλης.

Πολύ σωστά συμπεραίνουμε ότι απαιτείται συνολικά καλύτερη, ποιοτικά, οργάνωση της καθημερινής δουλειάς μας, σύντροφο τον σύντροφο, και για να επιτευχθεί αυτό, μόνο μέσα από τη σωστή και ανεβασμένη ποιοτικά δουλειά μέσα στην ΚΟΒ μπορούμε να το πετύχουμε. Εξού και γιατί θα πρέπει να μας απασχολήσει, όχι μόνο σε στελεχικό επίπεδο αλλά από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο σύντροφο, το πώς κατακτιέται στην πράξη και μέσα στην κομματική λειτουργία ο πρωτοπόρος, επαναστατικός χαρακτήρας του Κόμματος. Και γι' αυτό ο μεγεθυντικός φακός πρέπει να πέσει πάνω στο ζήτημα της λειτουργίας των ΚΟΒ μας, γιατί σε αυτό το επίπεδο εκφράζονται όλες οι καθοδηγητικές αδυναμίες μας.

Τα παραδείγματα και από τις Οργανώσεις του Εξωτερικού πολλά, πείρα θετική και αρνητική. Στη Βρετανία έχουμε καταφέρει να ανεβάσουμε το επίπεδο της ιδεολογικοπολιτικής συζήτησης, της επεξεργασίας και παρέμβασής μας σε επίπεδο ΤΕ και ΤΓ, αλλά υπάρχει ένα τεράστιο χάσμα μεταξύ ΤΕ και ΚΟΒ, με ευθύνη δική μας.

Η συζήτηση των Αποφάσεων της ΚΕ και οι εκλογοαπολογιστικές ανέδειξαν ότι πάσχουμε πολύ στο να καταφέρουμε, σε επίπεδο συνεδρίασης της ΚΟΒ, να εστιάσουμε στο ποιος είναι ο χώρος ευθύνης μας. Δεν έχει γίνει αντιληπτό, κυρίως στις εδαφικές ΚΟΒ, ότι ο κύριος χώρος ευθύνης και παρέμβασής μας είναι ο χώρος εργασίας μας και η δουλειά με τους συναδέλφους και την ντόπια εργατική τάξη. Μια ματιά να ρίξουμε μόνο στις τελευταίες στρατολογίες μας και στις χαρτογραφήσεις μας, θα διαπιστώσουμε ότι η συντριπτική πλειοψηφία τους είναι φίλοι μας ή φίλοι του Κόμματος που τους γνωρίσαμε τυχαία είτε από κάποια εξόρμηση είτε από τις εκλογές, άντε στην καλύτερη να τους γνωρίσαμε σε κάποια κινητοποίηση. Αλλά δεν είναι κόσμος στον οποίο παρεμβαίνουμε και μετράμε βήματα στη συνείδησή του από την καθημερινή μας τριβή μαζί του στον χώρο εργασίας μας, στον χώρο δράσης μας, εκεί που πρέπει να παρεμβαίνουμε καθημερινά και να δοκιμάζεται η ικανότητά μας να κερδίζουμε νέες δυνάμεις στην ταξική πάλη.

Οι συζητήσεις αυτές ανέδειξαν και κάτι ακόμα πιο ηχηρό, ότι δεν δουλεύει η ΚΟΒ στο σύνολό της με το Πρόγραμμα του Κόμματος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα σε πολλές ΚΟΒ: Στην ερώτηση πότε ήταν η τελευταία φορά που διαβάστηκε το Πρόγραμμα, η απάντηση πολλές φορές (με εξαίρεση τα νέα βιογραφικά) να είναι «από το 19ο Συνέδριο που το ψηφίσαμε». Πετύχαμε διάνα... την καρδιά του προβλήματος! Αυτό αποκαλύπτει ότι σε μεγάλο μέρος του δυναμικού δεν υπάρχει συνεχής ιδεολογική τριβή με το Πρόγραμμα και τις βασικές του πτυχές.

Οι Θέσεις τονίζουν ότι «το Κόμμα, ακόμη και σε μη επαναστατική κατάσταση, οφείλει να κάνει επαναστατική δουλειά προετοιμασίας με προοπτική». Αν εμείς οι ίδιοι δεν επανασυνδεόμαστε διαρκώς με το Πρόγραμμα, αν δεν το κάνουμε αντικείμενο συλλογικής μελέτης, συζήτησης και ζύμωσης, τότε πώς θα στρατολογήσουμε μαζικά; Η «επανασύνδεση» κάθε ΚΟΒ με το Πρόγραμμα πρέπει να γίνει συλλογικό κριτήριο λειτουργίας. Η γνώση του Προγράμματος δεν είναι τυπική διαδικασία, είναι το θεμέλιο της κομμουνιστικής μας ταυτότητας.

Η εμπειρία δείχνει ότι χρειάζεται επίσης μέτωπο με τη λογική του «αυτός δεν είναι έτοιμος, δεν κάνει» και πίσω από αυτό το ιδεολόγημα να μην κάνουμε ποτέ συζήτηση πάνω στο Πρόγραμμα του Κόμματος. Πρέπει επίσης να γίνει αντιληπτό ότι η ατάκα «αυτός είναι ΚΚΕ», που λέγεται για κάποιον που μπορεί να κατέβει σε καμιά πορεία μαζί μας, να έρθει σε καμιά εκδήλωση ή ακόμα και να ψηφίσει το Κόμμα, εγκυμονεί κινδύνους. Πρώτα και κύρια εφησυχασμού, ότι «εγώ το έκανα το καθήκον μου, τον έφερα σε μια πορεία» και μετά αναρωτιόμαστε πώς γίνεται στις ευρωεκλογές να ψήφισε κάποιος ΚΚΕ και στις βουλευτικές στη Βρετανία να ψήφισε Labour ή να έγινε μέλος του κόμματος Κόρμπιν, όταν δεν του έχουμε κάνει ποτέ κουβέντα πάνω στο Πρόγραμμα του Κόμματος.

Οι Θέσεις σημειώνουν ότι απαιτείται «καλύτερη ποιοτικά οργάνωση της καθημερινής δουλειάς του Κόμματος». Αυτό σημαίνει ότι το Τομεακό Οργανο πρέπει να λειτουργεί ως σύνδεσμος και φορέας γενίκευσης της πείρας, να βοηθά τα Γραφεία των ΚΟΒ να αποκτούν ικανότητα επεξεργασίας, να εντοπίζουν τα ιδεολογήματα που εμφανίζονται στη δράση, να κατανοούν το πολιτικό περιεχόμενο κάθε ζητήματος.

Η σχέση ΤΓ - Γραφείων ΚΟΒ/Γραμματέων είναι κρίσιμη. Συναντάμε συχνά το φαινόμενο σύντροφοι να νιώθουν αποκομμένοι, να μην ξέρουν τι γίνεται στις άλλες Οργανώσεις. Αυτό δείχνει την ανάγκη για πιο συστηματική επικοινωνία και ενιαίο σχεδιασμό, για τακτική ενημέρωση και ανταλλαγή πείρας. Δεν είναι πολυτέλεια, είναι αναγκαία προϋπόθεση να νιώθουμε όλοι μέρος μιας ενιαίας, συλλογικής προσπάθειας. Η πιο ουσιαστική βοήθεια προς τις ΚΟΒ θα ξεκλειδώσει και κάποιους συντρόφους και θα οδηγήσει και σε ανάδειξη νέων στελεχών που έχουμε μεγάλη ανάγκη.

Οι Οργανώσεις του Εξωτερικού έχουν επιφορτιστεί και με το ιδιαίτερα σύνθετο και απαιτητικό καθήκον να συμβάλλουν, στο μέτρο που τους αναλογεί, στην προσπάθεια ανασυγκρότησης του ΔΚΚ, καλλιεργώντας σχέσεις με την ντόπια εργατική τάξη και τα ΚΚ στις χώρες μας. Ο Προλεταριακός Διεθνισμός δεν είναι τυπική αναφορά, αλλά καθημερινή, σταθερή προσπάθεια να ριζώνουν οι επαναστατικές ιδέες στις γραμμές της εργατικής τάξης των χωρών που ζούμε και εργαζόμαστε, με οδηγό το Πρόγραμμα του Κόμματος και την ιστορική του πείρα.

Οι Θέσεις της ΚΕ αναδεικνύουν ότι η ιδεολογική και οργανωτική ισχυροποίηση των Οργανώσεων του Εξωτερικού αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της συνολικής προσπάθειας του Κόμματος, ώστε να ανταποκριθούμε με μεγαλύτερη ωριμότητα και στοχοπροσήλωση στα σύνθετα καθήκοντα της ταξικής πάλης στις σημερινές συνθήκες και να συμβάλουμε ουσιαστικά στην καλλιέργεια επαναστατικής συνείδησης σε κάθε χώρα, στον αγώνα για τον Σοσιαλισμό - Κομμουνισμό.


Ανδρέας Ανδρονικάκης
Βρετανία

Για τη λειτουργία των Τμημάτων Αθλητισμού των Οργανώσεων Περιοχής του ΚΚΕ και τη βοήθεια προς τις αντίστοιχες Επιτροπές Αθλητισμού της ΚΝΕ

Συμφωνώ με το σύνολο των Θέσεων της ΚΕ για το 22ο Συνέδριο του Κόμματος.

Τα τμήματα Αθλητισμού των Οργανώσεων Περιοχής του ΚΚΕ και οι αντίστοιχες επιτροπές αθλητισμού των Συμβουλίων Περιοχής της ΚΝΕ αποτελούν κρίσιμο κρίκο για την πιο αναβαθμισμένη παρέμβαση του Κόμματος στο μέτωπο του αθλητισμού. Η συγκρότηση και η λειτουργία αυτών των ομάδων έχει συμβάλει στην πιο εύστοχη παρέμβαση των Οργανώσεων στα ζητήματα που έχουν να κάνουν συνολικά με τον αθλητισμό, στην προβολή της θέσης του ΚΚΕ για τον αθλητισμό και την πάλη για τη σοσιαλιστική κοινωνία, που αποτελεί την πραγματική απάντηση στο σήμερα, που το δικαίωμα στον αθλητισμό όπως και κάθε άλλη πλευρά της ζωής και της καθημερινότητας του λαού και της νεολαίας, πνίγεται στη μέγγενη του επιχειρηματικού κέρδους και της καπιταλιστικής βαρβαρότητας. Βασικό στοιχείο της λειτουργίας των επιτροπών αποτελεί η στενή παρακολούθηση των εξελίξεων και των τάσεων που αφορούν ζητήματα Αθλητισμού, καθώς επίσης ειδικά ζητήματα διαπάλης (υγιής επιχειρηματικότητα, οπαδικοί στρατοί, ντόπινγκ, ναρκωτικά).

Κυρίως, χρειάζεται να μας απασχολήσει κατά πόσο θα μπορέσουμε να σταθεροποιήσουμε τη δουλειά μας στα ζητήματα που αφορούν τον Αθλητισμό, καθώς αποτελεί ζήτημα που απασχολεί ευρύτερα μάζες και κυρίως τη νεολαία και κόσμο με μεράκι. Είναι χαρακτηριστικό βήμα αναβάθμισης της δουλειάς μας η ολοένα και μεγαλύτερη συμμετοχή κόσμου στις κεντρικές πρωτοβουλίες που παίρνουν οι Οργανώσεις στα Φεστιβάλ ΚΝΕ - «Οδηγητή» (Αθλητικά τουρνουά, Αγώνες δρόμου), τις μορφές από τα στέκια Αθλητισμού που έχουν κάθε χρόνο πιο αναβαθμισμένο χαρακτήρα, τις αθλητικές δραστηριότητες που διοργανώνει η ΚΝΕ στις γειτονιές. Επιβεβαιώνεται η ανάγκη που έχει ο εργαζόμενος άνθρωπος για αθλητισμό, πόσο μάλλον ο νέος και η νέα, ως διέξοδο από την ασφυκτική κατάσταση της σύγχρονης σκλαβιάς στον καπιταλισμό, πολλές φορές αποτελεί στήριγμα στη δύσκολη καθημερινότητα, μέσο κοινωνικοποίησης και επαφής με κόσμο. Από αυτή την άποψη, μεγαλώνει η ευθύνη που έχουν οι Οργανώσεις και ειδικά τα τμήματα αθλητισμού του Κόμματος, που λειτουργούν ως βοηθητικός κρίκος στην παρέμβασή μας στο συγκεκριμένο μέτωπο, αλλά και η βοήθεια προς τις αντίστοιχες επιτροπές της ΚΝΕ, για την καλύτερη ιδεολογικοπολιτική στήριξη του περιεχομένου της δουλειάς μας, χωρίς να αρκούμαστε μόνο από καλαίσθητες και εντυπωσιακές πρωτοβουλίες, αλλά να μας απασχολήσει σε βάθος η συζήτηση με βάση τις πρόσφατες επεξεργασίες του Κόμματος για τη Φυσική Αγωγή και τον Αθλητισμό, την ανάδειξη των προτάσεων του Κόμματος για τον Αθλητισμό, που εύστοχα ξεσκεπάζει τα αδιέξοδα του συστήματος, βάζει στο στόχαστρο το ζήτημα Αθλητισμός - Εμπόρευμα που γεννά και θρέφει τη σαπίλα. Η ανάδειξη των επιτευγμάτων στον αθλητισμό, που γνωρίσαμε από την οικοδόμηση του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, φανερώνει επίσης την τεράστια συμβολή που μπορεί να έχει το καθολικό δικαίωμα στον αθλητισμό στη βελτίωση της παραγωγικότητας της εργασίας, μέσα από τη βελτίωση της υγείας και της ευρωστίας των εργαζομένων, στην εξασφάλιση ποιοτικού ελεύθερου χρόνου κ.τ.λ.

Ενα ακόμη στοιχείο συμβολής των βοηθητικών τμημάτων έχει να κάνει επίσης με τη βοήθεια προς τις Οργανώσεις για την ιδεολογικοπολιτική στήριξη των συντρόφων αθλητών και αθλητριών που κάνουν Πρωταθλητισμό, αλλά και τη βοήθεια προς τις Οργανώσεις ώστε να μπορεί ο σύντροφος ή η συντρόφισσα να νιώθει ότι μπορεί να συμβάλει στη ζωή και τη δράση της Οργάνωσης παρά το απαιτητικό πρόγραμμα των προπονήσεων, των αγώνων, των σπουδών, τη διαχείριση της επιτυχίας και της αποτυχίας, ή ενός τραυματισμού, που αποτελεί παράγοντα που επηρεάζει την ψυχολογία των αθλητών. Κυρίως να αφομοιωθεί το ζήτημα ότι η προσφορά κρίνεται στην ίδια τη στάση ζωής που έχει ο κομμουνιστής - αθλητής στο γήπεδο, στο κολυμβητήριο, στο γυμναστήριο. Το πώς με το παράδειγμά του προβάλλει πρότυπα που προάγει ο αθλητισμός και σχετίζονται με τα επαναστατικά χαρακτηριστικά που έχουν διαπαιδαγωγήσει γενιές και γενιές κομμουνιστών μέσα από τις γραμμές του Κόμματος και της ΚΝΕ. Η επιμονή στον στόχο, η ομαδική προσπάθεια για ένα κοινό σκοπό, η άρνηση της υποταγής στον αρνητικό συσχετισμό αποτελούν στοιχεία που ο άνθρωπος τα συναντάει με άλλες μορφές και στην καθημερινή πάλη απέναντι στο καπιταλιστικό σύστημα, και η ενασχόληση με τον αθλητισμό μπορεί σε μεγάλο βαθμό να ενισχύσει αυτά τα χαρακτηριστικά.

Τέλος, αποτελεί βασική προϋπόθεση η επιτροπή να παρακολουθεί τις εξελίξεις στον αθλητισμό «από τα μέσα», να έχει δηλαδή διαρκή επαφή με τον κόσμο του αθλητισμού, τις ανησυχίες, τους προβληματισμούς του. Με αυτόν τον τρόπο, οι Οργανώσεις έχουν τα αντανακλαστικά να παρέμβουν εύστοχα και έγκαιρα πάνω σε οξυμένα ζητήματα που προκύπτουν και απαιτούν άμεσες κινήσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα από την πρόσφατη πείρα στη Θεσσαλονίκη αποτελεί η κινητοποίηση εκατοντάδων γονέων, αθλητών, προπονητών που ήταν αποτέλεσμα αυθόρμητης αγανάκτησης των γονέων από την ασφυκτική κατάσταση που επικρατεί εδώ και μήνες στα εναπομείναντα κολυμβητήρια της πόλης της Θεσσαλονίκης (Ποσειδώνιο και Νεάπολη), εξαιτίας του λουκέτου στο Εθνικό Κολυμβητήριο από το κράτος χωρίς σχεδιασμό μετεγκατάστασης και στήριξη των κολυμβητικών ομάδων. Εγκαιρα οι δυνάμεις μας στο κίνημα μέσα από το σωματείο προπονητών, συλλόγους γονέων, ήρθαν σε συντονισμό με τους πιο πρωτοπόρους γονείς, με σκοπό να διαμορφώσουμε ένα πλαίσιο πάλης που να απαιτεί την άμεση κάλυψη των πραγματικών αναγκών των αθλητών, αναδείξαμε τις αιτίες γύρω από τις επιλογές του υπουργείου Αθλητισμού και της κυβέρνησης που δεν έχει σαν προτεραιότητα τη στήριξη του Αθλητισμού αλλά την ενίσχυση της επιχειρηματικής δράσης και των πολεμοκάπηλων σχεδίων ΗΠΑ - ΝΑΤΟ - ΕΕ, που επιλέγει να χρηματοδοτεί την πολεμική βιομηχανία, αντί να καλύψει τα τεράστια προβλήματα που επικρατούν στις δημόσιες αθλητικές εγκαταστάσεις.


Μιχάλης Θαλασσινός
Θεσσαλονίκη

Για τον καπιταλιστικό χαρακτήρα της Κίνας

Οι Θέσεις της ΚΕ σωστά επισημαίνουν ως ζήτημα μεγάλης σημασίας για το Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα το θέμα του χαρακτήρα της Κίνας. Σήμερα, σε μια περίοδο που βαθαίνει ο ανταγωνισμός ΗΠΑ - Κίνας για την πρωτοκαθεδρία στο ιμπεριαλιστικό σύστημα, η στάση απέναντι στην καπιταλιστική Κίνα είναι κριτήριο για την υπεράσπιση ή απόρριψη της κομμουνιστικής ταυτότητας.

Οι διαφωνίες στο πλαίσιο του ΔΚΚ δεν αφορούν μόνο στον σοσιαλισμό, αλλά και στον ίδιο τον καπιταλισμό. Η άρνηση των νομοτελειών επιχειρεί να διασκεδάσει την εγκατάλειψη του στόχου της ανατροπής του.

Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη προσπάθεια για να γίνει αντιληπτή η ταύτιση των «κινεζικών χαρακτηριστικών» του «σοσιαλισμού» στην Κίνα με τις γενικές νομοτέλειες του παγκόσμιου καπιταλισμού: Τη διείσδυση του κεφαλαίου σε κάθε πλευρά της ζωής, τον σχηματισμό μονοπωλίων, την εργατική δύναμη εμπόρευμα, τη μαζική εξαγωγή κεφαλαίου.

Ούτε τι σημαίνει το γεγονός ότι από το 2018 μέχρι το 2020 αναρριχήθηκε από την 78η θέση στην 31η στην κατάταξη της Παγκόσμιας Τράπεζας σε ό,τι αφορά στο «επιχειρηματικό κλίμα».

Οι υπερασπιστές του «Σοσιαλισμού με Κινεζικά Χαρακτηριστικά» προσπαθούν να αντικρούσουν την πραγματικότητα με σοφίσματα.

Ενα επιχείρημα είναι η σχέση κρατικού - ιδιωτικού τομέα. Ακόμα και έτσι όμως, τα επίσημα στοιχεία είναι συντριπτικά. Ο ιδιωτικός τομέας αντιπροσωπεύει το 56,9% του ΑΕΠ, το 80% της απασχόλησης στις αστικές περιοχές, το 80% των τεχνολογικών καινοτομιών.

Σε κάθε περίπτωση το μέγεθος του κρατικού τομέα δεν καθορίζει τον χαρακτήρα της οικονομίας. Ο Μαρξ ουδέποτε χρησιμοποίησε αυτό το κριτήριο. Στο Μεξικό, για παράδειγμα, μέχρι την κρίση του 1982 ο κρατικός τομέας έφτασε να αντιπροσωπεύει το 70% της οικονομίας. Κανένας όμως δεν είδε «σοσιαλισμό» στη διακυβέρνηση του Portillo και των προκατόχων του, εκτός από ορισμένους του ευρωκομμουνιστικού ρεύματος που φαντασιώνονταν ένα «Μεξικάνικο δρόμο προς τον Σοσιαλισμό» μέσω της καπιταλιστικής ανάπτυξης.

Στην Κίνα δεν θα δυσκολευτούμε να διαπιστώσουμε τους όρους για τη μετατροπή της εργασίας σε καπιταλιστική διαδικασία και του χρήματος σε κεφάλαιο: Η εμπορευματική παραγωγή είναι η γενική μορφή της παραγωγής, η εργασία είναι μισθωτή εργασία, δηλαδή ανταλλάσσεται ως εμπόρευμα με το εμπόρευμα - χρήμα, και το προϊόν της εργασίας στέκεται απέναντι σε αυτή ως ξένη εργασία, ως κεφάλαιο για την παραγωγή υπεραξίας.

Το ότι ονομάστηκε «σοσιαλιστική οικονομία της αγοράς» η εμπορευματική παραγωγή με κρατική ρύθμιση δεν αλλάζει την ουσία: Μόνο στη βάση της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής το εμπόρευμα γίνεται η γενική μορφή του προϊόντος, όλη η παραγωγή γίνεται παραγωγή εμπορευμάτων.

Η δράση του νόμου της υπεραξίας εκφράζεται στη γενική τάση της καπιταλιστικής συσσώρευσης και τη δημιουργία βιομηχανικού εφεδρικού στρατού. Το 2024 η καταγεγραμμένη ανεργία στις αστικές περιοχές ήταν 5,1%, ενώ η ανεργία των νέων ξεπερνούσε το 17%.

Παράλληλα απογειώνονται οι ανισότητες. Το 2015, το πλουσιότερο 1% του πληθυσμού κατείχε το 14% του ΑΕΠ της Κίνας, όταν στις ΗΠΑ ήταν 20% και 10% στη Γαλλία. Το 2024 υπήρχαν 1.434 άτομα με περιουσία άνω των 700 εκατομμυρίων δολαρίων, αυξημένοι κατά 31% σε έναν χρόνο. Μεταξύ 1978-2015, το μερίδιο εισοδήματος του πλουσιότερου 10% αυξήθηκε από 27% σε 41%, ενώ το μερίδιο του φτωχότερου 50% μειώθηκε από 27% σε 15%. Οι δισεκατομμυριούχοι έχουν διπλασιάσει τον συλλογικό τους πλούτο σε 10 χρόνια. Ενδιαφέρουσα τάση για «σοσιαλισμό».

Και όπως είναι αναμενόμενο, μια τέτοια οικονομική δύναμη θέλει φυσικά να ασκήσει εξουσία, και όχι μόνο διά αντιπροσώπων.

Από το 2001 οι καπιταλιστές γίνονται δεκτοί ως μέλη στο ΚΚΚ. Το 2023 οι 41 δισεκατομμυριούχοι βουλευτές του κοινοβουλίου είχαν συνολική περιουσία 191 δισεκατομμυρίων δολαρίων - μάλλον «φτωχοί» σε σύγκριση με τους 40 δισεκατομμυριούχους της «συμβουλευτικής επιτροπής», των οποίων η συνολική περιουσία ανερχόταν σε 313 δισεκατομμύρια δολάρια. Οι ζάμπλουτοι βουλευτές στα δύο κρατικά σώματα αντιπροσωπεύουν το 6% του συνόλου.

Χαρακτηριστική είναι η ταχεία επέκταση της αγοράς υγείας. Από το 2011 έως το 2021, ο αριθμός των ιδιωτικών νοσοκομείων αυξήθηκε κατά 193,4%, ενώ ο αριθμός των δημόσιων νοσοκομείων μειώθηκε κατά 12,8%. Σήμερα τα ιδιωτικά νοσοκομεία είναι δύο φορές περισσότερα από τα δημόσια, τα οποία και αυτά στην πράξη λειτουργούν με κριτήριο το κέρδος στα πλαίσια της «σοσιαλιστικής οικονομίας της αγοράς». Τον Ιούλιο του 2024 η 3η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΚ αποφάσισε το άνοιγμα του τομέα στο ξένο κεφάλαιο. Στις 26 Φλεβάρη 2025 εγκαινιάσθηκε το πρώτο ιδιωτικό νοσοκομείο 100% ξένης ιδιοκτησίας.

Αλλος ισχυρισμός είναι ότι η κρατική ιδιοκτησία στη γη αποτελεί απόδειξη του σοσιαλιστικού χαρακτήρα της κινεζικής κοινωνίας.

Ομως από τα έργα του Μαρξ και του Λένιν γνωρίζουμε ότι η κεφαλαιοκρατική παραγωγή μπορεί να συμβιβαστεί μια χαρά με την απουσία ατομικής ιδιοκτησίας στη γη, ότι θεωρούσαν το αίτημα της εθνικοποίησης της αστικό και όχι σοσιαλιστικό. Είναι προς μελέτη το πώς επέδρασε η απουσία απόλυτης γαιοπροσόδου στην επέκταση καπιταλιστικών σχέσεων στην αγροτική οικονομία και από εκεί στο σύνολο της οικονομίας σε Κίνα, Βιετνάμ και σήμερα στην Κούβα.

Η θεωρητική ανεπάρκεια στην κατανόηση του καπιταλισμού γίνεται ένδεια στην απόπειρα ερμηνείας των ανατροπών του 20ού αιώνα. Από την αμφισβήτηση του Λένιν ορισμένα κόμματα έχουν περάσει στην ανοικτή αναθεώρηση του Μαρξ. Φτάνουν στο σημείο να θεωρούν οικοδόμηση του σοσιαλισμού τη διαβρωτική επέκταση των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων. Να χαιρετίζουν δηλαδή ως σοσιαλισμό την πρόοδο της αντεπανάστασης. Να βλέπουν μια φανταστική διαπάλη «σοσιαλισμού - καπιταλισμού» στους ανταγωνισμούς της Κίνας με τις ΗΠΑ.

Επιβεβαιώνεται ότι η παραμικρή καθυστέρηση στη θεωρία γεννά προβλήματα. Ετσι βλέπουμε σήμερα ορισμένες δυνάμεις που από την προγραμματική καθυστέρηση γλίστρησαν στον οπορτουνισμό και με καταλύτη τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο εκδηλώνουν ανοικτά αντεπαναστατικά στοιχεία, όπως η ευθυγράμμιση με την αστική τάξη ενάντια στο εργατικό κίνημα, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη στάση απέναντι στο ΚΚ Βενεζουέλας.

Σε αυτές τις συνθήκες κάθε βήμα στην κατεύθυνση της ανασύνταξης του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος πολύτιμο. Είναι πολύτιμη κατάκτηση η ουσιαστική συζήτηση που έχει ανοίξει στο ΔΚΚ με την σημαντική συμβολή του ΚΚΕ, αλλά και άλλων Κομμουνιστικών Κομμάτων και δυνάμεων. Αναδείχθηκαν δυνάμεις που διαχωρίζονται από το οπορτουνιστικό ρεύμα και με όλη την ανομοιομορφία τους προσπαθούν να χαράξουν επαναστατική στρατηγική και να αποκτήσουν δεσμούς με την εργατική τάξη, υπερασπίζονται τον προλεταριακό διεθνισμό, τη σοσιαλιστική επανάσταση. Τέτοιες προσπάθειες βρίσκουν έκφραση περίπου στις μισές από τις χώρες του G20 και αυτό συνιστά ένα νέο και ελπιδοφόρο στοιχείο σε ένα πλαίσιο που παραμένει εξαιρετικά δύσκολο, που ανεβάζει τον πήχη των απαιτήσεων για τη δουλειά μας.


Νίκος Σερετάκης
Αττική

Η δουλειά με το Πρόγραμμα και η παρέμβαση στο αγροτικό κίνημα όρος για να ανασάνει ο λαός και να ανοίξει ο δρόμος της ανατροπής

Η πραγματική ικανότητα του Κόμματος να παρεμβαίνει ουσιαστικά, να οργανώνει την πάλη και να κερδίζει δυνάμεις από τους βιοπαλαιστές αγροτοκτηνοτρόφους, κρίνεται από τη δουλειά με βάση το Πρόγραμμα, τη στρατηγική και τις σύγχρονες επεξεργασίες του. Αυτή η βαθιά και κοπιαστική δουλειά, που ήδη κάνουμε και που έχει αφήσει αποτύπωμα στους αγώνες και στις συνειδήσεις, γίνεται σήμερα ακόμη πιο επιτακτική. Ζούμε μια περίοδο όπου η ακρίβεια τσακίζει το λαϊκό εισόδημα, όπου οι αγρότες βγαίνουν ξανά στους δρόμους, όπου οι οξυμένες ανάγκες αποκαλύπτουν ποια είναι η ρίζα των προβλημάτων. Μόνο η δουλειά με βάση τη στρατηγική μας μπορεί να αποκαλύψει τι πραγματικά «φταίει», ποια είναι η μόνη διέξοδος και ποιο είναι το κρίσιμο στοιχείο για να αποκτήσει το αγροτικό κίνημα κατεύθυνση, αντοχή και ταξική συγκρότηση στο πλάι της εργατικής τάξης.

Οι επεξεργασίες μας, αλλά και η ίδια η πραγματικότητα, μελετώντας τα στοιχεία της αγροτικής παραγωγής, δείχνουν το ίδιο πράγμα: ότι ο λαός μας μπορεί να είναι διατροφικά αυτάρκης, αλλά εμπόδιο μπαίνουν οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής. Η εικόνα της ελληνικής αγροτικής παραγωγής την τελευταία δεκαετία είναι αποκαλυπτική. Οι καλλιεργούμενες εκτάσεις μειώθηκαν κατά πάνω από 4 εκατομμύρια στρέμματα, το ζωικό κεφάλαιο μειώθηκε πάνω από 20%, εξαφανίζονται δεκάδες χιλιάδες μικρές εκμεταλλεύσεις, και οι βιοπαλαιστές αγροτοκτηνοτρόφοι έρχονται αντιμέτωποι με χαμηλές τιμές πώλησης, με ακρίβεια, με κόστος παραγωγής που αυξάνεται συνεχώς και με ανύπαρκτη προστασία της παραγωγής και του ζωικού κεφαλαίου. Η αυτάρκεια σε βασικά προϊόντα, όπως σιτηρά, όσπρια, πατάτες και ζωοτροφές, μειώνεται σταθερά.

Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι την ίδια ώρα που στη Γερμανία και τη Γαλλία η χρήση νιτρικών λιπασμάτων παραμένει σταθερά πάνω από τα 100 κιλά ανά εκτάριο, στην Ελλάδα η χρήση έχει υποχωρήσει σε επίπεδα έως και 35-40% χαμηλότερα από τα αντίστοιχα του 2005 και πάνω από 50% χαμηλότερα από τα επίπεδα του 1995. Αυτό δείχνει πόσο περιορισμένη είναι η δυνατότητα των βιοπαλαιστών αγροτών στην Ελλάδα να καλύψουν τις ανάγκες των καλλιεργειών τους.

Την ίδια στιγμή, η πολιτική όλων των κυβερνήσεων και της ΕΕ επιταχύνει τη συγκέντρωση και τη συγκεντροποίηση της παραγωγής και της γης προς όφελος των μεγαλοαγροτών και των μεγαλοβιομηχάνων του κλάδου. Η ΚΑΠ είναι μηχανισμός που κατευθύνει την παραγωγή σύμφωνα με τα συμφέροντα των καπιταλιστικών εκμεταλλεύσεων και δεν μπορεί να μετατραπεί σε φιλοαγροτική πολιτική, όσο κι αν προσπαθούν να καλλιεργήσουν τέτοιες αυταπάτες οι εκάστοτε κυβερνήσεις. Ενώ η χώρα διαθέτει όλες τις παραγωγικές δυνατότητες για να θρέψει τον λαό της, το πρόβλημα δεν είναι τα «φτωχά εδάφη», ούτε η «περίφημη κλιματική αλλαγή», ούτε η «έλλειψη τεχνογνωσίας». Το πρόβλημα είναι βαθύ, ταξικό, καθώς η παραγωγή οργανώνεται με κριτήριο το κέρδος και όχι τις κοινωνικές ανάγκες.

Γι' αυτό βλέπουμε το παράδοξο: ενώ η τεχνολογία και οι παραγωγικές δυνατότητες αυξάνονται, η χώρα εισάγει όλο και περισσότερα τρόφιμα, οι τιμές εκτινάσσονται και οι αγροτοκτηνοτρόφοι ματώνουν. Τα τρόφιμα μετατρέπονται σε πανάκριβο εμπόρευμα. Οι υψηλές τιμές τροφίμων δεν είναι «φυσικό φαινόμενο», έχουν συγκεκριμένες αιτίες που απορρέουν από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής: μονοπώλια σε εφόδια, ενέργεια, λιπάσματα, μεταποίηση και εμπόριο, πολιτική της ΕΕ και της ΚΑΠ που επιταχύνουν το ξεκλήρισμα των βιοπαλαιστών αγροτών. Το τεράστιο κόστος παραγωγής για τον παραγωγό και η εξάρτηση από εισαγωγές σε κρίσιμους τομείς, όπως οι ζωοτροφές, κάνουν την εγχώρια παραγωγή ευάλωτη μέσα στο διεθνές πλαίσιο των οξυμένων ανταγωνισμών.

Οσο ο βιοπαλαιστής αγρότης παραμένει ατομικός μικροπαραγωγός κάτω από τον έλεγχο των μονοπωλίων του κλάδου, θα συνεχίσει να είναι το πιο αδύναμο κομμάτι της αλυσίδας. Ακόμη και η αύξηση της παραγωγικότητας, μέσα στο σημερινό σύστημα, δεν τον ωφελεί, γιατί διογκώνει την εξάρτηση και τη χειροτέρευση των όρων ζωής του.

Γι' αυτό η δουλειά με το Πρόγραμμα δεν είναι για μας μια αφηρημένη ιδεολογική συζήτηση. Είναι προϋπόθεση για να συνεχίσουμε να αναδεικνύουμε ότι η σημερινή κατάσταση δεν οφείλεται σε λάθη πολιτικής ή κακή διαχείριση, αλλά προέρχεται από την κυριαρχία μονοπωλίων στα εφόδια, στην ενέργεια, στις ζωοτροφές και στη μεταποίηση.

Οι εξελίξεις το επιβεβαιώνουν: η στροφή στην πολεμική οικονομία και η προετοιμασία της ΕΕ, όπου αφαιρούν κονδύλια από την ενίσχυση των αγροτοκτηνοτρόφων και τα κατευθύνουν στις αγορές όπλων και στην κατασκευή πολεμικού υλικού, δείχνουν ότι το μοναδικό τους κριτήριο είναι τα κέρδη των καπιταλιστών. Παράλληλα, η χώρα διαθέτει όλες τις αντικειμενικές δυνατότητες να καλύψει τις διατροφικές ανάγκες του λαού, με εύφορες περιοχές, κλίμα που ευνοεί ποικιλία παραγωγής, τεχνογνωσία και δυνατότητες ανάπτυξης. Αυτές όμως δεν αξιοποιούνται, γιατί η παραγωγή καθορίζεται από το κέρδος και όχι από τις κοινωνικές ανάγκες.

Η πραγματική διέξοδος για τον βιοπαλαιστή αγροτοκτηνοτρόφο βρίσκεται σε έναν άλλο τρόπο οργάνωσης της οικονομίας, με κομμουνιστικές σχέσεις παραγωγής, με κοινωνική ιδιοκτησία στα συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής, με μεγάλες κοινωνικές αγροτικές μονάδες, με δημόσιες υποδομές και κεντρικό σχεδιασμό. Μέσα από τον κεντρικό σχεδιασμό, η έρευνα, η τεχνολογία και η μηχανοποίηση μπορούν να αξιοποιηθούν ολοκληρωμένα, ώστε να εξασφαλίσουν χαμηλό κόστος παραγωγής, σταθερές τιμές και ποιοτικά τρόφιμα. Με μοναδικό κριτήριο την κάλυψη των κοινωνικών αναγκών, οι παραγωγικές δυνάμεις στην αγροτική παραγωγή μπορούν να απογειωθούν.

Γι' αυτό η παρέμβασή μας μπορεί να βαθύνει, συνδέοντας τα άμεσα διεκδικητικά αιτήματα, με μια συνολική προοπτική που απαντά στη ρίζα των προβλημάτων. Οι κομμουνιστές μπορούμε να βαθύνουμε τον προσανατολισμό σύγκρουσης με την πολιτική της ΕΕ και τα μονοπώλια, να αναδείξουμε τα κοινά συμφέροντα με την εργατική τάξη και να δώσουμε προοπτική μέσα στον καθημερινό αγώνα για επιβίωση. Οι βιοπαλαιστές αγρότες μας έχουν αποδείξει ότι ξέρουν πολύ καλά να αγωνίζονται, με οργάνωση μέσα από τους συλλόγους, αποσπώντας κατακτήσεις, καθυστερώντας αντιλαϊκά μέτρα και δυναμώνοντας τους δεσμούς τους με την εργατική τάξη. Η θετική πείρα από τα μπλόκα, τις κοινές κινητοποιήσεις και τις μαζικές διαδικασίες δείχνει ότι όταν παλεύουν με ενότητα και ταξικό προσανατολισμό, μπορούν να διαμορφώνουν όρους για πιο αποφασιστικούς αγώνες.

Οι παραγωγικές δυνατότητες υπάρχουν, και οι αγροτοκτηνοτρόφοι το ξέρουν καλύτερα από τον καθένα, αλλά όσο η παραγωγή καθορίζεται από το κέρδος, θα συνεχίσουν να ματώνουν και τα τρόφιμα θα ακριβαίνουν. Το ΚΚΕ αποδεικνύει ότι υπάρχει ο δρόμος: η εργατική εξουσία, η κοινωνικοποίηση των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής και ο κεντρικός σχεδιασμός. Η δουλειά με το Πρόγραμμα, μέσα στην καθημερινή πάλη, είναι ο μόνος τρόπος να κερδίσουμε δυνάμεις και να ανοίξουμε τον δρόμο για μια κοινωνία που θα παράγει για τον λαό και όχι για τα κέρδη των λίγων.


Ελευθερία Τσιγάρα
Αθήνα

Σκέψεις για την παρέμβαση της ΚΝΕ στα Πανεπιστήμια της Θεσσαλονίκης

Η πορεία διακίνησης των Θέσεων της ΚΕ στις Οργανώσεις της Σπουδάζουσας ήταν σημαντική διαπαιδαγώγηση. Ξεχώρισε το πείσμα και η αποφασιστικότητα των μελών της ΚΝΕ να φτάσουμε σε εκατοντάδες φοιτητές στα τμήματά μας. Εγινε σημαντική προσπάθεια παράλληλα με τη συζήτηση και την οργάνωση της δουλειάς για να φτάσουν οι Θέσεις σε κάθε τμήμα και έτος του ΑΠΘ του ΠΑΜΑΚ και του ΔΙΠΑΕ, ξεχωρίζει η προσπάθεια των πρωτοετών συντρόφων μας.

Είναι ευκαιρία με αφορμή και έμπνευση το σύνθημα του Συνεδρίου και το περιεχόμενο των Θέσεων να συζητήσουμε στα πανεπιστήμια «τι ΚΝΕ χτίζουμε» πλάι στο Κόμμα μας. Με κατανόηση των εξελίξεων, των προγραμματικών και στρατηγικών επιδιώξεων του ΚΚΕ σήμερα, τι καθήκοντα προκύπτουν για τους νέους κομμουνιστές, την καλλιέργεια του κριτηρίου ότι η ΚΝΕ προετοιμάζει τα μέλη της να ενταχθούν αύριο στο Κόμμα μας. Ειδικά σε αυτή την περίοδο, που χαρακτηρίζεται από συχνές και απότομες αλλαγές και η ιδεολογικοπολιτική διαπάλη έχει νέες απαιτήσεις και μέσα στα πανεπιστήμια.

Οπως μπαίνει και από τις Θέσεις, η όλη δράση μας καθορίζεται από τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και την γενίκευσή του. Αυτή η κατεύθυνση του Κόμματος πρέπει να σημάνει συναγερμό στα πανεπιστήμια και στις δυνάμεις μας για το περιεχόμενο της διαπάλης, την επιλογή τακτικής και μορφών στο κίνημα. Δεν είναι κατεκτημένο ενιαία και παντού το τι καθορίζει τις προτεραιότητες στη δράση μας σε κάθε φάση. Κύρια έκφραση είναι η συνδικαλιστικοποίηση της παρέμβασής μας στα πανεπιστήμια. Χάνουμε πολλές φορές, στην προσπάθεια γενικής ζύμωσης μπροστά σε ένα οξυμένο πρόβλημα, την αποκάλυψη της αιτίας, και άρα ποιο θα είναι και το περιεχόμενο της δράσης μας ανά τμήμα. Βασική πλευρά της αστικής στρατηγικής είναι η επιχειρηματική λειτουργία του πανεπιστημίου που σε κάθε σχολή εκφράζεται διαφορετικά. Παραμένει ζήτημα πως σε σχολές κοινωνικών επιστημών θα γίνουμε πιο αποκαλυπτικοί πάνω σε αυτό το ζήτημα, που δεν υπάρχουν τα παραδείγματα της άμεσης παρέμβασης για παράδειγμα επιχειρήσεων, ενώ ταυτόχρονα πλευρές του εμπορευματοποιημένου πανεπιστημίου τις ζούνε κάθε μέρα οι φοιτητές αυτών των σχολών. Από την υποβάθμιση και τη συγχώνευση τμημάτων, το περιεχόμενο των σπουδών, τα ζητήματα υποδομών και φοιτητικής μέριμνας μέχρι την συνεργασία και την έρευνα για πολεμικούς σκοπούς. Η συνολική προσπάθεια αποκάλυψης και διαφώτισης απαιτεί σκληρή ιδεολογική και πολιτική δουλειά, καλή συνεργασία με τις αντίστοιχες ΚΟΒ, άνοιγμα της αντιπαράθεσης στην ουσία και όχι σε μεμονωμένες πλευρές της αστικής πολιτικής με ταυτόχρονη ικανότητα προβολής της πρότασής μας για το πανεπιστήμιο του Σοσιαλισμού.

Στον δρόμο αυτό της αποκάλυψης και πλατιάς διαφώτισης οργανώνεται και η πάλη μας. Η ΚΝΕ μέσα από αυτή την διαδικασία μόνο τα τελευταία χρόνια στα πανεπιστήμια έχει πρωτοστατήσει σε κάθε πρόβλημα μικρό ή μεγάλο χωρίς να τα διαχωρίζουμε. Μέλη και στελέχη της ΚΝΕ αναγνωρίστηκαν στα μάτια φοιτητών ως οι μόνοι που δεν σκύβουν το κεφάλι, που οργανώνουν τον αγώνα με προοπτική. Νέα μέλη της ΚΝΕ «ψήθηκαν» στο πώς οργανώνεται ένας αγώνας. Παρ' όλα αυτά σήμερα υπάρχει ακόμη κενό στην παρέμβασή μας, στην οργάνωση της πάλης «από τα κάτω» και κυρίως το πώς δουλεύουμε την ριζοσπαστική - αντιμονοπωλιακή γραμμή πάλης σε ευρύτερα τμήματα φοιτητών. Σ' αυτό επιδρούν παράγοντες όπως ο ατομισμός, το «κοίτα τη δουλειά σου», «χτίσε το βιογραφικό σου, μην σε νοιάζει τι κάνουν οι άλλοι». Απαντήσεις σε έναν φοιτητή και «λύσεις» όλοι δίνουν μέσα στο πανεπιστήμιο, το θέμα είναι σε ποια κατεύθυνση και για ποια συμφέροντα. Η ΔΑΠ στα πρότυπα της ΕΕ, με προτάσεις κομμένες και ραμμένες στις ανάγκες και τις αξίες του κεφαλαίου. Οι οπορτουνιστές μέσα στο κίνημα αλλά και εντός των τειχών του συστήματος, με δήθεν άμεσες λύσεις που εξαντλούν την αγωνιστικότητά τους στις επόμενες κάλπες, κόντρα στην προσπάθειά μας για ένα ενιαίο πανελλαδικά συντονισμένο κίνημα ρήξης και ανατροπής.

Εχει σημασία μπροστά σε αυτά οι δυνάμεις της ΚΝΕ να ηγηθούμε πιο αποφασιστικά, να μην πέφτει τίποτα κάτω, να ξεχωρίσουν οι δυνάμεις μας στην πάλη απέναντι στην αστική στρατηγική με την δουλειά πρώτα απ' όλα στο έτος, αξιοποιώντας έναν πρωτοπόρο περίγυρο και διευρύνοντας την επίδραση και το σχέδιο παρέμβασής μας, με πολύμορφες πρωτοβουλίες και συγκεκριμένες αιχμές στο σύνολο των φοιτητών.

Ταυτόχρονα μελετάμε, εκτιμάμε διαθέσεις. Πολλές φορές εκεί που δεν το περιμένουμε κινούνται φοιτητές κάτω από την πίεση των προβλημάτων, ταρακουνιούνται συνειδήσεις. Από τη δράση μας ως τώρα έχει αποδειχθεί ότι μια σειρά από βήματα ανασύνταξης στο φοιτητικό κίνημα προχώρησαν επειδή πιο αποφασιστικά και πιο συγκεκριμένα οργανώθηκαν. Είναι χαρακτηριστικές μια σειρά από επιτροπές σε πρώτα έτη, μετεγγραφέντων, ακόμα και μεγαλύτερα έτη με αφορμή τις διαγραφές. Μπροστά σε σταθμούς για το φοιτητικό κίνημα ακόμα και τμήματα που υπάρχει σιωπητήριο, όπως το Οικονομικό της ΝΟΠΕ, κάνανε συνελεύσεις ετών μπροστά στο συλλαλητήριο της 6ης Νοέμβρη.

Με βάση και τα παραπάνω χρειάζεται σε καλή συνεργασία με την ΚΟ, να απασχολήσει βαθύτερα η έλλειψη κοινωνικής και πολιτικής πείρας που υπάρχει στις δυνάμεις της ΚΝΕ στα πανεπιστήμια, είναι συνεχής η ανανέωση των γραμμών μας. Χρειάζεται ιδεολογική στήριξη για στρατηγικά ζητήματα όπως της κυβερνητικής εναλλαγής, την στάση του Κόμματος από την ιστορική πείρα σε καμπές της ταξικής πάλης και τα συμπεράσματα από αυτήν, η σταθερή και επαναλαμβανόμενη συζήτηση για την πρότασή μας για το Πανεπιστήμιο και σε ποια κοινωνία θα γίνει πραγματικότητα.

Για να γίνει η Οργάνωση πιο αποκαλυπτική και να συσπειρώνει σταθερά περισσότερους φοιτητές με την πολιτική του Κόμματος, δεν αρκεί ο εμπειρισμός και η τυποποίηση της δουλειάς μας, να αναπολούμε σε κάθε φάση «τι κάναμε πέρυσι». Χρειάζεται επιμονή, σταθερή ενασχόληση και συνεργασία για την παρέμβαση κάθε συντρόφου στον χώρο και το έτος του, να σπάει η συνήθεια και η ρουτίνα, να αναπτύσσεται το θάρρος, η τόλμη και υπεροχή για την πρότασή μας.

Τα όργανα πρέπει να δώσουν ιδιαίτερη βοήθεια σε αυτή την υπόθεση στον Γραμματέα και το Γραφείο της ΟΒ, ώστε με ασυμβίβαστο πνεύμα να ξεπερνιέται ο εντοπισμός αδυναμιών, να ενισχύονται τα μέτρα για το ξεπέρασμά τους.

Στα πανεπιστήμια της Θεσσαλονίκης με επίγνωση της μεγάλης ευθύνης, ότι μιλάμε για τη δεύτερη μεγαλύτερη πανεπιστημιούπολη στη χώρα με χιλιάδες φοιτητές, μπορούμε να γίνουμε ικανότεροι και περισσότεροι μπροστά στο 22ο Συνέδριο του Κόμματός μας, που πέρα από ανάγκη είναι και ζήτημα τιμής για την Περιφερειακή Οργάνωση των ΑΕΙ.


Χρήστος Κωνσταντινάκης
Θεσσαλονίκη

Σκέψεις για τη λειτουργία των Οργανώσεων της ΚΝΕ στο Αιγαίο

Αυτή την περίοδο συζητάμε τις Θέσεις του Συνεδρίου, της ανώτερης εσωκομματικής διαδικασίας στο Κόμμα. Συμφωνώ με τις Θέσεις.

Στο κείμενο των Θέσεων αναφέρεται εκτενώς το ζήτημα του ιμπεριαλιστικού πολέμου, συνοψίζοντας και συμπεράσματα από τη συζήτηση που έγινε στο Κόμμα και την ΚΝΕ με την πρόσφατη απόφαση της ΚΕ. Είναι ένα ζήτημα που καθορίζει το έδαφος που παρεμβαίνουμε και όλη μας τη δράση.

Επιτακτική ανάγκη για την υλοποίηση της παραπάνω κατεύθυνσης είναι η σημασία ύπαρξης γερών Κομματικών και ΚΝίτικων Οργανώσεων στα νησιά του Αιγαίου, ώστε να καλλιεργείται η αμφισβήτηση της εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση και στο κράτος, να προωθείται ο προλεταριακός διεθνισμός και η αλληλεγγύη, να συμβάλουμε στην ανάπτυξη της ταξικής πάλης σε γραμμή ρήξης και ανατροπής, πάλης για τον σοσιαλισμό.

Για παράδειγμα ο εφησυχασμός που αναφέρεται και στις Θέσεις, καλλιεργείται έντονα από την κυβέρνηση, έχει όμως και άλλες προεκτάσεις στα νησιά και πρέπει να ερμηνεύουμε καλύτερα την επίδρασή τους για να παρεμβαίνουμε πιο διεισδυτικά. Μια πλευρά είναι ότι η αστική τάξη, οι εκάστοτε κυβερνήσεις επιδιώκουν μέσα από τον εφησυχασμό να μην υποβαθμιστεί το λεγόμενο «τουριστικό προϊόν», να συνεχίσει η Ελλάδα να θεωρείται ασφαλής τόπος προορισμού. Αυτό αντανακλάται και στους κατοίκους των νησιών όχι μόνο από την κεντρική παρέμβαση του κράτους αλλά και στην καθημερινότητά τους. Ας σκεφτούμε τους χιλιάδες τουρίστες από την Τουρκία που έρχονται άμεσα σε επαφή οι κάτοικοι των νησιών, ότι σε αυτή τη δραστηριότητα πολλοί στηρίζονται για το εισόδημά τους, επιδρά σε όλα τα τμήματα νεολαίας, νέους εργαζόμενους, φοιτητές, ακόμα και μαθητές γυμνασίου που δουλεύουν στον τουρισμό.

Ετσι διαμορφώνονται και αναπαράγονται λογικές όπως ότι «κόντρες υπάρχουν μεταξύ των δύο χωρών αλλά η κατάσταση δεν θα οξυνθεί». Αντίστοιχα έχουν περάσει περίπου δέκα χρόνια από τις μεγάλες προσφυγικές ροές, που σε συνδυασμό με τον εφησυχασμό, τις χαμηλές απαιτήσεις συνολικά, υπάρχει κόσμος στα νησιά που θεωρεί κανονικότητα τις προσφυγικές ροές, δεδομένο ότι θα υπάρχουν αυτές οι άθλιες συνθήκες διαβίωσης στο ΚΥΤ, ανέχεται ακόμα και τους νεκρούς στις θάλασσες τους Αιγαίου χωρίς να αντιδρά.

Στην παρέμβασή μας πρέπει να ξεχωρίσουμε τη δουλειά μας στα ΚΥΤ. Στη Σάμο απασχολούνται περίπου 500 εργαζόμενοι και είναι από τους πιο μαζικούς εργασιακούς χώρους, με γρήγορη ανανέωση αφού πολλοί εργαζόμενοι ΜΚΟ έρχονται για ένα ή δύο χρόνια και άρα χρειάζεται σταθερότητα στην παρέμβασή μας. Αντίστοιχη κατάσταση υπάρχει και στα υπόλοιπα νησιά. Συγκεντρώνεται μεγάλο ποσοστό νέων, που η έντονη ενασχόλησή τους με το ζήτημα του προσφυγικού - με θετική αφετηρία στους περισσότερους ότι αυτή η στάση αποτελεί αλληλεγγύη - αλλά και η διαχείριση με αξιοποίηση όλων των αντιδραστικών κατευθύνσεων της ΕΕ, της απαράδεκτης συμφωνίας Ελλάδας - Τουρκίας κ.ο.κ., δημιουργούν και διάφορες αντιλήψεις όπως «θετική συμβολή και ρόλος της ΕΕ», «χρήσιμος ρόλος των ΜΚΟ που καλύπτουν ανεπάρκειες του κράτους» κ.ά.

Ανεβαίνουν οι απαιτήσεις σε εμάς, να έχουμε καλύτερη γνώση των ανταγωνισμών διεθνώς και πιο συστηματική ανάδειξη του ρόλου των ιμπεριαλιστικών συμμαχιών. Αρα χρειάζεται αναβαθμισμένη λειτουργία των Οργάνων και των ΚΟΒ και ΟΒ, ξεχωριστή θεματολογία σε αυτά τα ζητήματα, περισσότερη προσωπική ενασχόληση, παρακολούθηση των εξελίξεων, μέσα από τον «Ριζοσπάστη», την ΚΟΜΕΠ, τον «Οδηγητή», με σκοπό να τις αξιοποιούμε, να είμαστε πιο διαφωτιστικοί ως προς τη σοσιαλιστική προοπτική, να απαντάμε πιο εύστοχα και διεισδυτικά στα ιδεολογήματα του αντιπάλου.

Η διαπάλη με τα ιδεολογήματα που προβάλλει το κράτος και η αστική τάξη, η ιδεολογική - πολιτική διαφώτιση του λαού και της νεολαίας για τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα του πολέμου για το προσφυγικό ως αποτέλεσμα των ανταγωνισμών των μονοπωλίων, η οργανωμένη παρέμβαση του ΚΚΕ και της ΚΝΕ με κατάλληλο σχέδιο, είναι δουλειά με το πρόγραμμα του Κόμματος σήμερα, συμβάλλει στην προετοιμασία του υποκειμενικού παράγοντα, ιδιαίτερα αν αναλογιστούμε ότι σε πιθανή κλιμάκωση είναι πολύ πιθανό αυτή να εκφραστεί πρώτα στα νησιά, να καλεστούμε ως κομμουνιστές να ηγηθούμε της προσπάθειας για τη διαβίωση του λαού σε απότομη πτώση του βιοτικού επιπέδου, σε περίοδο που η συντροφικότητα και η αλληλεγγύη θα είναι η μοναδική απάντηση απέναντι στην εξαθλίωση και τον θάνατο.

Οι παραπάνω σκέψεις με προβλημάτισαν ως προς το ζήτημα της επιθεώρησης των δυνάμεών μας. Ζούμε σε αρνητικό συσχετισμό σε αντεπαναστατικές συνθήκες, με αντικατάσταση της γνώσης από την πληροφορία, προσπάθειας χειραγώγησης μέσω ΜΚΔ, εξαρτήσεων, επίδρασης του υποκειμενικού ιδεαλισμού και άρνησης της αντικειμενικής πραγματικότητας, που επηρεάζουν καθημερινά τη νεολαία, διαμορφώνουν απάθεια, χαμηλή συμμετοχή στις μαζικές διαδικασίες, οδηγούν στην απογοήτευση και στη λογική ότι τίποτα δεν αλλάζει. Σε αυτές τις συνθήκες επιδρούν και ιδιαιτερότητες που εμφανίζονται στα νησιά. Ο μεγάλος κατακερματισμος του πληθυσμού, ταυτόχρονα με τις ελάχιστες δυνατότητες για διέξοδο στον πολιτισμό, τον αθλητισμό κ.λπ., που ενισχύει τον ατομισμό, βάζει παραπάνω εμπόδια στη δυναμική ανάπτυξη στη συλλογική δράση αλλά και στην παρέμβαση της Οργάνωσης. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να φαίνονται πιο έντονα οι αδυναμίες, να καλούμαστε πιο επιτακτικά να τις λύσουμε, με αποτέλεσμα να δημιουργεί παραπάνω πίεση.

Αρα είναι κρίσιμο ζήτημα και χρειάζεται διαρκής καθοδηγητικός προσανατολισμός, να εξασφαλίζουμε με καλύτερους όρους τη συμμετοχή της Οργάνωσης στο ενιαίο πανελλαδικό σχέδιο, είτε σε επίπεδο κινήματος είτε αυτοτελώς, να συμβάλουμε καθοριστικά στον εμπλουτισμό του σχεδιασμού με στοιχεία που αφορούν την καθημερινότητα της νεολαίας στα νησιά. Να μην υποκύπτουμε σε αντικειμενικές δυσκολίες και υποκειμενισμούς. Να διαμορφώνουμε όρους ώστε τα μέλη της ΚΝΕ, σε κάθε φάση της ζωής τους, να δρουν ως ηγέτες με σκοπό να φέρουν παραπάνω κόσμο σε επαφή με την πρόταση διεξόδου του Κόμματος, να συμβάλουν στη συγκέντρωση δυνάμεων για την επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού. Εχουμε θετικά παραδείγματα σε αυτή την κατεύθυνση που όμως πρέπει να συνεχιστούν και να σταθεροποιηθούν.

Ως επιτροπή έχουμε υποχρέωση να σκύψουμε περισσότερο πάνω από τέτοιες πλευρές της καθοδηγητικής δουλειάς συμβάλλοντας και στο ανέβασμα της βοήθειας από το Κόμμα προς την ΚΝΕ, στον κοινό βηματισμό και σχεδιασμό, εξασφαλίζοντας ακόμα περισσότερα μέλη της ΚΝΕ να αφομοιώνουν το Πρόγραμμα του Κόμματος, να στρατολογούνται στο Κόμμα. Στον βαθμό που το καταφέρνουμε, θα ξεπερνιούνται φαινόμενα κόπωσης, χαμηλότερης μαχητικοποίησης και συμμετοχής στον σχεδιασμό, θα γίνεται η ενασχόληση του κάθε μέλους ακόμα πιο δημιουργική και συνειδητοποιημένη και όχι τυπική και ρουτινιάρικη.

Οι ΚΝίτικες Οργανώσεις του Αιγαίου μπορούν να βγουν ένα μπόι ψηλότερες, πιο έτοιμες οργανωτικά - πολιτικά - ιδεολογικά, να αντιστοιχηθούν με τον κατεκτημένο προγραμματικά και καταστατικά επαναστατικό χαρακτήρα του Κόμματος!


Κώστας Συργουνιώτης

Κομβικό το ζήτημα του ιμπεριαλιστικού πολέμου

Στις Θέσεις της Κεντρικής Επιτροπής γίνεται, ανάμεσα στα άλλα, ανάλυση του διεθνούς πολιτικο-στρατιωτικού πλαισίου, στη βάση των ανταγωνισμών μεταξύ των ιμπεριαλιστικών κρατών και συμμαχιών, αλλά και μέσα στο πλαίσιό τους.

Καθημερινά μεγαλώνει ο κίνδυνος ενός ευρύτερου ιμπεριαλιστικού πολέμου και οι εξελίξεις του τελευταίου τετράχρονου, όπως αποτυπώνονται και στο κείμενο των Θέσεων, το επιβεβαιώνουν.

Η θέση του Κόμματος στο ζήτημα του ιμπεριαλιστικού πολέμου, καθώς και συνολικά των οξυμένων ανταγωνισμών, είναι κρυστάλλινη. Χρειάζεται, όμως, να «σκαλίσουμε» πώς δουλεύουμε αυτή τη θέση, παίρνοντας υπόψη τον τρόπο που αντιλαμβάνεται αυτά τα ζητήματα ο λαός, ποια αντιπαράθεση πρέπει να ανοίξουμε με την παρέμβαση της αστικής τάξης, τα αστικά και οπορτουνιστικά κόμματα.

Κάποιες πλευρές αφορούν στα εξής:

Εχει σημασία να δούμε πώς σκέφτεται το ενδεχόμενο ενός γενικευμένου ιμπεριαλιστικού πολέμου, ειδικά ο νεότερος ηλικιακά κόσμος. Εμφανίζεται μια αντίφαση, η οποία όμως εξηγείται: Από τη μία εφησυχασμός, από την άλλη αγωνία για το πού πάνε τα πράματα.

Πώς εκφράζεται ο εφησυχασμός; Με απόψεις όπως «περάσαμε την εποχή των μεγάλων πολέμων», «στο τέλος μιλάει η διπλωματία», «η επιθετικότητα μιας χώρας οξύνεται απλώς για επίδειξη δύναμης». Ο εφησυχασμός αυτός αιτιολογείται. Καταρχάς, αποτελεί βασική κυβερνητική γραμμή (ανεξαρτήτως κυβέρνησης). Κατά δεύτερον, ο νέος στην Ελλάδα σήμερα έχει μεγάλη απόσταση από «ζωντανές» εμπειρίες πολέμου και ζει σε μια μακρόχρονη περίοδο ιμπεριαλιστικής ειρήνης (τη μεγαλύτερη στην ιστορία της Ελλάδας ως καπιταλιστικό κράτος), όσον αφορά στη διεξαγωγή πολεμικών επιχειρήσεων στο έδαφος της χώρας. Είναι λογικό λοιπόν, το ενδεχόμενο συμμετοχής της Ελλάδας σε πόλεμο να φαίνεται μακρινό, καθώς η συμμετοχή της χώρας μέσω αποστολής στρατευμάτων σε επιχειρήσεις όπου Γης, καθώς και μέσω της εμπλοκής στους οικονομικούς και γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς που γεννούν τον πόλεμο, είναι δύσκολο να συνειδητοποιηθεί.

Ταυτόχρονα, όμως, εκφράζεται μεγάλη αγωνία για τις εξελίξεις. Οι ίδιοι άνθρωποι που «αρνούνται» το ενδεχόμενο πολέμου, όσο ανοίγουμε εμείς αποφασιστικά αυτά τα ζητήματα, ρωτάνε με το μεγαλύτερο ενδιαφέρον «τι λέτε εσείς για τα γεγονότα στην Ουκρανία;», «πιστεύετε ότι μπορεί να πάμε σε πόλεμο;» κ.ά. Οι ίδιοι οι στρατευμένοι νέοι ή όσοι υπηρέτησαν τα τελευταία χρόνια τη θητεία τους, παρόλο που πολλές φορές σου λένε «τζάμπα αγχωνόμαστε, στο τέλος πάλι κάπως θα τα βρουν», προβληματίζονται ιδιαίτερα για το αν υπάρχουν δυνατότητες παρέμβασης του λαϊκού παράγοντα ενάντια στα στρατιωτικά σχέδια, που φαίνονται «παντοδύναμα».

Τέτοια παραδείγματα ζούσαμε για παράδειγμα καθημερινά, τον Οκτώβρη του 2024, όταν με αφορμή την άσκηση «Ramstein Flag 24» που διεξαγόταν στη Βόρεια Ηλεία, μιλήσαμε με τον κόσμο της περιοχής για τη συνεχιζόμενη εμπλοκή της χώρας μας. Παρόλο που αρχικά συναντούσαμε μια σειρά ιδεολογήματα, όπως ότι η ΝΑΤΟική παρουσία θα βοηθήσει στην οικονομική ανάπτυξη, ακόμα και στην τουριστική αξιοποίηση της περιοχής, καταφέραμε και τα «χτυπήσαμε», πείθοντας ευρύτερο κόσμο να συμμετέχει στις δραστηριότητες που οργάνωσε το Κόμμα ενάντια στην εμπλοκή της χώρας στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και την πραγματοποίηση της άσκησης στην Ανδραβίδα.

Πώς εξηγείται, λοιπόν, αυτή η συνύπαρξη του εφησυχασμού με την πηγαία αγωνία, ακόμα και με τη διάθεση για δράση; Μα είναι η ίδια η πραγματικότητα που αντικειμενικά επιδρά στη συνείδηση της εργατικής τάξης, του λαού και της νεολαίας του. Οι κίνδυνοι είναι εδώ, όσο και να τους κρύβουν. Οσο και να προσπαθούν να πείσουν τα αστικά επιτελεία ότι «δουλεύουν για την ειρήνη», το σαράκι της αμφισβήτησης, της πραγματικότητας που τους διαψεύδει καθημερινά, δεν μπορούν να το ξεριζώσουν.

Πού πρέπει άρα να ρίξουμε εμείς το βάρος, μέσα από την κομματική παρέμβαση; Είναι απαραίτητη η αποκάλυψη των αιτιών που γεννούν τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς και πολέμους, με ανάλυση της κατάστασης, με αξιοποίηση των καθημερινών καταιγιστικών εξελίξεων. Δεν αρκεί όμως.

Είναι ανάγκη να αναδειχθεί η στάση που πρέπει να κρατήσει ένας νέος, συνολικά η εργατική τάξη και ο λαός, τόσο σήμερα όσο και στο ενδεχόμενο περαιτέρω όξυνσης της κατάστασης. Γιατί, με μια ευκολία ένας νέος (ή και μεγαλύτερος) άνθρωπος θα σου πει ότι ο πόλεμος γίνεται «για τα συμφέροντα» και όχι για τους λόγους που προσπαθούν να μας πείσουν μέσω της αστικής προπαγάνδας (δήθεν σύγκρουση πολιτισμών, θρησκειών κτλ), όμως ποια είναι αυτά τα συμφέροντα, ποιανών είναι και πώς θα απεμπλακούμε, είναι μια συζήτηση πολύ πιο δύσκολη.

Γιατί χρειάζεται να αναδειχτεί αφενός ότι δεν υπάρχουν κοινά «εθνικά» συμφέροντα, ούτε σε συνθήκες πολέμου, ανάμεσα στην εργατική και την αστική τάξη μιας χώρας. Οτι υπάρχει ένα «μπλεγμένο κουβάρι» ανταγωνισμών, σχέσεις ιμπεριαλιστών, που με την ίδια ευκολία που εμφανίζονται σήμερα ως σύμμαχοι, αύριο θα γίνουν θανάσιμοι εχθροί και αντίστροφα. Είναι χαρακτηριστική η συζήτηση για τη συνεκμετάλλευση με την Τουρκία (υπό ΝΑΤΟική «ομπρέλα») των κοιτασμάτων στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, η οποία προχωράει κανονικά, παρά την όξυνση της «έντασης» ανάμεσα στις 2 χώρες.

Πρόκειται για έναν «γόρδιο δεσμό» που δεν λύνεται, αλλά μόνο κόβεται, με την απεμπλοκή της χώρας μια και καλή από το ιμπεριαλιστικό σύστημα, με την εργατική τάξη στην εξουσία. Αυτή η προοπτική εξαρτάται από τη θέση που θα πάρει ο λαός την κρίσιμη στιγμή, πράγμα που «χτίζεται» από σήμερα.

Αυτό είναι κατά τη γνώμη μου το πιο κομβικό ζήτημα, στο οποίο το Κόμμα μας με το Πρόγραμμά του και τις σύγχρονες επεξεργασίες του, έχει μετρήσει σημαντικά βήματα. Με αυτόν τον τρόπο, θα είμαστε έτοιμοι στο κάλεσμα της Ιστορίας για τον Σοσιαλισμό.


Χρήστος Γιάνναρος
Ηλεία

Με αποφασιστικά βήματα φτάσαμε ως εδώ. Με τολμηρά άλματα θα προχωρήσουμε παραπέρα!

Συμφωνώ με τις Θέσεις της ΚΕ.

Το «επείγουσας σημασίας» καθήκον για «πιο γρήγορα και κυρίως πιο σταθερά βήματα για την ανάπτυξη της ικανότητας και ετοιμότητας όλου του Κόμματος, πρώτα και κύρια των καθοδηγητικών οργάνων, για την αποτελεσματική προώθηση και προβολή της στρατηγικής του Κόμματος για τον σοσιαλισμό - κομμουνισμό» (σελ. 38), περνάει μέσα από την αντιμετώπιση αδυναμιών και καθυστερήσεων «για να πετύχουμε στην πράξη την άνοδο σε μια ανώτερη ποιοτικά καθοδηγητική δουλειά... ώστε σε καμιά φάση εξέλιξης της καθημερινής ταξικής πάλης αυτή να μην αποσπάται από τη στρατηγική» (σελ. 65).

Το ενοποιητικό στοιχείο όλης της λειτουργίας και δράσης του Κόμματος, από τον προγραμματισμό, τους στόχους, τη διαμόρφωση πλαισίου και στόχων πάλης, την προετοιμασία μιας συνεδρίασης Οργάνου ή ΚΟΒ μέχρι την οικοδόμηση και τη στρατολογία είναι η ιδεολογία μας. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό και αποδεικνύει τη διαδικασία ωρίμανσης του Κόμματος και μόνο το γεγονός ότι αυτή διαχέεται στο σύνολο των Θέσεων της ΚΕ.

Είναι σαφή τα βήματα που έχουν γίνει από το 21οΣυνέδριο, το οποίο έθεσε σε προτεραιότητα την ιδεολογική - πολιτική δουλειά, μέχρι σήμερα. Τα μαθήματα στις ΚΟΒ, η αξιοποίηση περισσότερων δασκάλων από ΤΓ, ΤΕ και ΙΕ, η επιμονή στα εσωκομματικά συστήματα μόρφωσης, η οργανωμένη διακίνηση τίτλων, η επεξεργασία της ιδεολογικής -πολιτικής διαπάλης, η επεξεργασία σύγχρονων ζητημάτων με βάση τον μαρξισμό - λενινισμό κ.ά. συνέβαλαν καθοριστικά στο να κατανοείται καταρχήν ότι η ιδεολογική δουλειά δεν είναι για ειδικούς ή ένα παράλληλο καθήκον αλλά οργανικό στοιχείο της καθημερινής λειτουργίας και δράσης. Για παράδειγμα, το γεγονός ότι περίπου το 85% των μελών της ΤΕ Ηρακλείου έχει ολοκληρώσει κάποιο ανώτερο σύστημα εσωκομματικής μόρφωσης είναι μία σημαντική υποδομή που αργά ή γρήγορα θα εκφραστεί - άλλωστε τα αποτελέσματα της ιδεολογικής δουλειάς αποκρυσταλλώνονται αργότερα, όπως και από την αρνητική πλευρά «τα κενά στην ανάπτυξη της θεωρητικής, ιδεολογικής θωράκισης... έχουν αρνητικές συνέπειες μακράς πνοής... διορθώνονται πιο δύσκολα».1

Παρ' όλα αυτά, υπάρχουν ακόμα πολλά να κάνουμε στον τομέα της ιδεολογικής δουλειάς για να προχωρήσουμε προς την υλοποίηση των καθηκόντων που θέτουν οι Θέσεις της ΚΕ. Πιο συγκεκριμένα και με βάση την πείρα από την ΚΟ Ηρακλείου Κρήτης:

Να εντάξουμε και να επιμείνουμε στην ανάδειξη και αφομοίωση της βασανιστικής πορείας αποκατάστασης των επαναστατικού χαρακτήρα και διαμόρφωσης της σύγχρονης, επεξεργασμένης, επαναστατικής στρατηγικής του ΚΚΕ, χωρίς την οποία δεν θα μπορούσαμε σήμερα να συζητάμε σχετικά αυτοτελώς για το ΚΟΜΜΑ και τα καθοδηγητικά ζητήματα.

Οτι το Πρόγραμμά μας αποτελεί επιστημονικό ορόσημο στην πορεία του Κόμματος - ως τέτοιο πρέπει να αξιοποιείται - που βασίστηκε στη μελέτη της Ιστορίας του Κόμματος, της ανάπτυξης του ίδιου του μαρξισμού - λενινισμού, στη μελέτη της πείρας της ταξικής πάλης σε όλες τις συνθήκες, του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος, στη μελέτη των αιτιών νίκης της αντεπανάστασης με την Απόφαση - σταθμό του 18ου Συνεδρίου του Κόμματος, την οποία και πρέπει να την επαναφέρουμε.

Να αφομοιώνεται στην πράξη η ανάγκη να δυναμώσει η ιδεολογική - πολιτική συζήτηση πρώτα και κύρια στα Οργανα. Δεν είναι τυχαίο ότι αναβαθμισμένη διεξαγωγή του μαθήματος «Ανάπτυξη για ποιον» είχαμε στις ΚΟΒ Κατασκευών, Τουρισμού, στην Υγεία, Πανεπιστημίου - Ερευνας, Παιδείας. Για όλα αυτά τα ζητήματα έχει συζητήσει θεματικά το ΤΓ και η ΤΕ, έχει προχωρήσει σε έναν βαθμό η μελέτη των εξελίξεων, της διαπάλης, του περιεχομένου της παρέμβασής μας, κατανοούνται καλύτερα - με όρους καθοδήγησης - ως «χώρος ευθύνης» και «όχι απλώς κάποιες ΚΟΒ» (σελ. 60).

Η πλατιά δουλειά με την ιδεολογία και το Πρόγραμμά μας περνάει αναγκαστικά μέσα από τις ΚΟΒ - που σωστά οι Θέσεις τη θέτουν στο επίκεντρο. Υπάρχουν θετικά παραδείγματα που ταυτόχρονα αναδεικνύουν και τις αδυναμίες της καθοδηγητικής μας δουλειάς που αντανακλώνται στη δράση της ΚΟΒ. Για παράδειγμα, οι ΚΟ των εκπαιδευτικών, μαζί με τον Μαθητικό Τομέα της ΚΝΕ και τις ΚΟ των Ενώσεων Γονέων του Ηρακλείου οργανώσαμε εκδήλωση με τίτλο «Τι μαθαίνουν τα παιδιά μας στο σχολείο», με αφορμή την έκδοση με τα υλικά της ημερίδας για τα νέα Αναλυτικά Προγράμματα Σπουδών. Στην ΚΟΒ και την ΚΟ που συζήτησαν θεματικά σε συνεδρίαση με υλικό και βιβλιογραφία που δόθηκε στα κομματικά μέλη για να προετοιμαστούν, με έγκαιρη παραγγελία και διακίνηση του αντίστοιχου τίτλου και της προγραμματικής μας εξειδίκευσης (Ενιαίο 12χρονο Σχολείο) μπορέσαμε να μετρήσουμε - με αδυναμίες και ανομοιομορφία βέβαια - μεγαλύτερη συσπείρωση μελών, μαχητικοποίηση δυνάμεων και οπαδών, αυξημένη απεύθυνση στον περίγυρο, καλύτερους όρους στη διεξαγωγή της ιδεολογικής - πολιτικής διαπάλης με την αστική ιδεολογία και στρατηγική όσον αφορά το περιεχόμενο της μόρφωσης. Οπου δεν το κάναμε δεν είχαμε αυτά τα αποτελέσματα. Αντίστοιχη πείρα έχουμε και από τη βιβλιοπαρουσίαση της έκδοσης «Η Δημόσια Υγεία στην ΕΣΣΔ» που οργάνωσαν οι ΚΟ της Υγείας. Η καθοδηγητική αδυναμία που πρέπει να ξεπεραστεί - για να αποφεύγουμε και την αποσπασματικότητα και ασυνέχεια στη δουλειά μας - είναι η μη οργανική ένταξη και αξιοποίηση αυτής της δουλειάς στην καθημερινή μας δράση για τα οξυμένα προβλήματα. Πολλές φορές περιοριζόμαστε στη ζύμωση αιτημάτων αποσπασμένων από τη συνολική αστική στρατηγική, αφυδατώνοντας τη ζωντανή ιδεολογική διαπάλη. Με άλλα λόγια, δεν εντάσσουμε σταθερά στη δουλειά μας τη «δουλειά με την ουσία του Προγράμματος» (σελ. 45), δεν αξιοποιούμε πλευρές που αναδείχθηκαν στις εκδηλώσεις αυτές στη συζήτηση στις ΚΟΒ, τις συνεργασίες με τα κομματικά μέλη, στις παρεμβάσεις μας για την οργάνωση του αγώνα για τα οξυμένα προβλήματα. Αδυναμία που εκφράζεται και με τη χαμηλή διακίνηση αντίστοιχων τίτλων (π.χ. Οκτωβριανή Επανάσταση και Παιδεία) ή του ίδιου του τίτλου που παρουσιάζουμε, όπως έγινε με τη Δημόσια Υγεία στην ΕΣΣΔ, την Τεχνητή Νοημοσύνη κ.ά.

Καλύτερα να δουλέψουμε με την ιδεολογική δουλειά ως οργανωτικό παράγοντα που συνδέεται και με τους δείκτες ανασύνταξης του εργατικού - συνδικαλιστικού κινήματος. Οπου καταφέραμε καθοδηγητικά να συνδέσουμε την ιδεολογική - πολιτική παρέμβαση με τη μαζική δράση, να συνδυάσουμε με σχέδιο την αυτοτελή και τη συνδικαλιστική δράση μετρήσαμε αποτελέσματα, όπως στο νέο αεροδρόμιο σε Καστέλι, Mart, Αστόρια, όπου μαζί με το ανέβασμα της επιχειρησιακής οργάνωσης των εργαζομένων με τη δημιουργία και σωματείων, προχώρησε και η κομματική οικοδόμηση και στρατολογία.

Τέλος, σημαντικό ρόλο παίζουν οι Ιδεολογικές Επιτροπές στο επίπεδο των Τομεακών Επιτροπών, όταν καταφέρνουμε να τους δώσουμε συγκεκριμένο περιεχόμενο και βοήθεια ώστε όντως να λειτουργούν ως επιτελεία που μπορούν να συμβάλουν στην κωδικοποίηση του ιδεολογικού μετώπου - έχουμε πολλά βήματα να κάνουμε - ανεβάζοντας ταυτόχρονα τη «συλλογικότητα στην επεξεργασία, εξειδίκευση, σχεδιασμό» της ιδεολογικής - πολιτικής - μαζικής παρέμβασης στον χώρο ευθύνης της» (σελ. 60).

1. Αλέκα Παπαρήγα, «Για τη σχέση του καθημερινού αγώνα με την πάλη για την εργατική εξουσία», ΚΟΜΕΠ 4-5/2020.


Κώστας Κασμερίδης
Ηράκλειο Κρήτης



Μνημεία & Μουσεία Αγώνων του Λαού
Ο καθημερινός ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ 1 ευρώ