Αποσπάσματα από το βιβλίο του Θέμου Κορνάρου «Στρατόπεδο του Χαϊδαρίου» για τους διακόσιους
Παραθέτουμε αποσπάσματα από το βιβλίο, το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»:
Πρόκειται να τουφεκιστούνε 200 από το θάλαμο 1. Ολος ο θάλαμος Νο 1!... Για τους Μολάους. Για το Γερμανό στρατηγό που σκοτώθηκε στους Μολάους (...)
Η μάζα καλεί τον Ναπολέοντα κοντά της. Ζητά μιαν εξήγηση επιταχτικά. Κι ο Ναπολέων σφραγίζει μ' ένα νόημα κι ένα χαμόγελο το ακριβές της πληροφορίας. Ολα τα μάτια στρέφονται στους 260. Φρέσκοι, καλοντυμένοι, ατάραχοι, χωρίς την παραμικρή νευρικότητα, παρακολουθούνε τον κατάλογο που ξεδιπλώνεται από τα χέρια του διοικητή.
Μόνο ένα χαμόγελο σκληρό, όλο σαρκασμό, στη γέννησή του απάνω, φαίνεται απλωμένο στα λιοψημένα πρόσωπα των παλληκαριών.(...)
Μια φωνή αγνώριστη, τσακισμένη, βγαίνει από το τετράγωνο στήθος του διοικητή. Λέει το πρώτο όνομα του καταλόγου.
Μια βροντερή φωνή, σαν καμπάνα χαμηλού καμπαναριού, σκεπάζει τα πάντα, αναταράζει τον αέρα, ταλαντεύεται στα φτερά της λίγο και χτυπά στ' απέναντι βουνό, που αντιλαλεί το «Παρών!» του γερού παλληκαριού. Ενα λαστιχένιο κορμί τινάζεται, ορμά μπρος, κάνει τρία βήματα ανοιχτά και γυρίζει απότομα σε μας.
- Εχετε γεια! Κουράγιο κι αξιοπρέπεια, παιδιά! Ετσι μας αποχαιρετά και παίρνει τη θέση του.
Οι Γερμανοί αλληλοκυττάζονται. Κι ο διοικητής, με την ίδια σπασμένη φωνή, συνεχίζει την αλυσίδα των ονομάτων. (...)
- Δημήτρης Ρόδης!
Η απάντηση στην κλήση τούτη δεν είναι βγαλμένη από το στήθος του ανθρώπου. Ενας ολόκληρος λαός, λες, μαίνεται και μουγκρίζει μέσα στο «παρών!» αυτό.
Δεν είναι ο γερο-Μήτσος, ο καπνεργάτης, που απαντά. Οι φάμπρικες και η εργατιά της Καβάλας, η ιστορία και οι αγώνες ενός καταδιωγμένου λαού φωνάζουνε μέσ' από το γέρικο στήθος τ' ασπρομάλλη παππού...
Η φύση γελάστηκε. Τούτος ο γέροντας, ο αμίλητος, της ξέφυγε. Λες και περίμενε εβδομήντα χρόνια τη στιγμήν ετούτη για να υψώσει το κυρτωμένο σώμα σε χυτή λαμπάδα, να κάμει τη φωνή του σήμαντρο και να δώσει από τούτο το επίσημο εθνικό βήμα τις τελευταίες του παραγγελιές:
- Οσοι απομείνετε πέστε στους καπνεργάτες μου πως δεν τους πρόσβαλα!
Με τ' απλά αυτά λόγια αποχαιρετά ο ηρωικός αυτός άντρας τους συναγωνιστές και τον τόπο του. Δε θα ξεχάσουμε να μεταφέρουμε με σεβασμό και περηφάνεια τα στερνά τούτα λόγια στην αγωνιζόμενη Καβάλα μαζί μ' ένα στεφάνι αγριολούλουδα του Χαϊδαριού (...)
Οι πεντάδες των 260 αραιώνουνε. Υπάρχει πεντάδα που δεν απόμεινε κανένας. Τα κενά μένουν ανοιχτά σ' ένδειξη διαμαρτυρίας. Και σ' ένδειξη σεβασμού γι' αυτούς που έφυγαν. Οσοι απομένουν περιμένουνε από λεπτό σε λεπτό (...) Είναι προετοιμασμένοι και βέβαιοι. (...)
- Π. Λ... συνεχίζει ο διοικητής.
Ενα χαρούμενο, άναρθρο ξεφωνητό ήτανε το «παρών!» αυτού του ανθρώπου. Το πρόσωπό του όλο γελά, κυττάζοντας αυτούς που πάει να συναντήσει. (...)
- Περίμενέ μας, σύντροφε! Είμαστε έτοιμοι.
Ετσι τον κατευοδώνουν οι άλλοι π' απόμειναν και περιμένουν. Η ίδια νευρικότητα συνεχίζεται. Μόνο που η ψυχολογία σου χρεοκόπησε. Ετούτοι δεν αγωνιούνε φυσιολογικά. Δεν ανησυχούνε αν θα ζήσουνε ή όχι. Τρομάζουνε μην εξαιρεθούνε! Μη μείνουνε πίσω! (...)
Σε κάθε όνομα π' ακούς τώρα, σε κάθε κλήση και κάθε απόκριση, παίρνεις μέρος. Κι εγώ; ρωτάς. Φωνάζουν κι άλλο όνομα κι απορείς, σχεδόν θυμώνεις, γιατί δεν είναι το δικό σου!
Τούτη η μέρα δε μοιάζει με τις άλλες. Δε μοιάζει με τίποτα προηγούμενο. Δεν περιμένεις να ξαναζήσεις τέτοια μέρα. Και μ' όλο σου το είναι θέλεις να σε πάρει μαζί της, να σβήσεις μαζί της! Ντρέπεσαι να μείνεις και να ζεις τη μια μέρα ύστερ' από την άλλη, να κυνηγάς μικροχαρές, τώρα που αντικρίστηκες με το μεγάλο, με το ασύγκριτο, με το τέλειο...
Ζηλεύεις αυτούς που σαλτάρουν μπρος, σαν ευτυχισμένοι κυνηγοί που πέτυχαν τον πετούμενο στόχο. Δεν τους λυπάσαι πια. Το καρδιοχτύπι είναι αλλιώτικο. Χαίρεσαι να ζεις τον κίντυνο της σημερινής ημέρας. (...) Ολα σε προστάζουν να ξεπεραστείς. Νιώθεις έτοιμος, πρόθυμος, χαρούμενος για όλες τις θυσίες και για όλους τους πόνους. Μόνο που δεν υποφέρεις να σε περιφρονεί ο θάνατος!
Μια φωνή μέσα σου: «Δεν μπορείς να τους φτάσεις!» Αλλά είναι σπουδαίο και να τους νιώθεις. Ζεις από το δικό τους φως. Γίνεσαι δυνατός όσο ζεις τη δύναμή τους. Οσο είσαι παρέα τους. Κάποτε θα το κατορθώσεις να τους φτάσεις, αν κάμεις την άσκηση που κάνουν αυτοί είκοσι χρόνια. Αν δίνεις τη ζωή σου πρόθυμα κάθε στιγμή επί είκοσι χρόνια. Για το καλό και τ' αγαθό. Για την αλήθεια.(...)
Ενας ιδρώτας πηχτός κάνει το μούτρο του διοικητή να γυαλίζει (...) Κάτι τον τυραννά. Κάποια φωτιά τον σιγοψήνει. Ασφαλώς, βέβαια, δεν είναι η συνείδηση που ξύπνησε. Ολομεμιάς ο φριχτός δήμιος, ο επιστήμονας εγκληματίας, δεν άλλαξε, για να λυπάται τα θύματά του. Κάτι του συμβαίνει, που δεν είναι εύκολο να το βρεις, όταν στέκεται σε τόση απόσταση από σένα. Εσύ μελλοθάνατος κι αυτός δήμιος. (...)
Ο διοικητής είναι το θεριό που ταπεινώθηκε. Ο Γερμανός, ο βέρος Γερμανός, τη στιγμή του εξευτελισμού του. Είναι το φίδι, τη στιγμή που νιώθει πως το πατάς γερά στη μέση της ραχοκοκαλιάς. (...)
Περίμενε σκυφτούς, θλιβερούς κατάδικους να πορεύονται σα θύματα ελεεινά στον τόπο της εκτέλεσης. Και βρίσκεται κοντά στο μεγαλείο των Θερμοπυλών: Χτενισμένοι, φρεσκοξυρισμένοι, στολισμένοι σα γαμπροί οι μελλοθάνατοι. (...) Περίμενε να δει ένα δάκρυ! Κι ακούει βροντές και βλέπει αστραπές, τη στιγμή που ο καθένας φωνάζει το «Παρών!» του κι εξορμά για να συναντήσει το θάνατο. (...)
Μόλις γίνεται ησυχία, ο διοικητής συνεχίζει το προσκλητήριο του θανάτου. (...) Δε σταματά πια. Δεν περιμένει. Το πήρε απόφαση πως νικήθηκε. Το χώνεψε πως κάθε «παρών!» είναι και μια μαχαιριά που δεν είναι δυνατό να την αποφύγει. (...)
Ο διοικητής του Χαϊδαριού δεν έχει κανένα δικαίωμα ν' αλλοιώσει τη σύνθεση του καταλόγου. Το μόνο που μπορεί είναι ν' αντικαταστήσει έναν ορισμένο αριθμό ονομάτων με άλλα, ανάλογα με τις ανάγκες της υπηρεσίας και του Στρατοπέδου.
Αυτός είναι ο λόγος που έγινε το φοβερό λάθος χωρίς να τ' αντιληφθεί. (...)
- Οχι. Οχι εσύ. Οχι εσύ, Ναπολέων! (...)
Ο Ναπολέων απαντά στο διοικητή. Κι όλα τ' αυτιά είναι τεντωμένα κι αφουγκράζονται. Οσοι ξέρουν γερμανικά μεταφράζουνε την ίδια στιγμή τα λόγια του:
- Δέχομαι, κύριε διοικητά, τη ζωή μόνο με τον όρο πως δεν πρόκειται να την πάρω από άλλον κρατούμενο. Μόνο όταν η θέση μου μείνει κενή!... Το Στρατόπεδο ξεχνά τον κανονισμό, ξεχνά τη θέση του, ξεπερνά κάθε όριο πειθαρχίας και χειροκροτά (...)
Η φάλαγγα των μελλοθάνατων ηρώων στέκεται προσοχή, και σ' αυτήν τη στάση, με δάκρυα και με λυγμούς περηφάνειας, υποδέχεται τον Ναπολέοντα. Υποδέχεται τον ήρωα των ηρώων και το μάρτυρα των μαρτύρων.
Παίρνει τη θέση του, σεμνός, ντροπαλός, στην τελευταία πεντάδα.
- Ναπολέων! Στην πρώτη γραμμή. Αυτή είν' η θέση που σου πρέπει!...
Εκεί τον τοποθετούνε, για να τον βλέπουν ως την ύστερη στιγμή τους, τούτο τον ασύγκριτο εκφραστή των ονείρων και των πόθων τους, οι 260 Ακροναυπλιώτες Ελληνες, που στάθηκαν το επιτελείο του Στρατοπέδου μας. Το επιτελείο της Ελληνικής Μάχης. Το λαμπρό Επιτελείο των νικηφόρων αγώνων του Λαού από τις 4 Αυγούστου 1936 μέχρι την 1η του Μάη του 1944. (...)
Τριγυρίζουμε τους διακόσους. (...)
Ολοι τους κρατούνε τα πράγματά τους στα χέρια. Πράγματα! Πού είναι τα κουστούμια, τα μπαούλα κι οι κουβέρτες τους;
Σύμφωνα με τον κανονισμό, αυτά είναι «λεία πολέμου!» Και πρέπει να παραδοθούν εδώ, πριν ξεκινήσουνε. Παραδίνονται για να σταλούν στη Γερμανία.
Οι κατάδικοι πρόλαβαν. Πήρε ο καθένας από κάτι. Οι ίδιοι οι μελλοθάνατοι τα μοίρασαν. Αυτά δεν είναι οποιαδήποτε πράγματα, που μπορούν μ' αυτά να οικονομηθούνε γερμανικές συνοικίες. Είναι λάβαρα. Είναι θυμητάρια ιερά κι αγιασμένα. Γίνονται φλάμπουρα στους αγώνες των Ελλήνων. (...)
Ο διοικητής (...) Κάνει την ύστατη προσπάθεια να μεταπείσει τον Ναπολέοντα να μην επιμένει. Να δεχτεί την αντικατάστασή του μ' έναν άλλο, «...γιατί αυτός είναι χρήσιμος και για σήμερα και για αύριο».
- Η ζωή του κάθε Ελληνα, κύριε διοικητά, αξίζει όσο κι η δική μου. Μια Μάνα τον περιμένει κι αυτόν, όπως και μένα. Ευχαριστώ για το ενδιαφέρον και για την αξία που μου δίνετε. Αλλά, μόλις δεχτώ την πρότασή σας, αυτόματα παύω να είμαι εγώ. Γίνομαι τίποτα. (...) Δέχεστε να βάλετε στη θέση μου τον πιο σκάρτο Γερμανό στρατιώτη; Οχι όμως Ελληνα. Τότες δέχομαι τη ζωή και σας αναγνωρίζω την καλή πρόθεση και την ιπποτική συμπεριφορά πολεμιστή προς πολεμιστή!
Ο διοικητής εσώπασε! Χτυπά τον Ναπολέοντα στον ώμο και του δίνει το χέρι του.
- Δεν υπήρξες ποτέ σκλάβος, του λέει. Και μ' αυτόν τον τρόπο τον αποχαιρετά και παραδέχεται τον εξευτελισμό και την ήττα του, σαν καταχτητής και σαν άτομο. (...)
Δεν απομένει παρά να τους μεταφέρουνε στο 15, για να γδυθούνε. Στο εκτελεστικό απόσπασμα σέρνεται ο κάθε μελλοθάνατος μόνο με τα εσώρουχα. Κουστούμι, παπούτσια, καπέλο, παραδίνονται. Λεία Πολέμου. `Η, πιο σωστά, μερίδιο του γερμανικού Λαού από τη λαφυραγωγία της Ευρώπης. (...)
Εκεί μπροστά μας, κάτω απ' τη μύτη των Γερμανών, συνεννοούνται και παίρνουν την απόφαση: Θα τουφεκιστούμε ντυμένοι.
Την απόφαση την επιβάλλουνε. Ο Ναπολέων την κάνει γνωστή στο διοικητή. (...) Παράλυσε, κι όχι μόνο θα πάνε ντυμένοι, φρέσκοι, σιδερωμένοι, να παρουσιαστούνε στο Θάνατο, μα και θα τον τσαλαπατήσουνε πιο μπροστά, εδώ, σε τούτη την αυλή, τον κάθε εχθρό, είτε καταχτητής λέγεται είτε Χάρος. Με τον πρώτο ξόφλησαν. Τον εξευτέλισαν, τον έχουνε και στέκεται άβουλος κι ανίκανος να παρακολουθεί με ποιο μεγαλείο εκδηλώνεται αυτό το θαύμα που λέγεται ελληνική ψυχή.
Με τον δεύτερο, με το Χάρο, απομένει να τα πούνε ακόμη. Ο γερο-Μήτσος ο καπνεργάτης, ο Μήτσος Ρόδης, από την Καβάλα, ανοίγει το χορό. (...)
Ο αέρας ηλεχτρίζεται, λες, μεθά και τραγουδά και εκείνος με τις ψυχές που δίνουνε τις στερνές προσταγές στο κορμί, για την έφοδο.
- Εχε γεια, καημένε κόσμε...
Τα λόγια τα ξέρουμε και μεις. Τα προσαρμόζουμε και στου χορού το ρυθμό. Μα είναι σα να λέμε μοιρολόι κι είναι σα να παρακαλούμε το μαγνήτη της Γης να λυπηθεί το δούλο του και να μην τον αφήσει να φύγει για τ' άγνωστο.
Τούτοι εδώ, λες και νικήσανε αυτόν το μαγνήτη, και με το τραγούδι τους δεν αποχαιρετούνε κανέναν αφέντη και καμία δουλεία. Ειδοποιούνε θριαμβευτικά πως φεύγουν πάνοπλοι για την εκστρατεία της ζωής εναντίο του θανάτου.