Την συνάντησα πάνω σ' ένα καράβι που πήγαινε στη Μακρόνησο, κάποιο μεσημέρι του 1998. Γύριζα τότε μια εκπομπή για τα νησιά της εξορίας, ακολουθώντας μια μεγάλη συντροφιά παλιών εξόριστων που πήγαιναν στο νησί των βασανιστηρίων τους. Μόλις κατεβήκαμε από το καράβι, μου είπε:
«Πρόσεχε καλά αυτό το χώμα που πατάς. Σεβάσου κάθε πέτρα, κάθε αγκάθι και κάθε λιθαράκι αυτής της γης. Εχουν επάνω τους το αίμα μας! Εδώ σταυρωθήκαμε!».
Ηταν ήδη μεγάλη σε ηλικία όταν το είπε, αλλά όχι παλιά στην ψυχή. Εκεί ήταν έφηβη.
Στην επέτειο του θανάτου της (25 Γενάρη 2025) θυμόμαστε και τιμάμε μια γυναίκα που δεν ησύχασε ποτέ, που δεν έκρυψε ποτέ το πάθος και την πίστη της για έναν κόσμο δίκαιο και ελεύθερο. Μέχρι που έφυγε δεν διακόψαμε ποτέ την επικοινωνία μας, μιλούσαμε ώρες στο τηλέφωνο (όταν είχε τα κέφια της μου τραγουδούσε κιόλας), βρισκόμασταν σε εκδηλώσεις του Κόμματος, μέχρι και γράμματα μου έστελνε, μαζί με ...παξιμάδια, ελιές και λουκούμια από την Καλαμάτα.
Η Πότα η αγέρωχη, η μαχητική, η αεικίνητη, η πολυλογού, με την ανεξάντλητη ενέργεια, δεν έγινε ήρωας επειδή υπέφερε και μάτωσε στη ζωή της. Εγινε ήρωας επειδή αντιστάθηκε γενναία στην υποταγή στα πέτρινα χρόνια.
Αυτό ήταν που την έκανε επικίνδυνη για όσους ήθελαν σιωπή.
Αυτό την κράτησε στο στόχαστρο, από την τρυφερή ηλικία της έως τα βαθιά της γεράματα.
Η Πότα Κακκαβά δεν ήταν από τα «σύμβολα» που αντέχει το σύστημα.
Ηταν υπενθύμιση τραύματος και αγώνα.
Και ακριβώς γι' αυτό, έχει νόημα.
Μπαίνει στον αγώνα σχεδόν παιδί.
Και εκείνη η εποχή, όπως και η τωρινή, δεν άφηνε περιθώρια ουδετερότητας.
Τότε στην Κατοχή, στην Αντίσταση, και αμέσως μετά, το κράτος αποφασίζει ότι ο εχθρός δεν είναι πια ο κατακτητής, αλλά όσοι ονειρεύονται μια άλλη κοινωνία.
Το 1948 καταδικάζεται σε θάνατο.
Είναι μικρό κορίτσι όταν περνάει στρατοδικείο. Ο βασιλικός επίτροπος, βλέποντας το θάρρος και τον τσαμπουκά της, λέει χαρακτηριστικά: «Αυτή δεν είναι κορίτσι, αυτή είναι ο ίδιος ο αρχηγός της Καμόρα».
Ο φιλοβασιλικός πατέρας της κοντεύει να πάθει εγκεφαλικό με τη δράση της. Τρία παιδιά του, από τα έξι που είχε, είναι κομμουνιστές. Είπε, λοιπόν, κρυφά της στους στρατοδίκες, για να την γλιτώσει, ότι η μικρή αποκηρύσσει τον κομμουνισμό! Καταφέρνει μ' αυτόν τον τρόπο να μην την εκτελέσουν.
Εκείνη το μαθαίνει, γίνεται θηρίο και φωνάζει:
«Και χίλιες φορές να έπρεπε να πεθάνω, θα πέθαινα για τους ξεβράκωτους. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος για μένα... Γι' αυτούς πάλεψα και παλεύω».
Ουρλιάζει ότι είναι αμετακίνητη στις ιδέες και στα πιστεύω της, και άμα θέλουν ας την εκτελέσουν.
Δεν εκτελείται.
Μόνο που αυτό τελικά δεν ήταν επιείκεια, ήταν παράταση τιμωρίας.
Ακολουθούν νησιά και φυλακές, από μηχανισμούς σπασίματος ανθρώπων.
Κι όμως, εκεί μέσα η Πότα και οι σύντροφοί της φτιάχνουν κάτι που δεν μπαίνει σε αρχεία. Αλληλεγγύη. Ως καθημερινή πράξη.
Μοιράζονται δηλαδή το ψωμί, τη φροντίδα, το νοιάξιμο, τον πόνο. Δεν αφήνουν τον άλλον μόνο του, γιατί ξέρουν ότι αυτό ακριβώς θέλει ο βασανιστής.
Η δικτατορία την βρίσκει το ίδιο πεισματάρα. Το ίδιο σταθερή.
«Οχι, εγώ δεν θα είμαι ποτέ με την πλευρά των βρακωμένων».
Με ένα τέτοιο «όχι» ξεκινά έναν αγώνα που θα διαρκέσει άλλες οκτώ δεκαετίες ζωής.
Και οι συλλήψεις συνεχίζονται. Ξανά εξορίες.
Οχι γιατί κάνει κάτι «επικίνδυνο», αλλά γιατί δεν έχει αποκηρύξει τίποτα και, φυσικά, δεν ξέρει να κάνει υποκλίσεις.
Μετά τη μεταπολίτευση, η Πότα δεν μπαίνει στο μουσείο της Ιστορίας.
Δεν γίνεται φωτογραφία σε επετειακό ένθετο.
Μένει παρούσα. Και γελαστή. Στις οργανώσεις, στις εκδηλώσεις, στους αγώνες.
Δεν περιορίζεται στο να αφηγείται τα παλιά - πάντα γελώντας - αλλά υπενθυμίζει ότι η μνήμη χωρίς συνέχεια είναι διακόσμηση.
Συζητώντας μαζί της στη Μακρόνησο, μου είχε πει:
«Μην προσπαθείς άδικα να αποκωδικοποιήσεις το γέλιο των κομμουνιστών, που τρομάζει την εξουσία. Εμείς χαμογελάμε ακόμα κι όταν βλέπουμε κατάματα τον θάνατο. Οχι γιατί είμαστε ατρόμητοι ή δεν αγαπάμε τη ζωή. Ακριβώς επειδή την αγαπάμε πολύ και τη ζωή και τον άνθρωπο. Εμείς αγωνιζόμαστε για τις ιδέες μας και για το κοινό καλό, κι αυτό μας κάνει χαρούμενους. Είμαστε παγκόσμιοι άνθρωποι και αγαπάμε την Ελλάδα, με την ψυχή και το αίμα μας».
Δεν μιλούσε προσεκτικά και «μακιγιαρισμένα». Δεν χάιδευε αυτιά.
Δεν έλεγε στους νέους «κάντε ό,τι κάναμε εμείς». Ελεγε κάτι πιο δύσκολο:
«Δείτε τι πληρώσαμε. Και αποφασίστε αν θέλετε να ζήσετε σκυφτοί ή όρθιοι».
Την είχα ρωτήσει, τι είδους τέρατα ήταν οι βασανιστές της;
- Οι αλφαμίτες ήταν πρώην δηλωσίες. Φοβισμένοι, και γι' αυτό τόσο βίαιοι και λυσσασμένοι. Ενας μάλιστα ήταν απ' τα μέρη μου. Ημουν στην ίδια σκηνή με την ηθοποιό Αλέκα Παΐζη. Ηταν μπροστά όταν του έλεγα πως μια ζωή θα 'ναι σκουλήκι που θα σέρνεται, κι αυτός τότε μου ζητούσε να βγάλω το παλτό και με χτυπούσε με μανία παντού. Εγώ ούτε φώναζα, ούτε έπεφτα κάτω, κι όταν μ' έριχνε, ξανασηκωνόμουν. Του έλεγα πως κάποτε θα 'ρθει η στιγμή που θα βρεθούμε έξω και όταν τον πιάσω στα χέρια μου, θα ξηγηθούμε μια και καλή... Ημουν 18 χρονώ τότε.
- Και; Ετυχε να τον ξαναδείς;
- Ναι. Τον συνάντησα μετά από χρόνια, στην Καλαμάτα, Τον είδα ξαφνικά μπροστά μου σ' έναν γάμο που ήμουν κουμπάρα. Μόλις κατάλαβε ποια είμαι, πάγωσε!
- Κι εσύ τι έκανες;
- Τι να κάνω; Τον κάλεσα στο τραπέζι μου για να τον κεράσω.
- Λες αλήθεια τώρα;
- Ρώτα όλη την Καλαμάτα να στο πει. Μάλιστα, όταν με είδε και με κατάλαβε, έσκυψε το κεφάλι από ντροπή κι έμεινε ακίνητος. Τότε τον απείλησα. «Κώστα Σταθόπουλε», του λέω, «σήκω κι έλα να πιεις μαζί μας, πριν πω στον πατέρα μου ότι εσύ είσαι αυτός που βάραγε το παιδί του και έρθει εδώ να σου σπάσει το κεφάλι».
- Ηρθε τελικά;
- Αν ήρθε; Τσακίστηκε. Ηρθε και ήπιε στην υγειά μου. «Στην υγειά σου, Πότα, πάντα άξια», μου είπε, κι εγώ του απάντησα: «Εγώ το ξέρω, κοίτα να το μάθεις κι εσύ».
Συλλαμβάνεται την πρώτη μέρα της χούντας στην Καλαμάτα, μία γυναίκα ανάμεσα σε 750 άντρες.
Η εξορία ήταν το μέσο που χρησιμοποίησε το κράτος για να διαλύσει τις ιδέες, όχι μόνο τα σώματα.
Την στέλνουν στη Χίο, στο Τρίκερι, στη Μακρόνησο, στις φυλακές Αβέρωφ, όλα μέρη μιας μεγάλης απομόνωσης, μιας βιομηχανίας πόνου.
Κάθε φορά που ανταμώνουν με τον Ρίτσο στο κολαστήριο, την χαιρετάει λέγοντας: «Γεια σου, Καλαματιανάκι!».
Στη Μακρόνησο, όπου κρατήθηκαν και βασανίστηκαν πάνω από 100.000 αγωνιστές (ανάμεσά τους και 300 παιδιά), η Πότα, που βασανίστηκε όσο κανένας σε εκείνες τις ματωμένες πέτρες των ξερονησιών, ήταν πρώτη στις γραμμές όταν ξεκινούσε το ξύλο. Αυτή έβαζε πρώτη το σώμα της, για να φάει τα περισσότερα χτυπήματα, προστατεύοντας τις υπόλοιπες και κυρίως την αδύναμη Αλέκα Παΐζη.
Προσπαθούσε μάλιστα - μου είχε πει - να μην αποχωρίζεται το χοντρό παλτό της, για να πονάει λιγότερο από τις ροπαλιές και τον βούρδουλα.
Οταν οι βασανιστές έλεγαν από τα μεγάφωνα ότι «οι γυναίκες γεννήθηκαν για να αγαπούν, όχι για να μισούν», η Πότα ένιωθε πίσω από τις λέξεις την εκδικητική τρομοκρατία του αστικού κράτους, που ήθελε να υποτάξει ακόμα και την ίδια την αξιοπρέπεια του νου.
Και όπως ανέφερε:
«Αν γινόταν χούντα σήμερα στην Ελλάδα, πάλι εμένα θα έπιαναν πρώτη!».
Αυτή ήταν η Πότα, όχι φοβισμένη από το παρελθόν, αλλά έτοιμη να το αντιμετωπίσει ξανά αν χρειαστεί.
Να ξαναζήσει τις σκηνές στη χαράδρα των βασανιστηρίων, στο ξεροπήγαδο όπου έβαζαν φωτιά και έκαιγαν τα βιβλία, και στον καταυλισμό, όπου οι άνθρωποι έχαναν τα λογικά τους από τα βασανιστήρια.
«Εμείς» - μου έλεγε σ' εκείνη την εκπομπή - «όταν αποφασίσαμε τους αγώνες μας, δεν περιμέναμε προσωπική δικαίωση. Εμείς αγωνιζόμασταν για τις ιδέες μας. Κάναμε ό,τι μπορούσαμε, σκύψαμε με τη θέλησή μας για να πατήσετε πάνω μας εσείς και να προχωρήσετε. Με τον εαυτό μας, μέσα μας, είμαστε δικαιωμένοι, έχουμε κάνει το καθήκον μας».
Αν και η ζωή της ήταν μια σειρά από κατολισθήσεις της μοίρας, εκείνη έκανε συνειδητή επιλογή να παραμείνει όρθια, ξανά και ξανά.
Οσο για την ιστορία της Πότας Κακκαβά, δεν είναι μόνο προσωπική.
Είναι ιστορία συνολικών αγώνων και ιστορικής βίας, που εφαρμόστηκε συλλογικά κατά των κομμουνιστών μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο στην Ελλάδα. Φυλακίσεις, εξορίες, επιβολή αντιδημοκρατικών κανόνων, κοινωνικός στιγματισμός, επιχειρήσεις απονομής «υπευθυνότητας» μόνο προς τη μία πλευρά.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Πότα διεκδίκησε με κάθε λέξη της την πραγματική μνήμη, που δεν παραχαράσσει, ούτε αποδέχεται ευκολίες.
Και πάλι με τα δικά της λόγια:
«Κοίτα να μην ξεχνάς ποτέ ότι η αστική τάξη είχε μαντρώσει χιλιάδες κρατούμενους στα νησιά της εξορίας...».
Δεν ήταν μόνο αριθμός.
Ηταν ανθρώπινες ζωές.
Με το «καλημέρα» της χούντας η Πότα βρέθηκε ξανά στη γραμμή του πυρός, αυτήν τη φορά μαζί με άλλους 750 άντρες αγωνιστές, στην ίδια εξορία, στη Γυάρο.
Στη μεταπολίτευση, ενώ άλλοι αναζητούσαν τρόπο να ξαναμπεί η ζωή στις ράγες της «κανονικότητας», η Πότα συνέβαλε αποφασιστικά στην ανασυγκρότηση του ΚΚΕ στη Μεσσηνία και στις Οργανώσεις του.
Δεν έγινε διπλωμάτης της Ιστορίας, έγινε φωνή που επέμενε να μιλά, όσων δεν μπόρεσαν να μιλήσουν.
Πέθανε 25 Γενάρη του 2025.
Στην κηδεία της, η ΚΕ του ΚΚΕ και οι Οργανώσεις της Πελοποννήσου τόνισαν ότι η Πότα ήταν εκείνη που έμεινε πιστή μέχρι το τέλος στα ιδανικά της και στους αγώνες για μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.
Σήμερα, και για όσο η λέξη «αγώνας» αντικαθίσταται από κάποιους με τη λέξη «διαχείριση», όσο η αδικία βαφτίζεται «ρεαλισμός» και η παραίτηση παρουσιάζεται ως ωριμότητα, εκείνη θα εξακολουθεί να ενοχλεί.
Γιατί η ζωή της θα συνεχίσει να θέτει ένα απλό, αλλά επικίνδυνο ερώτημα:
Η γενιά της άντεξε φυλακές και εξορίες, εμείς θα αντέξουμε τη σιωπή;
Δεν της χρωστάμε στεφάνια και πολυλογίες. Της χρωστάμε στάση.
Γιατί την Ιστορία τη γράφουν οι άνθρωποι που επιμένουν να αγωνίζονται, ακόμα κι όταν όλα γύρω τους μοιάζουν να καταρρέουν.
Ζητούσε να μαχόμαστε για όλα όσα της κόστισαν στη ζωή της, τα δικαιώματα, την αξιοπρέπεια, την ελευθερία.
Καμιά φορά την έπιανε το παράπονο:
«Η Ιστορία ήταν για μας κακιά μητριά κι εμείς τα ξενοπαίδια της. Γράφτηκε όπως βόλευε κάποιους».
Υστερα όμως άλλαζε ύφος και απαιτούσε:
«Πρέπει να ψάξετε και να μάθετε όλη την αλήθεια. Ο καπιταλισμός αγριεύει κάθε μέρα και πιο πολύ, καταργεί δικαιώματα που κερδίσαμε με αίμα, ισοπεδώνει λαούς. Μόνο από τα νέα παιδιά περιμένω φως. Μόνο αν καταλάβουν καλά τι έχει συμβεί και τι συμβαίνει γύρω μας, αν αποφασίσουν να κινητοποιηθούν, μπορεί κάτι ν' αλλάξει. Μέχρι τότε εγώ θα είμαι συνέχεια εδώ. Μάχιμη!».