«Ο "Οδηγητής" και ο "Ριζοσπάστης" υπήρξαν μεγάλα σχολεία»
Ο Στάθης (Σταυρόπουλος) στο εργαστήριό του, έχοντας μπροστά του τα πενάκια του και τα μαρκαδοράκια του |
Το κινητικό σκίτσο του δεν τοποθετείται εύκολα στο στατικό κάδρο των συμβάντων και των γεγονότων με κορνίζα χαριτωμένης υπακοής, δεν αποτελεί μια ακίνητη εικονογραφία της επικαιρότητας στο στάδιο του καθρέφτη. Δεν κοιτάζει μέσα του με τη ματιά ενός λυπημένου, απογοητευμένου και διαμαρτυρόμενου υποκειμένου για τα δεινά του παγκόσμιου πλανητικού χωριού.
Παραμένει πλάνης, γι' αυτό ελεύθερο πνεύμα, γιατί δεν πλανεύεται από τις Σειρήνες των νέων μέσων που έφερε το διαδίκτυο, με τους αλγόριθμους των επιθυμιών και της συγκέντρωσης του κοινωνικά ξεριζωμένου «εγώ» σε δωμάτια απομόνωσης.
Εκεί λοιπόν που η ελεεινολογία θα ήταν η εύκολη λύση και θα στρεφόταν προς τον εαυτό του, αυτός σηκώνει το χέρι και την προέκτασή του, το εργαλείο σχεδίασης. Μεταφορικά, θραύει την επιφάνεια της ψευδούς αντανάκλασης, κρυφά κοιτά πίσω από το είδωλο του καθρέφτη, με τη ματιά του Οδυσσέα, όταν τυφλώνει τον ευριπίδειο «Κύκλωπα», στο ομώνυμο σατυρικό δράμα.
Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι ο δημιουργός, από τα πρώτα βήματά του προς τον επαγγελματικό βίο, συνηθίζει να συνομιλεί με την αρχαία Ελλάδα. Ενσυνείδητα το πράττει, και δέχεται την επίδρασή της, όχι όμως με τα ενδύματα της τάχατες εθνικής αρχαιοπρέπειας, στιλιζαρισμένης έως τα όρια του γραφικού.
Διαρκώς βρίσκεται σε νοητική και νοηματική εγρήγορση, πάντα στα όρια της σήμερον, του παρόντος, του επικαιρικού, γι' αυτό η θεά Αθηνά του μας επισκέπτεται με αποκαθηλωμένα τα επιθετικά και αμυντικά όλα της, το δόρυ και την ασπίδα.
Το εξώφυλλο του λευκώματος «Οι Ανυπάκουοι», που κυκλοφορεί από τη «Σύγχρονη Εποχή» |
«ΘΕΑ ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ, ΓΙΑΤΙ ΕΓΚΑΤΕΛΕΙΨΕΣ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ;...», ρωτάει το ανθρωπάκι του Στάθη. Η απάντησή της: «ΔΕΝ ΕΒΡΙΣΚΑ ΔΟΥΛΕΙΑ...».
Τα σκίτσα του καυτηριάζουν την εγχώρια αβάσταχτη πραγματικότητα που καθημερινά βιώνει ο λαός μας: Πληθωρισμός, ακρίβεια, εργασιακή εκμετάλλευση και 13ωρη εργασία, οικονομική κρίση, παρακράτος, παρακολουθήσεις, σκάνδαλα τύπου ΟΠΕΚΕΠΕ. Το άλμπουμ χωρίζεται στις ενότητες «Καλημέρα - Καληνύχτα μέρα - νύχτα», «Μαζί σας τα τρώμε και σας τα τρώμε», «Πόλεμος και (πουθενά η) ειρήνη...», «Ησυχα νερά».
Η έκδοση - καλλιτέχνημα της «Σύγχρονης Εποχής» αποτελεί ένα απάνθισμα από πολιτικές γελοιογραφίες, δημοσιευμένες στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο από το 2018 έως το 2025.
Ποια κομμάτια όμως της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας εκπροσωπεί ο τίτλος, τον ρωτάμε. Απαντά:
«Οι "Ανυπάκουοι" - και εδώ με την ευκαιρία να ευχαριστήσω τη "Σύγχρονη Εποχή" για την καλαίσθητη έκδοση, αλλά και τους εργαζόμενους εκεί για τη ζεστασιά τους - περιγράφουν τους καθημερινούς ανθρώπους και "το άλας της Γης", δηλαδή εκείνους που κινούν εν τέλει την Ιστορία μπροστά! Παίρνοντας αντίδωρο την πνευματική ευδαιμονία τους και την ηθική γαλήνη τους».
Περί τα 38 λευκώματα αριθμεί η βιβλιογραφία του Στάθη, στα οποία ασφαλώς και δεν μπόρεσαν να χωρέσουν οι περίπου 35.000 - 40.000 γελοιογραφίες (και κείμενα) φιλοτεχνημένες μέσα στη 45χρονη παρουσία αυτού του νυν και αεί ζωντανού καλλιτέχνη.
Αυτό του το σκίτσο δηµοσιεύτηκε στην πρώτη σελίδα του «Ριζοσπάστη» τον Φλεβάρη του 1983. Αναδηµοσιεύτηκε στην πρώτη σελίδα της «Πράβντα» στις 4 ∆εκέμβρη 1983 |
«Επειδή η γελοιογραφία έχει την ικανότητα να αποδίδει το ηχόχρωμα των εποχών, διακρίνουμε σε αυτήν την ποιητική των ανθρώπων», περιγράφει τις κατακτήσεις του.
Και εξηγεί τι είδους ποιητική είναι αυτή:
«Των απλών ανθρώπων. Τις ελπίδες, τα παθήματα, την τρυφερότητα των σχέσεων ή τη βία της εξουσίας, όλα όσα μαρτυρούν τα "χάρτινα ανθρωπάκια" που είμαστε εμείς οι ίδιοι. Αλλά και οι εχθροί μας, εκείνοι που πουλάνε τις ζωές μας στα παζάρια του κόσμου και ...πεθαίνουν πάμπλουτοι».
Ηταν γι' αυτήν την Τέχνη «σαν έτοιμος από καιρό», ή η καθημερινή τριβή και άσκηση σταδιακά διαμόρφωσε το προσωπικό ύφος του;
«Εψαχνα και μάθαινα», μας λέει, ξεκαθαρίζοντας ότι το ταλέντο είναι η προϋπόθεση, αν όμως δεν εργαστείς πάνω σ' αυτό, θα εξανεμιστεί:
Τέσσερα σκίτσα των τελευταίων ετών, που ανθολογούνται στην έκδοση που κρατάμε στα χέρια μας |
«Εχουμε εν πολλοίς χάσει το χάρτινο γήπεδο, όπου η γελοιογραφία συνυπήρχε με τα ρεπορτάζ, τα σχόλια, τα άρθρα. Το μέσο δηλαδή που η πληροφορία οργανώνεται σε σκέψη. Η γελοιογραφία θαλασσοδέρνεται στο χάος του διαδικτύου. Κι όταν καταφέρνει να πιάσει επαφή με τους αναγνώστες, το καταφέρνει μόνη της».
Το εικαστικό αίτημα του ταξικά συνειδητοποιημένου, υπέρ του λαού, γελοιογράφου ζυμώθηκε και διαμορφώθηκε μέσα από τις κορυφώσεις του εικονοκλαστικού οπλοστασίου του παρελθόντος: Τα φαγιούμ, τη βυζαντινή και τη λαϊκή ζωγραφική, τη σύγχρονη τέχνη, τον κινηματογράφο, τα κόμικς.
«Βεβαίως», εμφατικά θα πει ότι χρωστάει «στους μεγάλους Ελληνες μάστορες της κοινωνικής και της πολιτικής γελοιογραφίας, καθώς και στους ξένους δασκάλους της γαλλικής, αμερικάνικης, αγγλικής, ιταλικής, ρωσικής και λατινοαμερικάνικης σχολής».
Πολιτικά και ιδεολογικά, στην προσέγγιση της δύστηνης ντόπιας και παγκόσμιας ειδησεογραφικής ροής, στο πίσω μέρος του μυαλού του Στάθη πρωτοστατούν οι εισηγητές και οι πρωτοπόροι του σοσιαλισμού:
Τέσσερα σκίτσα των τελευταίων ετών, που ανθολογούνται στην έκδοση που κρατάμε στα χέρια μας |
Ο άνθρωπος είναι αυτά που θυμάται. Και η μνήμη της ανθρωπότητας πάντα θα την οδηγεί στην αναζήτηση "του ωραίου και του αληθινού"».
Τέσσερα σκίτσα των τελευταίων ετών, που ανθολογούνται στην έκδοση που κρατάμε στα χέρια μας |
Τέσσερα σκίτσα των τελευταίων ετών, που ανθολογούνται στην έκδοση που κρατάμε στα χέρια μας |